20/01/2019 10:35:39
1.11.2010

Βασίλης Μαυρογεωργίου

Βασίλης Μαυρογεωργίου  - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

«Θέλω να ξεκινήσω αυτή τη συνέντευξη λέγοντας ότι το μυαλό μου έχει γίνει... πουρές. Μου το έχει κάνει έτσι ο Πυρπασόπουλος που είναι το γουδί, ο Γάκης το γουδοχέρι κι ο θίασος το νερό που προστίθεται για να λιώσω εγώ». Ο 31χρονος συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός έκανε το «τεράστιο μπαμ» όταν μαζί με τον παιδικό του φίλο Κώστα Γάκη έφεραν στη σκηνή την «Κατσαρίδα». Κι έκτοτε, είτε συνυπογράφοντας παραστάσεις είτε κατά μόνας, παρέμειναν στον θεατρικό χώρο, κάνοντας λιγότερο θόρυβο και πολύ περισσότερη δουλειά. Φέτος ειδικά η θεατρική ατζέντα συναντά το όνομα του Μαυρογεωργίου σε τέσσερις περιπτώσεις. Ο αγώνας δρόμου ξεκινά (10/11) στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, όπου θα παρουσιάσει σε δική του σκηνοθεσία το έργο του «Μια τεράστια έκρηξη», με τον Γιώργο Πυρπασόπουλο. Στη Knot Gallery θα ανεβεί αργότερα, με σκηνοθέτη τον Βασίλη Χριστοφυλάκη, μία αντίστροφη εκδοχή του ίδιου έργου. Στον ίδιο χώρο τον Φεβρουάριο ο Μαυρογεωργίου θα είναι «Φρανκεστάιν» στο αριστούργημα της Μαίρης Σέλεϊ κι εν τω μεταξύ ετοιμάζει και για το Low Budget Festival έναν «Άμλετ» - έκπληξη.

Η «Μεγάλη Έκρηξη» μιλάει για το άγριο πέρασμα στην ενηλικίωση;

Β.Μ.: Κάπως έτσι. Είναι για έναν τύπο που, μικρότερος, έβλεπε τον «Πόλεμο των Άστρων» και τέτοια παραμύθια που λένε πως, μόλις γεννιέσαι, πρέπει να βρίσκεις έναν δάσκαλο για να σε μάθει να χειρίζεσαι το φωτόσπαθο, ώστε αργότερα να σώσεις το σύμπαν από τη σκοτεινή πλευρά της Δύναμης. Μεγαλώνοντας καταλαβαίνει πως δεν υπάρχουν τέτοιοι δάσκαλοι, η σκοτεινή πλευρά είναι παντού, αλλά φοράει μάσκες, και ο ίδιος δεν μπορεί να γίνει ήρωας...

Είναι αυτοβιογραφικό το έργο;

Β.Μ.: Είναι, αλλά έχει και σημεία που ξεφεύγουν τελείως. Έχω επηρεαστεί πάρα πολύ απ’ τη γραφή του Σερντάρις και του Κάρβερ, που δημιουργούν ένα σουρεαλιστικό σύμπαν, αλλάζοντας την πραγματικότητα με έναν ρεαλιστικό τρόπο. Μπορεί, π.χ., να πουν ότι «η σπιτονοικοκυρά μου μοιάζει με τεράστιο παπαγάλο που έρχεται και σφουγγαρίζει». Είναι σουρεαλιστικό, αλλά, απ’ την άλλη, αυτό το παιχνίδι του προσωπικού πρίσματος το ’χει μέσα της η ίδια η πραγματικότητα.

Γιατί «Μεγάλη Έκρηξη»;

Β.Μ.: Ο ήρωας είναι ένας επίδοξος «Τζεντάι» που ονειρεύεται να σώσει τη Γη από μετεωρίτη: Φαντάζεται δηλαδή ότι τρέχει με το διαστημόπλοιό του και πέφτει πάνω στον μετεωρίτη με μια φοβερή βόμβα, τινάζεται και ο ίδιος στον αέρα, αλλά σώζει την ανθρωπότητα. Το έργο ξεκινάει την ώρα της ανατίναξης, με τον ήρωα να λέει «τα όργανά μου αιωρούνται στον αέρα, εγώ γίνομαι ένα με το σύμπαν» και κάτι τέτοια. Μετά τη μεγάλη φανταστική έκρηξη επιστρέφει όμως στην πεζή ζωή σαν ένας μικρός άνθρωπος που συνεχίζει να αναζητά ένα σούπερ νόβα. Γιατί έρχεσαι στη ζωή και αναρωτιέσαι «θα κάνω μια τεράστια έκρηξη, να αφήσω έναν κρατήρα στη Γη ή θα περάσω και θα σβήσω σαν τα αστέρια που γίνονται λευκοί νάνοι;».

