17/11/2018 12:01:43
11.10.2010

Γιάννης Καλαβριανός

Γιάννης Καλαβριανός  - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Αν ξεκινά κάποιος την ενήλικη ζωή του σπουδάζοντας Ιατρική, αλλά, για χάρη του θεάτρου, την εγκαταλείπει ενώ ήδη έχει πάρει πτυχίο, τρία πράγματα του συμβαίνουν: Λατρεύει το θέατρο, έχει μεγάλο πείσμα και τεράστια υπομονή. Ο Γιάννης Καλαβριανός στα 36 του έχει αφήσει πίσω του οριστικά την Ιατρική. Έχει ολοκληρώσει τις σπουδές που έκανε αμέσως μετά στο Θεατρικό Τμήμα του Αριστοτελείου κι έχει θητεύσει για μια 6ετία ως ηθοποιός στην Πειραματική Σκηνή Τέχνης, του Νικηφόρου Παπανδρέου. Μας συστήθηκε επεισοδιακά, το 2006, με το έργο του «Εγώ είμαι το Θείο Βρέφος», της νεοσύστατης τότε ομάδας Sforaris, και ξεσήκωσε την οργή μίας δράκας θρησκόληπτων. Πάντως η Sforaris δεν «μάσησε». Κι αφού δεν «κουλάθηκαν απ’ τη Θεία οργή» όπως τους απειλούσαν τότε, πήραν τους δρόμους. Ίσως η πιο επίσημη φιλοξενία τους να ήταν στην Πειραιώς 260, πέρυσι, όταν παρουσίασαν στο Ελληνικό Φεστιβάλ το έργο τους «Παραλογές ή Μικρές Καθημερινές Τραγωδίες». Με μία νέα εκδοχή του ίδιου έργου θα εμφανίζονται από τις 11 Οκτωβρίου στο Bios. Έχουν, όμως κι άλλα σχέδια για τη σεζόν. Ολοκαίνουριο έργο μυστηρίου, για το Φεστιβάλ Low Budget στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης.

Τελικά έπεσε η εικόνα του Χριστού στο κεφάλι σας;

Γ.Κ.: Όχι, αλλά τι εμπειρία ήταν αυτή! Τώρα μου φαίνεται αστείο, αλλά τότε... ήταν πολύ άγριο. Κι όταν είσαι και καινούριος τα μεγαλοποιείς.

Η αλήθεια είναι ότι το «Εγώ είμαι το Θείο Βρέφος» ήταν μια… θυελλώδης πρωτιά για την ομάδα σας!

Γ.Κ.: Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς είχαν αρχίσει να μαζεύονται έξω από το «Θέατρο του Νέου Κόσμου» κάτι θείες που άρχισαν να γίνονται πολλές και να κλείνουν όλο το δρόμο. Όταν ήρθε κι η αστυνομία για να απομακρύνει τους θεατές σε κλοιό, δεν το πιστεύαμε. Μετά ήρθε κι η μήνυση.

Θεωρούμε όμως ότι έχουμε προοδεύσει ως κοινωνία…

Γ.Κ.: Νομίζω ότι παραμένουμε συντηρητικοί. Κι ότι όσο κι αν έχουμε προχωρήσει, η κοινωνική μας ωριμότητα είναι πολύ πίσω. Φαίνεται η διαφορά. Π.χ. τον προηγούμενο μήνα η πρωθυπουργός της Ισλανδίας παντρεύτηκε την αγαπημένη της κι αυτό πέρασε στα ψιλά των ισλανδικών εφημερίδων. Εδώ υπάρχουν περιπτώσεις δημοσίων προσώπων που είναι ομοφυλόφιλοι κι όχι μόνο δεν το λένε, αλλά καμώνονται τους κανονικούς οικογενειάρχες. Άρα, δεν είναι καθόλου έτοιμο το σύστημα.

Και η τέχνη;

Γ.Κ.: Ο ρόλος της στην Ελλάδα έχει αναστραφεί: Αντί να προηγείται των εξελίξεων και να προτείνει, έχει αντανακλαστικά πιο αργά από της κοινωνίας.

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Γ.Κ.: Διότι μπορεί η κοινωνία να έχει κάποια vibes, τον τόνο, όμως, τον δίνουν όσοι είναι στην εξουσία: Παλαιότερες γενιές, με παλαιότερη νοοτροπία.

