ΠΟΝΤΙΚΙ
ART
Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010 0 Σχόλια

Επωνύμως

thumb

Νίκος Περάκης: Η κρίση σαν ευκαιρία

Ο μέσος Γερμανός σινεφίλ είναι πεπεισμένος, ότι πρώτα οι σοσιαλιστές και μετά οι κεντροδεξιοί πολιτικοί μας, μοίραζαν τις μίζες τους στον λαό, γι’ αυτό κι έχουμε τόσα Cayenne και πισίνες

Πριν από μία εβδομάδα είπα να ξεφύγω λίγο από το νοσηρό κλίμα του μνημονίου και των μέτρων και βρέθηκα στο Μόναχο, όπου προβλήθηκε η ταινία μου ΑRTHERAPY στο Διεθνές Τμήμα του Φεστιβάλ. Παρά τον ποδοσφαιρικό παροξυσμό και τον θρίαμβο της Γερμανίας επί της Αργεντινής, τις δύο προβολές παρακολούθησαν ανέλπιστα πολλοί Γερμανοί και απογοητευτικά λίγοι από τους 25.000 Έλληνες που ζουν στο Μόναχο. Όπως είθισται στο φεστιβάλ, μετά την προβολή οι θεατές έχουν την ευκαιρία να κάνουν ερωτήσεις στον σκηνοθέτη –εκτός εάν αυτός είναι μεγάλη φίρμα και μιλά μόνο με δημοσιογράφους και κριτικούς. «Παρουσιαστής» μου, αφού δεν χρειάζομαι διερμηνέα, ήταν ένας Αμερικάνος σεναριογράφος, παλιός φίλος και συνεργάτης από την εποχή που εργαζόμουν στη Γερμανία. Κι αυτός κατάλαβε γρήγορα ότι οι θεατές δεν ήρθαν να δουν την ταινία για να συζητήσουν τις θεραπευτικές ιδιότητες της τέχνης στον άνθρωπο, αλλά να δουν με τα μάτια τους και να μιλήσουν με έναν Έλληνα πολίτη, θύμα της κρίσης. Παρά τις προσπάθειες του αμερικανού φίλου να τους μπερδέψει και να πάει την κουβέντα από την κρίση στην κάθαρση κι από εκεί στην τέχνη, οι Γερμανοί θεατές είχαν κολλήσει στον επίλογο του έργου, μ’ ένα μονόλογο από το «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δημήτρη Δημητριάδη και περίμεναν από μένα να κάνω τουλάχιστον αυτοκριτική αν όχι χαρακίρι. Τους εξομολογήθηκα, ότι όταν γύριζα την ταινία πέρσι, το καλοκαίρι του εννέα, δεν υπήρχε ούτε υποψία κρίσης και ότι ήμασταν περήφανοι για την οικονομία μας και ο μόνος που ήξερε το πρόβλημα ήταν ένα σπασικλάκι λογιστής στη Μοοdy’s και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά δεν το έλεγαν σε κανένα για να μην μας αποπροσανατολίσουν πριν από τις εκλογές και ψηφίσουμε ΚΚΕ. To δικό τους το ΚΚΓ δεν είναι πια στην ομοσπονδιακή βουλή, γι’ αυτό δεν είναι καν σε θέση να αναλογιστούν τις ολέθριες συνέπειες. Οι συνομιλητές μου με παρακολουθούσαν με οίκτο, κουνώντας το κεφάλι, με προσποιητή κατανόηση, όπως θα αντιμετώπιζαν τον ηλίθιο, που άφησε τα πράγματα να φθάσουν σ’ αυτό το σημείο. Ακόμη και ο αντιπερισπασμός που επιχείρησα υποστηρίζοντας ότι, τα τελευταία 30 χρόνια όλες οι υποδομές της χώρας μου, από τρένα, αεροδρόμια και τηλέφωνα έως τανκς, φρεγάτες και υποβρύχια, ήταν γερμανικής προελεύσεως και αγοράσθηκαν με καπέλο, που πλήρωσαν οι Έλληνες για να μην επιβαρύνουν με μίζες και προμήθειες τα κέρδη της γερμανικής βιομηχανίας και το ακαθάριστο προϊόν του Γερμανού εργάτη, δεν τους εντυπωσίασε, γιατί ο μέσος Γερμανός σινεφίλ είναι πεπεισμένος, ότι πρώτα οι σοσιαλιστές και μετά οι κεντροδεξιοί πολιτικοί μας, μοίραζαν τις μίζες τους στον λαό, γι’ αυτό κι έχουμε τόσα Cayenne και πισίνες. Τη μεθεπόμενη και με την εμπειρία