Μικρός θέλατε κι εσείς να γίνετε «Τζεντάι»;

Β.Μ.: Ακόμα θέλω, ειδικά αν εμφανιστεί ο Μάστερ Γιόντα και μου πει «πάμε στον πλανήτη Τατουίν να εκπαιδευτείς για μερικά χρόνια;». Η δική μας γενιά μεγάλωσε με τον «Πόλεμο των Άστρων». Ήταν η επιστημονική φαντασία της εποχής μας. Ήθελα να γίνω αστροναύτης. Έχω δει όλα τα βιντεάκια της ΝΑSΑ για τη Σελήνη, έχω διαβάσει όλα τα κειμενάκια που υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος δεν πήγε ποτέ στο φεγγάρι και όλα τα άλλα που επιμένουν για το αντίθετο. Εύχομαι να πήγαμε!

Η μεγαλύτερη διάψευση καθώς ενηλικιωνόσασταν ποια ήταν;

Β.Μ.: Οι γυναίκες, το επάγγελμα, τα λεφτά, το σπίτι. Το σπίτι δεν είναι παλάτι. Οι γυναίκες δεν είναι πριγκίπισσες. Εγώ δεν είμαι σούπερ - δυνατός. Το σώμα κουράζεται. Οι άνθρωποι σε καταβάλλουν. Όταν είσαι μικρός, νιώθεις ότι είσαι στα χέρια μιας δύναμης που σε καθοδηγεί κι ότι τα πράγματα είναι βαλμένα στη σειρά, ώστε να γίνουν όπως πρέπει. Μετά μεγαλώνεις σ’ αυτή την πόλη που μοιάζει με φρικτό τσιμεντομελίσσι και λες «πού είναι αυτή η θεϊκή φροντίδα; Εγώ πρέπει να παίρνω αποφάσεις για όλα αυτά; Τι ώρα θα ξυπνήσω αλλά και τι θα κάνω στη ζωή μου;».

Στο θέατρο όμως η πορεία σας έως τώρα (Εθνικό, Θέατρο Νέου Κόσμου κ.λπ.) ήταν κάθε άλλο παρά λόγος διάψευσης.

Β.Μ.: Στο ξεκίνημά μας ήμασταν πολύ τυχεροί. Από κει και πέρα, όμως, αρχίζεις να αντιμετωπίζεις διάφορα προβλήματα του στυλ «Τι θέλω να πω; Ποιος είμαι; Με αφορά αυτό το έργο; Γιατί ενώ με αφορούσε, δεν κατάφερα να εκφραστώ πολύ;». Και, μεγαλώνοντας, ανακαλύπτεις ότι ούτε μέσα στο θέατρο τα πράγματα είναι τόσο παραμυθένια όσο νόμιζες.

Τι είναι τα μη παραμυθένια του θεάτρου;

Β.Μ.: Είναι αυτό που η πρώτη δουλειά γίνεται σχεδόν από μόνη της, αλλά μετά καταλαβαίνεις ότι πρέπει να χύσεις πολύ ιδρώτα κι ότι χρειάζεται και μία τεχνική που είναι καθαρά θέμα εμπειρίας, δουλειάς και λαθών. Το να φας τα μούτρα σου δεν είναι βέβαια κακό. Αρκεί να μην τα τρως ξανά και ξανά, κάνοντας το ίδιο λάθος.

Με την «Κατσαρίδα» κάνατε πάντως μια «μεγάλη έκρηξη»! Το γεγονός ότι τότε έπεσαν ξαφνικά πολλά φώτα επάνω σας, όλα τα ΜΜΕ κι ένα μεγάλο μέρος του θεάτρου, θα ήταν, φαντάζομαι, υπέροχο. Ήταν όμως και τραυματικό;

Β.Μ.: Όταν είσαι ένα αστέρι που πέφτει, σε φωτογραφίζουν την ώρα που πέφτεις. Αλλά, αφού πέσεις, είσαι μια κοσμική πέτρα που σβήνει. Αυτό ισχύει πάντα στο επάγγελμά μας κι είναι λογικό. Όταν εμφανίζεται ένα νέο παιδί κι έχει να πει κάτι, όλοι πέφτουν επάνω του. Μετά ασχολούνται με το επόμενο φρέσκο πρόσωπο. Είναι τραυματικό από την άποψη ότι στην αρχή μοιάζεις με παιδί που σου δίνουν σημασία οι μεγάλοι, ενώ μετά ασχολούνται με τον μικρότερο αδελφό σου – αν κι εσύ ακόμα θέλεις φροντίδα. Αλλά είναι και λίγο προβληματικό να βασιστεί η ζωή σου σ’ αυτό. Αντίθετα πρέπει να μάθεις να συνεχίζεις, χωρίς να δίνεις σημασία στα φώτα της δημοσιότητας. Αν έχεις ανάγκη να κάνεις κάτι, θα το κάνεις. Αν όχι, το παρατάς. Δεν είναι τόσο τραγικό.

Δεν λειτουργεί όμως κι αυτή η αγωνία «άραγε θα μπορέσω να φτάσω ξανά τον εαυτό μου»;

Β.Μ.: Εντάξει, ισχύει. Με τον Κώστα συχνά αναρωτιόμαστε, π.χ., αν θα ξανακάνουμε μια «Κατσαρίδα». Αλλά μετά σκεφτόμαστε πως αυτό που πρέπει να σε απασχολεί περισσότερο είναι το πώς θα ανακαλύψεις κάθε φορά την ανάγκη που σε ωθεί να κάνεις κάτι. Όταν την εντοπίζεις, δεν σε απασχολεί πια αν αυτό θα αρέσει ή όχι. Το κάνεις για τον εαυτό σου. Αν ασχολείσαι μόνο με το αν θα αρέσει, τότε γίνεσαι σαν το νήπιο που για να τραβήξει την προσοχή της μαμάς του, ισορροπεί στο κάγκελο του μπαλκονιού.

Παρ’ όλα αυτά, έπειτα από εκείνη την επιτυχία αντιληφθήκατε ανταγωνισμό ή και «πικρίλα»;

Β.Μ.: Ακούσαμε διάφορα. Μπορεί να είχαν και δίκιο όσοι είπαν όσα είπαν. Αλλά γι’ αυτό σκέφτομαι ότι η κριτική πρέπει να είναι πάντα επώνυμη: για να ξέρεις ποιος σε κρίνει. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί, επειδή απλά έχει μια άλλη αντίληψη για τα πράγματα.

Η καλύτερη κριτική από ποιον μπορεί να προέρχεται;

Β.Μ.: Από κάποιον εμπειρότερο που θέλει το καλό σου και σου δίνει μια σκληρή οδηγία για να βελτιωθείς κι όχι για να σε καταστρέψει. Γιατί είναι άλλο να σου πουν «κοίτα, δεν το έχεις αυτό» κι άλλο «αυτό δεν το έχεις φτάσει ακόμα. Θέλεις δουλειά». Αυτός που πιστεύει σ’ εσένα βλέπει την αχρηστία σου, αλλά δεν την παρουσιάζει ως αναπηρία.

Εσείς ξεκινήσατε σπουδάζοντας κόμιξ και στην πορεία βρήκατε έναν τρόπο να κινηθείτε μεταξύ αυτών και του θεάτρου...

Β.Μ.: Το λατρεύω το κόμιξ. Το αγαπώ εξίσου με το θέατρο και βρίσκω συσχετισμούς. Γι’ αυτό κι εγώ κι ο Κώστας έχουμε στη δουλειά μας λίγο την έννοια του καρέ-καρέ. Ίσως και η γενιά μας που μεγάλωσε με τα κόμιξ να βαριέται το πιο αργό θέαμα. Όταν έχεις μάθει να εκτονώνεις τη βαρεμάρα σου με κόμιξ, θέλεις μετά και γρήγορο κινηματογράφο και γρήγορο θέατρο.

Έχετε πει, παρ’ όλα αυτά, ότι σας ενδιαφέρει κυρίως η συγγραφή.

