18/01/2019 14:41:50
9.11.2009

Γιώργος Μιχαλακόπουλος

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Ο Γιώργος Μιχαλακόπουλος δεν είναι μόνο σπουδαίος ηθοποιός. Είναι κι ένας κοινωνικά ενεργός πολίτης, ο οποίος ασχολήθηκε κατά καιρούς με την ουσία των προβλημάτων, είτε π.χ. ως αντιπρόεδρος του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων, είτε ως δάσκαλος στο Θεατρικό Εργαστήρι Ποινικών, των Φυλακών Κορυδαλλού. Γι’ αυτό λέει και τώρα ξεκάθαρα τη γνώμη του για την ανεπάρκεια της πολιτικής ή για το δράμα των χρηστών, που αυτό τον καιρό τους συναντάει καθημερινά διασχίζοντας το κέντρο της Αθήνας. Η ζωή βέβαια δεν είναι μόνο μαύρη. Κι αυτό ακριβώς δείχνει το έργο του Αλεξέι Αρμπούζοφ, στο οποίο υποδύεται τον μοναχικό, κλεισμένο ερμητικά στον εαυτό του Ροντιόν. Γιατρός σε ένα παραθαλάσσιο σανατόριο, το οποίο επέλεξε για να είναι κοντά στον τάφο της γυναίκας του, συνδέεται σταδιακά με τη Λίντια (Κατερίνα Μαραγκού), που νοσηλεύεται εκεί. Κουβαλάει κι εκείνη μια τεράστια προσωπική απώλεια, κατορθώνει όμως να διατηρεί την αγάπη της για τη ζωή. Οι δύο ήρωες ζουν μια τρυφερή ιστορία στο φθινόπωρο της ζωής τους. Στην τσεχοφική παράδοση η «Φθινοπωρινή ιστορία» είναι κατεξοχήν έργο που απαιτεί την υποκριτική δεινότητα όσων θα μπορέσουν να αναδείξουν τις λεπτές του αποχρώσεις. Ο Μιχαλακόπουλος είναι ασφαλώς ένας ηθοποιός που όχι μόνο ξέρει καλά να αναδεικνύει, αλλά μπορεί και να παρατηρεί τις αποχρώσεις της ανθρώπινης περιπέτειας στο θέατρο και, φυσικά, στη ζωή.

Εξακολουθείτε να απολαμβάνετε την προετοιμασία μιας παράστασης;

Γ.Μ.: Να την απολαμβάνω; Μα αυτή είναι μια βασανιστική περίοδος, που κρύβει αϋπνίες κι εφιάλτες. Η σύγκρουση με τον εαυτό σου έχει βέβαια μια γοητεία. Είναι ό,τι πιο επώδυνο, αλλά και ό,τι πιο δημιουργικό. Γιατί ξέρεις πως αν δεν συγκρουστείς δεν θα προχωρήσεις.

Εμείς οι αμύητοι στη θεατρική διαδικασία ίσως να βλέπουμε ωραιοποιημένα τα πράγματα.

Γ.Μ.: Ε, λοιπόν, δεν είναι καθόλου! Όταν μάλιστα καταλαβαίνεις ότι σε κάθε βήμα σου υπάρχει από κάτω κίνδυνος ναρκοπεδίου κι επειδή έχεις τινάξει πολλές νάρκες στη θεατρική ζωή σου, οφείλεις μοιραία να βηματίζεις πιο προσεκτικά.

Εσείς λέτε ότι έχετε τινάξει νάρκες;

Γ.Μ.: Αλίμονο! Κι όταν λέω νάρκες εννοώ δυσκολίες και αστοχίες που έχω κάνει σε ρόλους. Ακόμα κι αυτά όμως είναι φορτία στις γαλέρες μας, σ’ αυτό το ταξίδι της τέχνης.

Το έργο του Αρμπούζοφ είναι ένα ανθρώπινο, χαμηλόφωνο, τρυφερό έργο. Δεν υπάρχει όμως μία τάση να εξορίζουμε το συναίσθημα;

Γ.Μ.: Το συναίσθημα έχει γίνει λίγο ντροπή. Κακώς, γιατί δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα, εφόσον βέβαια είναι γνήσιο και δεν είναι προσωπείο. Κακό είναι να δείχνεις δήθεν συγκινημένος, δήθεν ευτυχής, δήθεν μελαγχολικός. Και το δήθεν στην τέχνη, ως κυρίαρχο τα τελευταία χρόνια, έχει προκαλέσει ζημιές.