της πρώτης προβολής, μόλις με σήκωσαν στο προσκήνιο και άρχισαν πάλι την ανάκριση με ύπουλες ερωτήσεις για την κρίση, τους έκοψα αμέσως τον τσαμπουκά, με τον ισχυρισμό, ότι σε αντίθεση μ’ εμάς που το κακό μας βρήκε ξαφνικά, οι Γερμανοί έχουν λίγο χρόνο παραπάνω να προετοιμαστούν για τη δικιά τους. Ο αιφνιδιασμός πέτυχε, μερικοί θεατές μάλιστα -κατά πάσα πιθανότητα Έλληνες- χειροκρότησαν και πριν προλάβει το ακροατήριο να καταλάβει την μπλόφα, ο Αμερικάνος φίλος έκανε την υπόθεση εργασίας, ότι μια κοινωνία σε κρίση μπορεί να προωθήσει τη δημιουργικότητα και ως εκ τούτου η τεχνοθεραπεία είναι η απάντηση στην επερχόμενη πολυπολιτισμική κρίση. To καλό είναι ότι στη Γερμανία Kunst δεν είναι μόνο οι καλές και εικαστικές τέχνες, αλλά πάμπολλες δημιουργικές δεξιότητες όπως ποίηση, αγγειοπλαστική, ακόμη και ο κινηματογράφος... σαν κοινωνική τέχνη. Μια ερώτηση μου θύμισε τους ατέλειωτους προβληματισμούς των συναδέλφων της Ομίχλης για το πότε η κινηματογραφική δημιουργία είναι τέχνη επιδοτούμενη από το κράτος και πότε θεωρείται εμπορικό προϊόν που του χρειάζονται φορολογικές ελαφρύνσεις για να επιβιώσει. Όσο κρατούσε η συζήτηση σκεπτόμουν, ότι το πιο σπουδαίο έναυσμα για δημιουργία στην Ελλάδα είναι ίσως η κρίση. Και δόξα τω Θεώ, από κρίση σε κρίση πάμε εδώ και πολλά χρόνια: Κρίση οικονομική, διεθνής, παγκόσμια, στην υγεία, στην παιδεία, κρίση αξιών κι αυτών του χρηματιστηρίου Αθηνών, κρίση ιδεών και ιδεολογιών, κρίση συνείδησης, ηθών, κρίση βαθιά, κλιματική, νευρική, υπερτασική, συστημική, δημοσιονομική, διατροφική, οικολογική, επισιτιστική, πετρελαϊκή, πανικού, των Ιμίων, των δανείων, του καπιταλισμού, του σοσιαλισμού και τέλος η κρίση σαν ευκαιρία. Μόνο στην τελευταία επέμεινα, τις άλλες απλά τις σκέφτηκα, όταν συνειδητοποίησα, ότι η κρίση στην Ελλάδα είναι διαρκείας και ίσως ο λόγος που επαναπατρίσθηκα και άφησα τη Γερμανία και τις μεταπολεμικές ενοχές της στους ντόπιους συναδέλφους. Κι επειδή στον ελληνικό κινηματογράφο υπήρχε από τότε κρίση, έπρεπε να κάνω ταινίες με το ένα τέταρτο ενός μέσου γερμανικού προϋπολογισμού. Αλλά ακόμη και την περίοδο των παχιών αγελάδων και του life style, όταν τα τζιπ γέμιζαν τα πάρκινγκ των μεγάρων της καψούρας και τα ταχύπλοα τις μαρίνες, το κράτος φρόντιζε οι ταινίες μας να γίνονται όλο και πιο low έως no budget. Kαι γιατί εξάλλου να είναι πιο ακριβές, αφού δεν τις θέλει ο κόσμος ή μάλλον προτιμά αυτές που δεν είναι πιο τέχνη από ένα ελαφρολαϊκό σουξέ. Άσε που τώρα με την κρίση φάνηκε, ότι οι περισσότερες ταινίες έγιναν με μοναδικό σκοπό την αυτοθεραπεία των δημιουργών τους. Τέτοια στερεότυπα με βασάνιζαν, ενώ η πλατεία αναρωτιόταν και ρωτούσε, πώς θα ξεπεράσουμε την κρίση, όταν στην ταινία η σχεδιάστρια μόδας γράφει goth rock μπαλάντες και η δικηγόρος στίχους. Τότε θυμήθηκα μια πολιτική επιστήμονα, που σπούδαζε κινηματογράφο και κιθάρα και στο τέλος έγραψε τον στίχο: η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα.

Νίκος Περάκης

Σκηνοθέτης

 

0 Σχόλια
Γράψε το δικό σου σχόλιο!
  • Δεν θα εμφανιστεί!
  • --: