20/07/2017 21:40:33
25.10.2010

Συνέντευξη: Σύλλας Τζουμέρκας

Συνέντευξη: Σύλλας Τζουμέρκας - Media

Σε μια εποχή που «όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα» και που όλοι προσπαθούμε να υπερασπίσουμε το προσωπικό συμφέρον απέναντι σε έναν κάθε άλλο παρά απρόσκλητο εχθρό, μια ταινία τολμά να βάλει τον καθρέφτη της αλήθειας μπροστά στα ψέματα τα οποία ανέθρεψαν το τέρας που θέλει τώρα να μας καταπιεί. Ο σκηνοθέτης της «Χώρας Προέλευσης» Σύλλας Τζουμέρκας μάς μίλησε για το γενναίο και συναρπαστικό φιλμ του.

O Σύλλας Τζουμέρκας υπήρξε για πολλά χρόνια μια «από τις μεγαλύτερες ελπίδες του ελληνικού σινεμά». Ένας χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να είναι (και έχει αποδειχθεί στο παρελθόν) βαρύ φορτίο και δύσκολη στην εκπλήρωσή της υπόσχεση. Ο «τίτλος» του φερέλπιδα εν τούτοις δεν του είχε απονεμηθεί τυχαία. Η πρώτη του μικρού μήκους ταινία «Τα Μάτια Που Τρώνε» τον πήγε ώς τις Κάννες (σε ηλικία 22 χρόνων), η επόμενη, «Η Βροχή», έκανε έναν ανάλογα εντυπωσιακό γύρο στα παγκόσμια φεστιβάλ. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν κυρίως ότι το σινεμά του δεν έμοιαζε με τίποτα απ’ ό,τι είχαμε μέχρι τότε δει, ότι ο τρόπος που χειριζόταν τις εικόνες και την αφήγηση δεν σου άφηνε άλλο περιθώριο από το να αναγνωρίσεις στα μικρά του φιλμ την αρχή μιας πορείας που υποσχόταν το σπουδαίο. Κι όμως, μετά την πρώτη εκείνη γεύση η κινηματογραφική κάμερά του έμεινε (σχεδόν) σιωπηλή για χρόνια, μέχρις ότου φέτος, στα μέσα του Αυγούστου, το Φεστιβάλ Βενετίας ανακοίνωσε το πρόγραμμά του και η πρώτη του μεγάλου μήκους «Χώρα Προέλευσης» βρισκόταν ανάμεσα σε μια τουλάχιστον εκλεκτική συλλογή τίτλων. Για όσους απορούν γι’ αυτή τη μακρόχρονη απουσία, ο ίδιος, εκτός του ότι δούλευε τα χρόνια που μεσολάβησαν (σε εκπομπές όπως οι «Φάκελοι» ή κάνοντας ένα ντοκιμαντέρ για τον Έζρα Πάουντ), λέει πως «μάλλον χρειαζόταν να μεγαλώσω, για να μπορέσω να κάνω την ταινία». Βλέποντάς την δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις το γιατί. Στην ιστορία της «Χώρας Προέλευσης» τρεις γενιές μιας οικογένειας έρχονται αντιμέτωπες με τα φαντάσματα του παρελθόντος που σκιάζουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τους. Εν προκειμένω, μια ενδοοικογενειακή υιοθεσία που, αντίθετα από τις προθέσεις, δεν καθησυχάζει, δεν διευκολύνει, δεν κάνει τη ζωή κανενός από τους εμπλεκόμενους καλύτερη. Μέσα από τη διαδρομή στην οικογενειακή ιστορία των γονιών και των παιδιών, η «Χώρα Προέλευσης» ακτινογραφεί τη σύγχρονη Ελλάδα, κοιτάζοντας πρωτίστως την προηγούμενη γενιά από αυτή του Σύλλα και της συν-σεναριογράφου του (και πρωταγωνίστριας στην ταινία) Γιούλας Μπούνταλη. «Αυτή είναι η γενιά που είχε τη δύναμη στα χρόνια που μεγαλώσαμε εμείς. Ήταν η γενιά που σκότωσε τον πατέρα της και πήρε την εξουσία. Και την άσκησε με μεγάλη σφοδρότητα, οδηγώντας τα πράγματα σε τρομακτικές ακυριολεξίες και απίστευτη διαστρέβλωση του καλού και του δίκαιου ώστε να ταυτίζεται με αυτό που τους συνέφερε, μ’ αυτό που ταυτιζόταν με τις επιθυμίες τους. Αυτός νομίζω ήταν ο βασικός της άξονας στην άσκηση της εξουσίας. Ίσως οι προθέσεις δεν ήταν πάντα κακές ή απόλυτα ιδιοτελείς, αλλά ακόμη κι αν κάποια καλή θέληση δίνει άλλοθι, δεν αλλάζει βέβαια τις συνέπειες των πράξεών μας». Την ίδια στιγμή, όμως, μιλά και για τη δική του γενιά, που όπως λέει «έχει φορτωθεί τόσο ψέμα και τόσα πολλά σφάλματα από τις προηγούμενες, που υπάρχει ένας τεράστιος φόβος για το λάθος. Ένας φόβος που τελικά λειτουργεί ευνουχιστικά. Όμως τα λάθη είναι για τους ανθρώπους, και κάθε γενιά θα τα κάνει, ελπίζω μόνο ότι θα κάνουμε τα δικά μας και δεν θα επαναλάβουμε απλά τα