Πού εντοπίζετε το δήθεν στην τέχνη και γιατί λέτε ότι είναι κυρίαρχο;

Γ.Μ.: Γιατί περνάμε μια περίοδο εντυπωσιασμού. Τα ΜΜΕ έχουν φορτώσει το μυαλό των θεατών με γρήγορες, εντυπωσιακές εικόνες άνευ βάθους. Και στο θέατρο τα τελευταία χρόνια βλέπουμε να ισχύει η πόζα για την πόζα. «Ανεβάζω ένα έργο, ξεχνάω το έργο, τελικά κάνω ένα δικό μου έργο, χρησιμοποιώντας το όνομα του συγγραφέα». Γιατί τότε δεν γράφεις ένα δικό σου έργο; Και, τέλος τέλος, τι σου φταίει, βρε αδελφέ, ο Σαίξπηρ, ο Τσέχοφ ή ο Αισχύλος; Είμαστε σαν Σουσούδες που ακκιζόμενες ψάχνουν να εντυπωσιάσουν. Η λιτότητα και η απλότητα φαίνεται ότι είναι δύσκολο πράγμα στη ζωή. Παραμένουν το ζητούμενο.

Αυτό το έργο πώς θα το περιγράφατε;

Γ.Μ.: Είναι ένα έργο λιτότητας και ανέλιξης των ηρώων. Έχει ένα σύνολο εννέα εικόνων. Κάθε εικόνα έχει κι έναν βηματισμό σε σχέση με τον ψυχισμό των ηρώων.

Είναι επίσης ένα έργο που διαπραγματεύεται την έντονη μοναξιά των δύο ώριμων ηρώων του. Απευθύνεται μόνο σε ώριμους θεατές;

Γ.Μ.: Οι νέοι άνθρωποι σήμερα δεν ζουν έντονη μοναξιά;

Ίσως εντονότερη από ποτέ. Αλλά γιατί πιστεύετε εσείς;

Γ.Μ.: Είναι σαν να με ρωτάτε γιατί υπάρχουν οι ψυχίατροι! Οι ψυχίατροι υπάρχουν γιατί έπαψαν να υπάρχουν τα καφενεία. Όσο υπήρχαν τα καφενεία, ο Μήτσος με τον Νίκο έπαιζαν τάβλι και ταυτόχρονα έλεγαν τα οικονομικά τους προβλήματα, τα οικογενειακά τους και τα ερωτικά τους. Τώρα οι άνθρωποι δεν έχουν πού να τα πούνε και μοιραία τρέχουν στην ψυχιατρική κλίνη, να ξαπλώσουν και να αρχίσουν να ρωτάνε τον ψυχίατρο. Πληρώνουν δηλαδή μια επικοινωνία. Ε, τη μοναξιά την έχει δημιουργήσει αυτό, παράλληλα με το πλαστικό, την τηλεόραση και το «έτοιμο».

Φέτος σας σκηνοθετεί η κόρη σας...

Γ.Μ.: Δεν είναι η πρώτη φορά. Η Ιωάννα με είχε σκηνοθετήσει και στον «Θάνατο του εμποράκου» του Μίλερ.

Πώς είναι αυτή η αλλαγή των αρχετυπικών ρόλων;

Γ.Μ.: Συμβαίνει να είμαι πειθαρχημένος ηθοποιός. Την ώρα που δουλεύουμε παύει να υπάρχει κόρη και πατέρας. Την αντιμετωπίζω σαν τον όποιο άλλο σκηνοθέτη. Κι επειδή απ’ την άλλη μεριά της έχω εμπιστοσύνη, γιατί έχει και σπουδές και πείρα, δεν έχω κανένα πρόβλημα.

Χαίρεστε που η κόρη σας ακολούθησε αυτό τον δρόμο;

Γ.Μ.: Το ζητούμενο είναι να χαίρεται εκείνη. Τι νόημα θα ’χε να χαιρόμουν εγώ, αν δεν χαιρόταν εκείνη;

Είναι θεμελιώδες να δίνει ο οποιοσδήποτε χώρος ή επαγγελματικός τομέας θέση στους νέους. Ωστόσο, νομίζω πως στο θέατρο τα τελευταία χρόνια η νεότητα λειτουργεί μερικές φορές ως αυταξία. Εσείς τι πιστεύετε;

Γ.Μ.: Μεταξύ μας, πάντα υπήρχε ένα κούμπωμα. Εμείς οι παλαιότεροι είχαμε περάσει και πιο σκληρά πράγματα. Π.χ. ζήσαμε τις εποχές των πολύ πιο οργανωμένων θιάσων, γιατί τώρα οι περισσότεροι θίασοι είναι ευκαιριακοί, σαν τα πλοία με τις παναμέζικες σημαίες. Τότε, για να μπεις στον θίασο του Λογοθετίδη, θα έκανες πρώτα τον τρίτο καρατερίστα, μετά τον δεύτερο, μετά τον πρώτο. Δεν υπήρχε δηλαδή η δυνατότητα να πάρεις έναν νέο και, όπως γίνεται τώρα, να τον βάλεις πρωταγωνιστή. Τότε ακολουθούσες τη βαθμίδα. Υπήρχε έντονη ιεραρχία, αλλά και έντονη εσωτερική εκπαίδευση. Θυμάμαι, λόγου χάρη, πως οι νεότεροι παρακολουθούσαν από τις κουίντες τους παλιούς. Τώρα αυτά τα πράγματα δεν τα βλέπεις συχνά.

Πάντως, όσο μεγαλώνει ένας ηθοποιός τόσο φαίνεται να λιγοστεύουν και οι ευκαιρίες που του δίνονται να παίξει στο θέατρο.

Γ.Μ.: Ναι, υπάρχει πρόβλημα. Από την άλλη μεριά, υπάρχει το τεράστιο θέμα των δραματικών σχολών που βγάζουν νέους ηθοποιούς κατά χιλιάδες. Και δεν είναι θέμα αδείας, γιατί και παλιά η άδεια δινόταν με την αποφοίτηση του ηθοποιού από τη δραματική σχολή. Βλέπεις, όμως, τώρα πως διάφοροι σχολάρχες έχουν ανοίξει «μαγαζιά» και εισπράττουν. Βλέπεις κι όλα αυτά τα νέα παιδιά πώς αγωνίζονται. Είναι ακόμα στη σχολή και ήδη δίνουν βιογραφικά σε θιάσους. Το πρώτο τους μέλημα είναι μπας και βγάλουν λίγο το πρόσωπό τους σε μια τηλεόραση. Βέβαια, όπως καταλαβαίνετε, δεν υπάρχει ουσιαστική άσκηση.

Με εσάς τι ίσχυε;

Γ.Μ.: Ο Κουν μας απαγόρευε, όσο ήμασταν ηθοποιοί του τουλάχιστον, να λάβουμε μέρος σε κινηματογραφικές παραγωγές. Θεωρούσε ότι ο συγχρωτισμός με άλλους χώρους μάς αποσπούσε από τον στόχο μας.

Εκ των υστέρων πώς κρίνετε την απαγόρευση του Κουν;

Γ.Μ.: Ήταν, νομίζω, μια σωστή επιλογή. Ο Δάσκαλος μπορεί να είχε κι άλλους λόγους για να την εφαρμόζει, αλλά, εν πάση περιπτώσει, ο ασκητισμός γύρω από τη δουλειά μας έχει την ουσία του. Τώρα δεν υπάρχει. Για να είμαστε όμως ειλικρινείς, πάρα πολλά νέα παιδιά έχουν ενδιαφέρον και αρτιότερο «εξοπλισμό» από μας. Είναι πολύ καλύτερα από άποψη γνώσεων, είναι πιο μορφωμένα, ξέρουν μια γλώσσα και έχουν κάνει χορό και τραγούδι. Εμείς όλα αυτά τα ψάχναμε στη διαδρομή. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή, η δομή του θεάτρου δεν ωφελεί τους νέους ηθοποιούς έτσι όπως είναι σκορπισμένοι, τη μια χρονιά εδώ και την άλλη εκεί, συν την παρέμβαση της τηλεόρασης. Ελπίδα μπορεί να υπάρχει μόνο από κάποιες θεατρικές ομάδες που προσπαθούν να επιβιώσουν.

Τα νέα παιδιά είναι πολύ «εξοπλισμένα». Οι σχολές όμως δεν έχουν στη συνείδησή μας τη θέση που είχε κάποτε π.χ. η Σχολή του Θεάτρου Τέχνης.

