18/01/2019 12:56:39
7.11.2010

Άκης Σακελλαρίου

Άκης Σακελλαρίου - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου
Δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό για έναν ηθοποιό να γίνεται εξαρχής συμπαθής, πάντως αυτό δεν εμπόδισε τον Άκη Σακελλαρίου να θεωρείται από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του. Επίσης δεν τον εμπόδισε να είναι εξίσου πειστικός σε κωμικούς ή δραματικούς ρόλους ή ν’ αλλάζει απρόβλεπτα θεατρική στέγη και μαζί θεατρική ρότα, αναγκάζοντάς μας να τον ανακαλύπτουμε κάθε φορά όχι μόνο σ’ έναν νέο ρόλο, αλλά και σε μία νέα «αποστολή». Εκείνος που υπήρξε μαθητής της Πατεράκη, ηθοποιός του Τερζόπουλου και μέλος στα καστ του Αμόρε, έγινε αποδεκτός από το κοινό κι όταν δοκιμάστηκε σε εμπορικότερους θιάσους ή πιο εύπεπτα θεάματα. Σε νέα αποστολή έθεσε εαυτόν εδώ και λίγα χρόνια, που ενεπλάκη και με την παραγωγή. Συμμέτοχος στην ομάδα που διαχειρίζεται το Adventure Park, ο Σακελλαρίου είναι παραγωγός και στη θεατρική παράσταση που θα δούμε ή μάλλον θα ξαναδούμε από τις 12 Νοεμβρίου στο θέατρο «Ροές»: η κωμωδία «Όλος ο Σαίξπηρ σε μια ώρα», σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, επανέρχεται για 16η χρονιά, από τότε που πρωτοπαίχτηκε στο «Αμόρε».

Έχουμε μια πολύ θετική εικόνα για σας. Σχεδόν μας πείθετε ότι όλα σας ήρθαν ευνοϊκά…
Α.Σ.: Στη ζωή μου τα πράγματα μου ερχόντουσαν αρκετά ευνοϊκά και σχετικά εύκολα. Ίσως γι’ αυτό ήθελα να τα «βρομίζω» κάνοντας επιλογές που ήταν κόντρα και μπορούσα να φάω το κεφάλι μου. Είχα όμως βάση την οικογένειά μου και γι’ αυτό μπόρεσα να κρατήσω μια πιο φυσιολογική σχέση με την υποκριτική και το θέατρο. Άλλωστε το έβλεπα πάντα σαν επάγγελμα. Κι ακόμα έτσι το βλέπω. Σαν ευχάριστο επάγγελμα.

Από πού προέρχεται αυτή η ηρεμία;
Α.Σ.: Από τις χαλαρές σχέσεις που έχω με όσους ρόλους καλούμαι να παίξω. Για να μπορέσω κάπως να τους πιάσω, ξέρω ότι πρέπει να μπορώ ν’ αλλάζω οπτικές γωνίες. Για να το κάνεις αυτό, πρέπει να παραμένεις εύκαμπτος, άρα πρόθυμος να ακούς και τις θέσεις όλων των άλλων – πράγμα που δεν μπορείς να το κάνεις αν θεωρείς ότι το μόνο που υπάρχει στον κόσμο είναι το θέατρο.

Αλλά και ως χαρακτήρας, δεν φοβόσασταν, προφανώς, τις αλλαγές. Αλλάξατε θεατρικές στέγες, ομάδες, είδη...
Α.Σ.: Αυτό ίσως να οφείλεται στον πατέρα μου – που δυστυχώς «έφυγε» πρόσφατα. Ήξερα ότι κάνοντας οποιαδήποτε επιλογή, εκείνος θα ήταν πάντα εκεί να με αποδέχεται. Ακόμα κι αν έσπαγα τα μούτρα μου σε μια δουλειά, μ’ έκανε να αισθάνομαι πως δεν έχω να φοβηθώ τίποτα.

Σε όλες αυτές τις αλλαγές, μια «σταθερά» εδώ και 16 χρόνια είναι το έργο «Ολόκληρος ο Σαίξπηρ σε μια ώρα». Κάνετε πια κι εσείς πλάκα με την επιστροφή σας σ’ αυτό κάθε χρόνο για λίγες παραστάσεις!
Α.Σ.: Από πλάκα ξεκίνησαν όλα ούτως ή άλλως. Αυτός είναι κι ο λόγος που αυτό το έργο δεν το παίζαμε ποτέ για μεγάλο χρονικό διάστημα: μια πλάκα όταν την επαναλαμβάνεις, καταλήγεις να τη βαρεθείς. Αλλά εμείς επειδή παίζαμε για λίγες «συλλεκτικές» παραστάσεις, δεν βαρεθήκαμε – και ίσως να μην βαρεθούμε και ποτέ. Στα συν είναι κι η συμμετοχή του κοινού κι όλο αυτό το «σεμινάριο» ψυχανάλυσης και φιλίας που κάνει μαζί μας τόσα χρόνια.

Παρατηρείτε αλλαγές στις αντιδράσεις του κοινού, κυρίως ως προς το «interactive» στοιχείο του έργου, όσα χρόνια το παρουσιάζετε;
Α.Σ.: Τα «interactive» θεάματα αναπτύχθηκαν πολύ τα τελευταία 6-7 χρόνια. Αλλά «Ολόκληρος ο Σαίξπηρ» ήταν μάλλον το πρώτο - πρώτο που είχε γίνει και γι’ αυτό τότε ήταν απίστευτη η υποδοχή αλλά και η αμηχανία του κοινού και η ανασφάλεια του «τι θα μου κάνουν τώρα; Μπας και γίνω ρεζίλι;». Τώρα, πλέον, ο κόσμος έρχεται προετοιμασμένος να συμμετάσχει στο παιχνίδι.

Τέτοια θεάματα απαιτούν προφανώς τεράστια εγρήγορση από τους ηθοποιούς. Σας έχει τύχει παρ’ όλα αυτά μια εντελώς απρόβλεπτη κατάσταση;
Α.Σ.: Σε κάποιο σημείο της παράστασης ρωτάμε πάντα έναν θεατή να μας πει την υπόθεση ενός έργου του Σαίξπηρ. Μας έτυχε, όμως, μια φορά ο θεατής που ανεβάσαμε να ξέρει τέλεια την υπόθεση του έργου για το οποίο τον ρωτήσαμε. Μείναμε να τον ακούμε, ελπίζοντας κάπου να κολλήσει, για να πιαστούμε και να συνεχίσουμε. Και όντως κάπου κόλλησε τελικά. Αλλά, εν τω μεταξύ, είχαμε πάθει πλάκα!

Η παράσταση μοιάζει πράγματι με εύκολο παιχνίδι...
Α.Σ.: Δίνει την εικόνα του απόλυτου αυθορμητισμού κι αυτοσχεδιασμού, αλλά από πίσω κρύβει έναν αυστηρότατο κώδικα στον συγχρονισμό και στην εκτέλεση.

Είχε και μια άλλη ιδιότητα όταν ξεκίνησε να παίζεται: ήταν μια από τις πρώτες παραστάσεις στην Ελλάδα, που μας έδειξαν ότι τα κλασικά έργα μπορούν να αντιμετωπίζονται ακόμα κι έτσι, κάνοντας πλάκα...
Α.Σ.: Μα εκεί στηρίχθηκαν οι ηθοποιοί που εμπνεύστηκαν πρώτοι την παράσταση. Ήταν όλοι «σαιξπηροθρεμμένοι» κι από τον πολύ Σαίξπηρ έφτασαν στο τέλος να μπουχτίσουν και να τον ανατρέψουν, με σοφία, απλοϊκότητα και μια απλότητα που είναι το μεγάλο ατού του έργου.