Β.Μ.: Μου αρέσει πολύ η έννοια της οργανωμένης συγγραφικής δουλειάς και της έρευνας. Βέβαια το να δουλεύεις πάνω στη σκηνή, με τους ηθοποιούς, σε μαθαίνει, σε τεχνικό επίπεδο, πολλά και πολύ χρήσιμα. Χωρίς τη θεατρική εμπειρία μπορεί, δηλαδή, να ξεκινούσα να γράψω κάτι τελείως χαοτικό, ενώ τώρα σκέφτομαι μήπως αυτό που έγραψα είναι μεγάλο, ανιαρό ή αντιθεατρικό.

Από τη συγγραφή στη σκηνοθεσία δεν πρέπει κανείς να υποστεί μια προσγείωση;

Β.Μ.: Πολύ ανώμαλη. Όταν υλοποιείται μια πρόταση, είναι σαν να σκοτώνεις όλες τις άλλες εκδοχές που θα μπορούσες να επιλέξεις. Η σκηνοθεσία είναι ίσως η πιο βασανιστική από όλες τις θεατρικές δουλειές, γιατί πρέπει ο σκηνοθέτης να αναλάβει την ευθύνη να μεταφέρει στην πραγματικότητα αυτό το φαντασιακό παιδί.

Κι όταν έχει κανείς χαμηλό προϋπολογισμό κι έχει ονειρευτεί το «Avatar» και…

Β.Μ.: ...να το κάνεις με χαρτόνια. Αν έχεις το όνειρο, θα το κάνεις. Και μπορεί καμιά φορά η φτώχεια να φέρει καλύτερα αποτελέσματα από τον πλούτο. Αναγκάζεσαι να γίνεις εφευρετικός. Φτάνει να μην αντιμετωπίσεις τη φτώχεια σαν ευκολία – πράγμα που το βλέπουμε σε πληθώρα θεατρικών παραστάσεων. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ένας σκηνοθέτης πρέπει πρώτα να σκέφτεται πώς θα ήταν η παράστασή του αν είχε ένα εκατομμύριο ευρώ και μετά, ό,τι σκέφτηκε, να το κρατήσει, να μπει στο θεατράκι των 50 θέσεων, να μετρήσει τα λίγα χιλιάδες ευρώ του και να βρει τρόπους να αντικαταστήσει τις μεγάλες εικόνες με μικρές.

Σχεδόν κάθε χρόνο δείχνετε μεγάλη θεατρική δραστηριότητα. Είναι λόγω ενέργειας ή λόγω επιβίωσης;

Β.Μ.: Κακά τα ψέματα, με μια σκηνοθεσία δεν επιβιώνεις με τίποτα.

Δεν ισχύει και το – μάλλον όχι και τόσο παράδοξο – φαινόμενο οι νέοι να προβάλλονται και να επιλέγονται περισσότερο, αλλά και να υποαμείβονται;

Β.Μ.: Κι εδώ όπως και σ’ άλλες δουλειές, τα λεφτά είναι λίγα. Να συζητήσουμε πόσα λεφτά πρέπει να παίρνει ένας ικανός ηθοποιός που γεμίζει ένα θέατρο; Κι όμως ο παραγωγός έχει πάντα τη μερίδα του λέοντος. Ζούμε σε μια εποχή που η κατάθεση ψυχής κοστίζει πολύ φθηνά και η ιδέα είναι σχεδόν τζάμπα. Μερικοί φέρονται σαν να σου κάνουν τη χάρη που σε αφήνουν να τους δώσεις την ιδέα σου και να υπάρχεις. Κι αν ανεβαίνεις στη σκηνή και γεμίζεις την αίθουσα «εντάξει, αν δεν ήσουν εσύ, θα ήταν κάποιος άλλος». Οπότε τελικά αυτό καταντάει μέρος του επαγγέλματος. Καταλήγεις να παρηγοριέσαι όταν σκέφτεσαι: «Αναγνωρίζουν λίγο την ιδέα μου, πληρώνω και τσίμα-τσίμα το νοίκι!».