Γ.Μ.: Μα οι περισσότερες σχολές δεν έχουν δασκάλους. Γιατί ο δάσκαλος είναι μια πολύ σύνθετη ιστορία. Καλός ηθοποιός δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση και καλός δάσκαλος. Οι περισσότερες σχολές φτιάχνονται εκ των ενόντων για οικονομικούς λόγους. Για το μεροκάματο. Δεν μπορείς όμως να κάνεις μάθημα σε 35 μαθητές. Για να δουλέψει μια τάξη δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 15. Κι από αυτούς ακόμα ξέρεις ότι δουλεύεις ουσιαστικά για τους δύο. Δύο θα μείνουν, θα σταθούν και θα κάνουν επάγγελμα. Αυτές οι σαρανταριές των μαθητών έναν σκοπό έχουν, να γεμίζουν το πουγκί των σχολαρχών.

Εκτός από τις σχολές με τα μεγάλα πουγκιά, αναφερθήκατε πριν και στους «παναμέζικους» θιάσους. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Γ.Μ.: Γιατί έχουμε ένα σίριαλ που πέτυχε, κάνουμε κι έναν θίασο. Μόλις τελειώσει το σίριαλ, παίρνουμε τη σύνθεση του άλλου σίριαλ και την κάνουμε θίασο. Ή παίρνουμε τη βεντέτα μιας τηλεοπτικής σειράς και τη βάζουμε να κάνει τον θιασάρχη ή τον πρωταγωνιστή. Πλοία με παναμέζικη σημαία.

Στον δρόμο προς το θέατρο περνάτε από την Ομόνοια, μια περιοχή όπου καθρεφτίζεται το οξύ κοινωνικό πρόβλημα των ναρκωτικών. Έχετε ασχοληθεί δραστήρια κατά καιρούς με τα κοινωνικά θέματα. Τι σκέφτεστε για ό,τι βλέπετε εκεί;

Γ.Μ.: Ότι δεν υπάρχει πρόνοια. Η αποξένωση, η μοναξιά, η έντονη ανταγωνιστικότητα, οι βίαιες κοινωνίες, οι κακές πολιτικές συμπεριφορές, τα οικογενειακά προβλήματα δημιουργούν αδιέξοδα που οδηγούν κάποια παιδιά στην εξάρτηση. Και για να είμαι σαφής, εσείς, εγώ και η υπόλοιπη κοινωνία, είτε λέγονται πολιτικοί είτε παπάδες είτε δάσκαλοι, είμαστε όλοι φορείς όπως στο AIDS και ασθενείς είναι οι χρήστες. Για να εξηγούμεθα και να μην τραβάμε την ουρά μας απ’ έξω, αυτά τα παιδιά δεν πήγαν τυχαία εκεί. Προέρχονται από μια οικογένεια που δεν ασχολήθηκε ποτέ ουσιαστικά μαζί τους ή που θυμήθηκε αργά να κάνει μαζί τους διάλογο. Ή προέρχονται από μια οικογένεια διαλυμένη ή ευκατάστατη, τόσο ώστε να τους παράσχει τα πάντα πριν τα ζητήσουν. «Πάρε πέντε ζευγάρια παπούτσια…». Μοιραία, όταν μπήκαν στο μαγκανοπήγαδο της ζωής, δεν ήξεραν πως το να αποκτήσεις ένα ζευγάρι παπούτσια θέλει αγώνα. Μόλις συγκρούστηκαν με την πραγματικότητα, με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις, μόλις μπήκαν στο ερωτικό και αντιμετώπισαν το πρόβλημα της σχέσης, η πρέζα τούς βόλεψε σαν υπόστεγο.

Μια που θίξατε το θέμα των ερωτικών σχέσεων, κάποια νέα παιδιά αντέχουν όλο και λιγότερο μερικά από τα αναπόφευκτα μιας ανθρώπινης ζωής, όπως είναι λ.χ. ένας ερωτικός χωρισμός.

Γ.Μ.: Αυτό είναι ένα πρόβλημα. Ένα άλλο είναι η απουσία του χωρισμού. Για να υπάρξει χωρισμός πρέπει να ’χει υπάρξει και μια σχέση που να έχει διαρκέσει έστω και λίγο.

Ο Αρμπούζοφ περιγράφει το αντίθετο, έναν έρωτα που καλλιεργείται βαθμιαία για δύο ώριμους ανθρώπους. Ο έρωτας έρχεται ανά πάσα στιγμή και ηλικία;

Γ.Μ.: Νομίζω, ναι. Δεν είναι απίθανο δύο ώριμοι άνθρωποι να έχουν ξαφνικά μια αίσθηση ερωτικής ανάγκης ή συντροφικότητας – όπως θέλετε πέστε το. Αλλά όπως και να το πείτε, αυτά είναι πολύ ισχυρά συναισθήματα.