λάθη των προηγούμενων». Και φυσικά μιλά για την ελληνική οικογένεια και για τον τρόπο που η εξέλιξή της αντικατοπτρίζει, συνδέεται απόλυτα με την κατηφορική πορεία της ελληνικής κοινωνίας τις τελευταίες δεκαετίες. Η κρίση της είναι ανάλογη με την κρίση που πλέον υψώνεται μπροστά μας όχι μόνο σαν οικονομικός μπαμπούλας, αλλά σαν γιγαντωμένες «αμαρτίες» που απειλούν να μας κατασπαράξουν, σαν ηθική βόμβα που τινάζει τα πάντα στον αέρα. «Από την αρχή η ιδέα του σεναρίου ήταν το πόσο στενή είναι η σχέση της πολιτικής με την ελληνική οικογένεια. Τόσο στενή, που δεν μπορείς να μιλήσεις για το ένα δίχως να μιλήσεις για το άλλο», λέει ο Τζουμέρκας. «Στη δική μας γενιά έγινε πολύ φανερός ο κόμπος που σφίγγει την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Ένας κόμπος που δεν μπορεί να λυθεί κι ο οποίος στηνόταν για πολλά χρόνια, όλη την τελευταία τριακονταετία. Και αυτό ήταν κάτι που το βλέπαμε καθαρά και θέλαμε να το κάνουμε θέμα. Όχι μόνο σε πολιτικό, αλλά και σε προσωπικό επίπεδο». Στρέφοντας τα «πυρά» της στην οικογένεια, η «Χώρα Προέλευσης» στέκεται μπροστά μας σαν καθρέφτης για να μας αναγκάσει να αναμετρηθούμε με πράγματα που για χρόνια βρίσκονταν στην άκρη της γλώσσας μας, αλλά κανείς δεν τολμούσε να ψελλίσει. Θέλοντας να μας πείσει «να τελειώνουμε με τη νοσταλγία για το παρελθόν» βάζοντας ως έναν από τους στόχους της «να τσακίσει τη νοσταλγία της δεκαετίας του ’80 και του ’90». Και την ίδια στιγμή να τολμήσει να κοιτάξει κατάματα μια αλήθεια κι ένα πνεύμα που κάποτε ενέπνευσε συμπεριφορές γεμάτες τόλμη, αλλά στη συνέχεια κονσερβοποιήθηκε στην ευνουχιστική φόρμα ενός ταλαιπωρημένου συμβόλου: Στην καρδιά της ταινίας βρίσκεται ένα σχολικό μάθημα, όπου η Αμαλία Μουτούση, στον ρόλο μιας καθηγήτριας, μιλά με τα παιδιά τής τάξης της για τον Ύμνο Προς την Ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού. Μια σκηνή που διατρέχει το φιλμ και που καταλήγει να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του με τρόπο ανέλπιστο και συγκλονιστικά δυνατό. «Το συγκεκριμένο ποίημα ιδωμένο ως εθνικός ύμνος μπορεί να σημαίνει για τον καθένα διαφορετικά πράγματα. Αλλά πίσω από το σύμβολο υπάρχει ένα έργο που έχει να πει πολλά. Όχι μόνο το κομμάτι που ξέρουμε όλοι, οι δύο πρώτες στροφές, αλλά η συνέχειά του που έρχεται σε αντίθεση με αυτές τις δύο στροφές. Οι υπόλοιπες είναι σκληρές, άγριες, ματωμένες. Και μιλούν για το ανέφικτο των δύο πρώτων στροφών. Ή αν όχι το ανέφικτο, τότε το πόσο δύσκολο είναι να κατακτήσεις τα όσα εκείνες περιγράφουν». Όπως ίσως υποπτεύεστε, η «Χώρα Προέλευσης» δεν είναι μια εύκολη, βολική ταινία. Είναι σκληρή ή, καλύτερα, ανελέητα αληθινή, αν και ο ίδιος ο Τζουμέρκας πιστεύει ότι υπάρχει ένα κοινό που είναι έτοιμο να τη δεχτεί. «Έχω την αίσθηση ότι πια δεν κλείνουμε τα μάτια. Δεν νομίζω ότι η ταινία αποκαλύπτει κάτι φοβερό, είναι άλλωστε τέτοια η εποχή που πλέον όλοι ξέρουμε. Από κει και πέρα αυτό που χρειαζόμαστε είναι ερμηνείες πάνω σε όσα αρθρώνει η ταινία, και αυτό που είναι αναγκαίο από τη μεριά όλων μας είναι να κρατάμε το θάρρος μας και το αίσθημά μας ζωντανό, ανοιχτό. Σίγουρα υπάρχουν δεινά που δεν νομίζω ότι διορθώνονται, πράγματα που είναι κομμάτια της φύσης μας. Αλλά υπάρχει ένα κομμάτι που διορθώνεται και αυτό είναι η ακυριολεξία. Αυτό πρέπει να το αφήσουμε πίσω. Πρέπει να καταφέρουμε να έχει αντίκρισμα η λέξη που χρησιμοποιούμε σε αυτό που ακριβώς εννοεί. Να μην βαφτίζουμε σωστό αυτό που θέλουμε. Να μη βαφτίζουμε αγάπη τη βία ή και την εξουσία. Αυτό ναι, μπορεί να διορθωθεί. Και είναι στο χέρι μας να το κάνουμε...».

Γιώργος Κρασσακόπουλος

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.