Αν είχατε το φωτόσπαθο, τι θα κάνατε;

Β.Μ.: Θα ’θελα πάρα πολύ να βομβαρδίσω τη Βουλή. Μου φάνηκε απίστευτο που ακόμα κι όταν κάηκαν οι άνθρωποι στη Marfin στη Βουλή έγινε το γνωστό πολιτικό παιχνίδι «ψάχνουμε πώς να χειριστούμε ένα γεγονός». Το Κοινοβούλιο είναι ένας άλλος κυβερνοχώρος και οι πολιτικοί δεν πατούν πολύ καλά στα πόδια τους, ούτε βλέπουν τι συμβαίνει γύρω τους. Κάθε γεγονός μεταφράζεται σε πολιτικό όφελος. Δηλαδή σκοτώνονται δέκα άνθρωποι; Σκέφτονται ποιος θα πάρει ψήφους απ’ αυτό. Απολύονται 1.000 άτομα; Σκέφτονται χαιρέκακα σε ποιον θα πέσει η πολιτική ευθύνη. Η πυροσβεστική σβήνει γρήγορα τη φωτιά; Σκέφτονται ότι η κυβέρνηση θα εξασφαλίσει ψήφους. Κι εκτός από αυτό, τα τελευταία χρόνια βγήκε και όλη η… βρόμα με τα χρήματα που «εξαφανίστηκαν» με ευθύνη, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης. Το πράγμα καταρρέει όλο μαζί. Απλώς εμείς, ως μεγάλοι απατεώνες, είμαστε από τους πρώτους που πέφτουμε.

Ενόψει δημοτικών εκλογών, ξαναζούμε πάντως «μέρες προεκλογικού πυρετού»...

Β.Μ.: Εμένα αυτό που με εξοργίζει είναι ότι δεν υπάρχει καθόλου η έννοια της πολιτικής ευθύνης. Το να βγει ένας πολιτικός να πει «φταίμε», θα γίνει μόνον σαν επικοινωνιακό τρικ. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποιος μέσα στη Βουλή που αισθάνεται πραγματικά το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί ή που πονάει πραγματικά τον τόπο. Στα καλά οι πολιτικοί είναι πρώτοι και στα κακά «την κάνουν».

Εν τω μεταξύ παίζει και το γνωστό «πού είναι οι καλλιτέχνες και οι πνευματικοί άνθρωποι να μιλήσουν»!

Β.Μ.: Σκέφτομαι ότι, παρ’ όλα αυτά, η εποχή σού δίνει κάποια κομφόρ που σε κάνουν να μην αναπτύσσεις τόσο όσο άλλοτε την τάση να αντισταθείς ή να ξυπνήσεις. Από την άλλη πλευρά, αυτό που λείπει δεν είναι η άποψη των καλλιτεχνών, αλλά το να βγουν κάποιοι πολιτικοί ηγέτες με φρέσκια φιλοσοφία πάνω στα πράγματα. Θα ’θελα πολύ να μπορώ να υποστηρίξω μια πολιτική δύναμη που θα βγει επιθετικά, θα βρίσει, θα αποδώσει δικαιοσύνη και θα αλλάξει τα πράγματα.

Το επικίνδυνο είναι ότι τέτοια θέση επιχειρούν να δείξουν πως έχουν και ακραία κόμματα, όπως ο ΛΑΟΣ.

Β.Μ.: Καλά, ο ΛΑΟΣ παίζει απίστευτα παιχνίδια! Ξέρει πώς να ελίσσεται σαν χέλι και να χρησιμοποιεί τα πάντα προς όφελός του. Το ΚΚΕ δίπλα του μοιάζει σαν δυσκίνητο γαϊδουράκι. Και την ίδια στιγμή ο ΛΑΟΣ καταφέρνει μερικές φορές να λέει ό,τι και το ΚΚΕ, μετατρέποντάς το σε λαϊκισμό και φανατισμό.

Η δική σας γενιά δεν έχει πιθανότητες να αλλάξει κάτι;

Β.Μ.: Ξαναρχόμαστε στο πέρασμα στην ενηλικίωση: το θέμα είναι αν θα μπορέσουμε εμείς κάπως να αντισταθούμε και τι θ’ απαντάμε όταν μας λένε «έλα να σε βολέψουμε». Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση. Θα δείξει αν η δική μας γενιά θα αλλάξει κάτι ή αν ο ρόλος πάει με την ηλικία και, μόλις παίρνεις το σκήπτρο, ξεχνάς τα πάντα. Τουλάχιστον δεν νομίζω ότι κάποιος από εμάς ονειρεύεται να γίνει πρόεδρος τράπεζας ή να τα καταφέρει στο Χρηματιστήριο.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.