Επιστρέφοντας στα κοινωνικά θέματα, πιστεύετε ότι η πολιτική στην Ελλάδα μπορεί να χειρίζεται τέτοια προβλήματα κάπως ικανοποιητικά;

Γ.Μ.: Νομίζω πως ούτε τα γνωρίζει ούτε είναι σε θέση να τα χειριστεί, γιατί δεν μπορεί να χειριστεί καταρχήν τον εαυτό της. Οι ηγήτορες όλων των χρωμάτων δεν μας έχουν δώσει τέτοια δείγματα ώστε να αισιοδοξούμε. Για να μην είμαι ισοπεδωτικός, υπάρχουν βεβαίως κάποιες αποχρώσεις. Σε μερικές αποχρώσεις ελπίζεις παραπάνω, σε άλλες λιγότερο. Αλλά η πράξη της πολιτικής δηλώνει γκρίζο τοπίο.

Και η παρουσία της πολιτικής σ’ αυτά τα θέματα για κάποιον λόγο λειτουργεί τελικά μόνο κατασταλτικά.

Γ.Μ.: Μα η ιστορία της πολιτικής δεν υπηρετεί την ουσία της πολιτικής. Υπηρετεί τον επαγγελματία πολιτικό, για να το πούμε αγοραία.

Ανήκετε σε μια γενιά έντονης πολιτικής συνειδητοποίησης και δράσης. Σας περίμεναν πολλές απογοητεύσεις;

Γ.Μ.: Ε, ναι, αλλά δεν σταματήσαμε. Έχω περάσει από όλα τα στάδια, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της πολιτικής «πράξης» στον Δήμο της Αθήνας, όπου ήμουν δημοτικός σύμβουλος επί δύο τετραετίες. Είδα τη φόδρα της εξουσίας και τους μηχανισμούς της με τα ματάκια μου. Δεν είμαι δηλαδή απ’ έξω, στη φορμόλη. Απλώς τα παράθυρά μου τα ’χω ανοιχτά. Εν τούτοις, υπάρχει χώρος ο καθένας μας να λειτουργήσει πολιτικά στα ανοιχτά πεδία της ζωής. Αρκεί να το θέλει. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ενταγμένος σε κομματικό μηχανισμό για να λειτουργεί πολιτικά. Άλλωστε, καθημερινά αντιμετωπίζουμε μια πολιτική πράξη.

Στο Υπουργείο Πολιτισμού πώς βλέπετε τα τελευταία χρόνια την άσκηση πολιτικής;

Γ.Μ.: Ποτέ το Υπουργείο Πολιτισμού δεν υπήρξε προτεραιότητα για την κεντρική εξουσία. Κάτι γινόταν τότε με τη Μελίνα, χωρίς να γίνουν συγκλονιστικά πράγματα. Από κει και πέρα, όσοι πέρασαν είχαν ίδια γεύση. Κι αυτή τη στιγμή δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να δει ξέφωτο. Δεν υπάρχουν κεφάλαια, όπως δεν υπήρχαν ποτέ, αν και πάντα βρίσκονταν για άλλα πράγματα. Θα σας πω ένα παράδειγμα, γιατί συμβαίνει να είμαι μέλος του συμβουλίου του Θεατρικού Μουσείου, του μοναδικού εθνικού θεατρικού μουσείου που υπάρχει στην Ευρώπη. Κι όμως φιλοξενείται σε υπόγεια, όπου στάζουν οι υδρορροές και κινδυνεύουν να καταστραφούν κοστούμια, έγγραφα και αρχεία. Ποτέ δεν έσκυψε το κράτος. Δυστυχώς έτσι ιεραρχούνται τα πράγματα. Πολιτισμός είναι το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ. Είμαι κι εγώ φίλος του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ. Αλλά μέχρι εκεί.

Έχω την εντύπωση ότι από πολλούς πολιτικούς το ΥΠΠΟ αντιμετωπίζεται στην αρχή σαν ένα εύκολο, χαριτωμένο Υπουργείο, κατάλληλο ως εφαλτήριο για μια ανέξοδη δημοσιότητα σε εγκαίνια και πρεμιέρες.

Γ.Μ.: Είναι αυτό που λένε οι μάγκες «λάδι-λάδι και τηγανίτα τίποτα». Ακριβώς. Αυτό είναι.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.