Εξάλλου λέμε «νέα γενιά» τους 30άρηδες...

Γ.Κ.: Ποιους 30άρηδες; Εγώ είμαι 36 με τα μισά μου γένια άσπρα και θεωρούμαι «νέος σκηνοθέτης». Με τα παιδιά της ομάδας γελάμε και λέμε ότι κανονικά στα 36 θα έπρεπε να χω κάνει δύο αποτοξινώσεις και τρία come back.

Πώς αποφασίσατε να κατεβείτε από τη Θεσσαλονίκη;

Γ.Κ.: Είχα γνωρίσει εκεί τον Βασίλη Παπαβασιλείου κι ενόψει του «Αρχοντοχωριάτη» που θα ανέβαζε στο Ηρώδειο, ήρθα με την προοπτική να είμαι σ’ αυτή την παράσταση βοηθός του. Την ίδια εποχή είχα, όμως, γράψει και το «Θείο Βρέφος», το πήγα στον Θεοδωρόπουλο κι έτσι έγινε...

Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Και για την νέα σεζόν προτείνετε ξανά τις «Παραλογές».

Γ.Κ.: Σε μια καινούρια εκδοχή για το Bios: Οι «Παραλογές» είναι μια παράσταση που έχει γνωρίσει μέχρι στιγμής τέσσερις εκδοχές, κάθε φορά βάσει του χώρου που βρίσκουμε. Αυτή είναι, ίσως, η δυσκολότερη γιατί δεν μπορεί να γίνει απλά μετατροπή της μεγάλης κλίμακας σε μικρή. Συνεπώς πρέπει να κάνουμε εξαρχής δουλειά επί της ουσίας, σε άλλη λογική. Κι επειδή πήγαμε μάλλον καλά το καλοκαίρι, αισθανόμαστε λίγα περισσότερα βλέμματα επάνω μας.

Το αφηγηματικό υλικό των δημοτικών τραγουδιών είναι απέραντο. Πώς στραφήκατε σ’ αυτό;

Γ.Κ.: Στην Ελλάδα τα δημοτικά τραγούδια είναι γενικά ταυτισμένα με τη Χούντα ή το Πάσχα. Μου άρεσαν από τη σχολή κι έτσι όταν κάναμε παλαιότερα μια παράσταση με αλλόκοτες ιστορίες, βάλαμε μέσα και το «Γεφύρι της Άρτας». Τότε, μ’ αυτό το έργο πήγαμε σε διάφορα μέρη, συμπεριλαμβανομένης και μιας φυλακής στα Χανιά. Μετά την παράσταση, πιάσαμε την κουβέντα με τους θεατές. Ανάμεσά τους ήταν κι ένα παιδί σαν κι εμάς. «Ήταν πολύ ωραία που ήρθατε, γιατί εδώ μέσα δεν γίνεται τίποτε. Περνάει ο καιρός και δεν καταλαβαίνουμε…», μας είπε. «Κι εσύ τόσο νέος άνθρωπος», τον ρωτήσαμε, «γιατί δουλεύεις στη φυλακή;», «Μα δεν δουλεύω. Είμαι μέσα με ισόβια» μας είπε. Μείναμε κόκαλο. Συνειδητοποιήσαμε ότι ένας άνθρωπος με τον οποίο θα μπορούσαμε να πίνουμε έξω καφέ, ήταν ισοβίτης. Ήταν η πρώτη φορά που αναρωτήθηκα πώς γίνεται άνθρωποι κανονικοί, να χάνουν ξαφνικά το βήμα.

Τρομάξατε συνειδητοποιώντας την ελάχιστη απόσταση μεταξύ του φυσιολογικού και της παραβατικότητας;

Γ.Κ.: Τρόμαξα δύο φορές που αισθάνθηκα ότι απ’ τα νεύρα θα μπορούσα να έχω σκοτώσει άνθρωπο. Αλλά στο δικό μου αξιακό σύστημα, η ανθρώπινη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτη. Δεν δικαιολογώ με κανέναν τρόπο το φόνο, μπορώ, όμως, να καταλάβω τους λόγους για τους οποίους μπορεί να φτάσει κάποιος εκεί. Ό,τι λέμε ωστόσο «απόφαση της στιγμής», έχει υπόβαθρο συγκεκριμένης ψυχοσύνθεσης.

Και πώς καταλήξατε να συνδέσετε την παραβατικότητα με τα δημοτικά;

Γ.Κ.: Πρόσεξα ότι στις Παραλογές περιγράφονταν ακραία γεγονότα, όπως ενδοοικογενειακοί φόνοι που είχαν κάποτε συνταράξει την κοινωνία. Τα κενά που άφηναν οι Παραλογές, τα συνδύασα με την ποίηση του Λειβαδίτη, η οποία φέρνει στην επιφάνεια μεταφυσικά ερωτήματα. Πήρα λοιπόν πράξεις που δεν δικαιολογούνται και ερωτήματα που δεν απαντιούνται και τα συνδύασα, μήπως κι έτσι αντιληφθούμε λίγο το πώς κανονικοί άνθρωποι ξεπέρασαν τον εαυτό τους.

Τα δημοτικά είναι κατεξοχήν αφηγηματικά. Γιατί η αφηγηματικότητα εκλείπει από την εποχή μας;

Γ.Κ.: Μα δεν μιλάμε καν μεταξύ μας. Δεν γράφουμε, δεν λέμε παραμύθια, δεν εκφράζουμε λεκτικά όσα μας συμβαίνουν. Είμαστε στην εποχή της εικόνας. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε τόσο βαθιά κοινό πυρήνα, που αν βρεθεί το κατάλληλο ερέθισμα, εύκολα λυνόμαστε. Το βλέπω στο θέατρο, αλλά και στον εαυτό μου: Αν βρεθεί κάτι και με χτυπήσει στο «κέντρο», ανοίγομαι. Κι εμείς αυτό θέλαμε να πούμε. Πήγαμε μερικά βήματα πίσω, για να ξαναβρούμε τον τρόπο να λέμε ιστορίες. Άλλωστε στο θέατρο, ένας ηθοποιός είναι ουσιαστικά ένας παραμυθάς...

Φτάσαμε δηλαδή να αποδομούμε μια ιστορία, προτού ακόμα να την πούμε ολόκληρη;

Γ.Κ.: Σίγουρα αυτό ήταν το χαρακτηριστικό της προηγούμενης δεκαετίας. Νομίζαμε ότι είμαστε στα πράγματα, αλλά ουσιαστικά ακολουθούσαμε τα απόνερα της πρωτοπορίας. Με το ίντερνετ ίσως το καινούριο να μας έρχεται πια, όχι με δέκα χρόνια καθυστέρηση, αλλά με δύο. Αλλά εγώ έχω κι ένα θέμα με την αποδόμηση. Το ζήτημα είναι, όταν εγώ είμαι εδώ κι εσύ είσαι εκεί, να καλύψουμε την απόσταση μεταξύ μας. Όταν η αποδόμηση αυτό το διαλύει, είναι σαν να λέμε ότι το ζήτημα είναι ο χώρος ανάμεσα μας, το κενό δηλαδή. Αλλά «εγώ, μεγάλε, έχω έτσι κι αλλιώς κενό. Εσύ μπορείς να μου πεις πώς θα βρεθώ με τον άλλο;». Δεν αντέχω όλη αυτή τη μοναξιά. Πάντα είχε ο άνθρωπος μεταφυσικές αγωνίες αλλά κι απλά ερωτήματα του τύπου «γιατί δεν μ’ αγαπάνε;» ή «θα βρω κι εγώ έναν άνθρωπο στη ζωή μου;» Δηλαδή… τι; Ανακαλύψαμε το βίντεο, γίνανε και 2-3 εξυπνακίστικα πράγματα κι όλα αυτά λύθηκαν;

Πολλά από τα δικά μας «οφ-Μπροντγουέι» σχήματα δείχνουν πάντως να ψάχνουν τις απαντήσεις τους, κοιτώντας κυρίως προς τα δικά τους υλικά και προς τα εγχώρια ζητήματα...

Γ.Κ.: Ίσως είναι και μια ευκολία, ώστε να αργήσεις να αναμετρηθείς με τα μεγάλα. Γιατί ξέρεις ότι για να βρεθείς μ’ αυτά, πρέπει να είναι και οι συνθήκες κατάλληλες: Δεν μπορείς να κάνεις αρχαία τραγωδία, σε ένα υπόγειο 2x3. Όσο και να τα προσαρμόσουμε τα έργα, όσο και να πούμε «τι τέλεια ιδέα είναι να κάνουμε Σαίξπηρ με ενάμιση ηθοποιό», το αποτέλεσμα είναι κουτσό. Η καινούρια ανάγνωση τέτοιων έργων, δεν μπορεί να βασίζεται σε χαζοευρήματα. Πρέπει να ξαναδούμε για ποιο πράγμα μιλάει κάθε έργο, όχι για το αν ο τοίχος του σκηνικού θα είναι ροζ ή μαύρος. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο θέμα. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω βιώσει μια φυσιολογική εναλλαγή των γενεών στο θέατρο. Όταν π.χ. μπήκα στην Ιατρική, γιατροί 60 ετών μάς καλωσόρισαν ως «συναδέλφους» κι ας ήμασταν πρωτοετείς. Στο θέατρο ισχύει ο διαχωρισμός «εμείς» και «κάτι καινούριοι, περίεργοι που κάνουν τα δικά τους…».

Καλό είναι να κάνετε τα «δικά σας».

Γ.Κ.: Ναι αλλά να μην ξεχνάμε κι ότι όλοι όσοι είναι οφ-Μπροντγουέι, ονειρεύονται να γίνουν εντελώς ον-Μπροντγουέι. Όλοι θέλουν να πάνε στο Φεστιβάλ, όλοι θέλουν επιχορηγήσεις. Κι είναι λογικό. Αν πιστεύεις ότι ανήκεις σ’ αυτή τη δουλειά, θέλεις να την κάνεις με τους σωστούς όρους.

Εσείς την κάνετε με σωστούς όρους;

Γ.Κ.: Μέχρι στιγμής δεν αισθάνομαι ότι οι όροι είναι φυσιολογικοί. Στο ελληνικό θέατρο υπάρχει μια παθογένεια η οποία δεν ξέρω πού θα βγάλει. Και γενικά, μου φαίνεται ύποπτη η όψιμη μόδα «των νέων». Αν υπήρχε πραγματική ανάγκη να αναδείξουμε καινούρια πρόσωπα, θα το κάναμε με όρους σωστούς και σοβαρούς. Θα ερχόταν π.χ. το υπουργείο και θα έλεγε: «Ποιοι είναι σήμερα 20-40 ετών, δεν έχουν φτιαχτεί, αλλά έχουν κάποιες ελπίδες; Τι μπορώ να κάνω γι’ αυτούς; Να τους δώσω ένα χώρο για πρόβες ώστε να μην ενοικιάζουν το κάθε υπόγειο; Να τους δώσω έναν προϋπολογισμό και να περιμένω τρία χρόνια να δω τι θα βγάλουν και ποιος θα μείνει στο τέλος;». Αυτό θα ’χε νόημα. Όλο το υπόλοιπο, είναι να ’χαμε να λέγαμε!

Ενώ τώρα τι γίνεται;

Γ.Κ.: Βγάζουμε μια πρωταγωνίστρια φέτος, έναν πρωταγωνιστή του χρόνου. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και στο ποιοτικό θέατρο, οι όροι είναι βάσει του εμπορικού marketing. Απλά, επειδή είναι άλλο το target group, όλο αυτό γίνεται με άλλο στυλίστα, άλλο μακιγιάζ, σε άλλο χώρο. Αλλά η λογική παραμένει το μπουζούκι. Γιατί το να κατεβαίνει η τάδε πρωταγωνίστρια την Πειραιώς με τουαλέτα, είναι life style για τους πιο διαβασμένους.

Εννοείτε ότι φταίει κι ο Τύπος προφανώς...

Γ.Κ.: Φταίει ότι όσοι θέλουν να παρουσιάζουν τις νέες τάσεις, συνήθως δεν τις γνωρίζουν. Κάποιος τους είπε ευκαιριακά «ασχολήσου τώρα μ’ αυτά». Δεν μπορεί λοιπόν το αποτέλεσμα της έρευνάς τους, να είναι η πραγματική αντανάκλαση όσων συμβαίνουν. Κι έτσι καταλήγουμε σε μια υστερική και μαζική αναφορά σε συγκεκριμένους ανθρώπους που μόνο κακό τούς κάνει. Γιατί δεν είναι φυσιολογικό να τους ξέρει όλη η Ελλάδα από μια θεατρική παράσταση. Υπάρχει πρόβλημα. Για να είναι το next big thing, χρειάζεται να κάνουν μια πορεία. Να τους δούμε κι αύριο και μεθαύριο. Πολλοί νέοι καλλιτέχνες έχουν καεί έτσι.

Οι νέοι καλλιτέχνες ζουν όμως και μια σχιζοφρένεια: ενώ είναι αυτοί που τραβούν το, έστω και «κανιβαλιστικό» ενδιαφέρον των ΜΜΕ, έχουν συνηθίσει να μην έχουν φράγκο στην τσέπη.

Γ.Κ.: Όχι από επιλογή. Εμείς π.χ. δεν έχουμε τον μόνιμο μισθό που θα ’ρθει το Κράτος και θα μας τον μειώσει. Για να κάνουμε μια παράσταση, βάζουμε από την τσέπη μας κι αν βγάλει τα έξοδά της, θα πάρουμε κάτι πίσω. Γι’ αυτό δεν φοβάμαι την οικονομική κρίση. Εμείς στη δουλειά μπήκαμε με όρους κρίσης. Κι άλλωστε η τωρινή κρίση αφορά το σύστημα, στο οποίο δεν ενταχθήκαμε ποτέ. Η κρίση ίσχυε για εμένα από τότε που δεν έβγαζα το μήνα κι αναγκαζόταν να μου στέλνει λεφτά ο πατέρας μου. Οπότε, όταν κάποιοι έρχονται και μου μιλάνε για κρίση, αναρωτιέμαι αν εννοούν «πώς θα μπορέσω να συντηρήσω το εξοχικό στη Μύκονο και τα τρία καγιέν». Ας κάτσουμε κάτω όλοι όσοι κάνουμε αυτή τη δουλειά και ας πούμε πού μένει καθένας.

Μοιάζει να φοβάστε τον ίδιο σας τον χώρο.

Γ.Κ.: Όχι. Φοβάμαι τον ίδιο μου τον εαυτό, αν δεν μπορέσω να παίξω με τους όρους του χώρου.

Κάθε χώρος αντανακλά την παθογένεια που έφερε την κρίση;

Γ.Κ.: Είχαμε αποκτήσει μια νοοτροπία που δεν ήταν παραγωγική, δεν πρότεινε, δεν είχε γρήγορα αντανακλαστικά, ούτε εμπιστοσύνη σε νέα πράγματα. Όλα ήταν καχύποπτα. Προσπαθούσαμε να εξασφαλίσουμε κάτι προς όφελός μας, αποκλείοντας άλλους ανθρώπους. Δεν πηγαινοερχόταν κόσμος. Η Αθήνα δεν ήταν ποτέ Μητρόπολη – κι ας το καμώνεται τώρα, επειδή φιλοξενεί πολλούς. Γι’ αυτό όταν μιλάμε εδώ για «προβλήματα του αστικού τοπίου», μου φαίνεται αστείο. Η Αθήνα είναι πολλά χωριά ενωμένα το ένα δίπλα στο άλλο, χωρίς συνοχή.

Υπάρχει περιθώριο όλα αυτά ν’ αλλάξουν;

Γ.Κ.: Αναγκαστικά. Το θέμα είναι αν οι αλλαγές θα είναι προς το καλύτερο. Όχι βέβαια ότι εμείς ή οι ακόμα νεότεροι, είμαστε μια αγνή γενιά που δεν είχαμε πάρει χαμπάρι. Κι εμείς εδώ μεγαλώσαμε.

Δεν θα είναι δηλαδή προς το καλύτερο η αλλαγή;

Γ.Κ.: Δεν μπορούμε να μαντέψουμε. Το σίγουρο είναι πως θα είναι προς το... διαφορετικότερο. Προς το καλύτερο θα ήταν μόνο αν ξαναβρίσκαμε τη φυσιολογικότητα της ευθείας. Αν ξέραμε ότι δεν χρειάζεται να ακολουθήσουμε παράπλευρες οδούς κι ότι αν πάμε ευθέως να διεκδικήσουμε κάτι, θα αντιμετωπιστούμε ισότιμα. Δυστυχώς, τόσα χρόνια λειτουργούσαμε μέσω τεθλασμένης. Η ευθεία παραμένει, όμως, ο κοντινότερος δρόμος.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.