Έκτοτε είδαμε πολλές άλλες εκδοχές για το πώς μπορείς να «πειράξεις» τον Σαίξπηρ – κι όχι κατ’ ανάγκη μέσω της κωμωδίας. Είδαμε π.χ. τις προτάσεις του Οστερμάγερ.
Α.Σ.: Για μένα η νέα ανάγνωση επιβάλλεται. Πιστεύω επίσης σ’ ό,τι έκανα από πιτσιρικάς, όταν συνεργαζόμουν με τον Θόδωρο Τερζόπουλο. Και πάνω απ’ όλα πιστεύω στην ανοχή του συγγραφέα. Όταν κάποιος γράψει κάτι και το παραδώσει στον κόσμο, είναι στενόμυαλο εσύ να επιμένεις να ανεβαίνει μόνο μ’ έναν τρόπο. Αντίθετα, ένα έργο επιβάλλεται να το πειράζεις, να το διαμορφώνεις και τελικά να το επαναδημιουργείς κάθε φορά. Αυτή είναι η ομορφιά της δημιουργίας. Έτσι διατηρούνται τα έργα φρέσκα και επιβεβαιώνεται η διαχρονικότητά τους. Το ίδιο ισχύει και για το αρχαίο δράμα.

 

Αλλά αυτό πυροδότησε έναν πολύ έντονο διάλογο που έφτασε μερικές φορές στα όρια του καυγά...
Α.Σ.: Δεν είναι λογικό; Ποιος είπε ότι κι ο τσακωμός δεν γεννάει ιδέες; Βέβαια οι δυνάμεις της συντήρησης προσπαθούν να διατηρήσουν την πεπατημένη, θεωρώντας πως, αν κρατήσουν τους κώδικες του τρόπου με τον οποίο εκφέρονταν στην αρχή το έργο, θα είναι κι οι ίδιοι πιο κοντά στο πνεύμα του συγγραφέα. Αλλά αυτό δεν βρίσκει ανταπόκριση απ’ το κοινό. Γιατί ποιος θα πάει να δει ξανά και ξανά μια αρχαία τραγωδία με χλαμύδες; Όχι ότι δεν είχε κι αυτό κάποτε αξία. Αλλά έκτοτε ο κόσμος προχώρησε. Γι’ αυτό δεν με πειράζει καθόλου αν λίγο φωνάζουμε, καυγαδίζουμε και πλακωνόμαστε για τέτοια πράγματα. Όσο για μένα, χίλιες φορές «ιερόσυλος», παρά με τον μανδύα της συντήρησης.

Ήσασταν ένας ηθοποιός που συμμετείχε κατεξοχήν σε ομάδες δημιουργών όπως η Πατεράκη, ο Τερζόπουλος ή κι ο Χουβαρδάς, που επιχειρούσαν να ταράξουν τα στάσιμα νερά, σε μια εποχή που το κοινό αντιδρούσε ακόμα πολύ σε «αιρετικές» αναγνώσεις. Έτσι δεν είναι;
Α.Σ.: Το σίγουρο είναι πως όταν ανέβασε ο Τερζόπουλος π.χ. τις «Βάκχες» υπήρχαν θαυμαστές, αλλά υπήρχαν και λυσσαλέοι εχθροί εκείνου του τρόπου δουλειάς. Τώρα πια είμαι στο θέατρο κοντά 30 χρόνια κι αλίμονο αν σ’ όλο αυτό το διάστημα τα πράγματα είχαν παραμείνει ίδια. Αυτός είναι κι ο λόγος που κάναμε τον «Σαίξπηρ σε μια ώρα». Ακόμα κι η σοβαροφάνεια θέλει μία αλλαγή οπτικής γωνίας. Γι’ αυτό απορώ και μ’ όσους μας λένε «γιατί πάλι;».

Γιατί πάλι;
Α.Σ.: Για τη χαρά του ηθοποιού να ανατρέπει ό,τι ο ίδιος προσεγγίζει επί χρόνια σε σοβαρό επίπεδο. Γιατί αυτό το έργο είναι η χαρά του παιχνιδιού. Ξαναγυρίζουμε δηλαδή σ’ ό,τι ζητούσε το θέατρο εξαρχής από τον ηθοποιό, λέγοντάς του: «Παίξε».

Τόσα χρόνια δεν βαρεθήκατε ποτέ;
Α.Σ.: Ούτε μια φορά. Υπήρξαν, όμως, περιπτώσεις που ήμουν τρομερά κουρασμένος. Θυμάμαι μάλιστα ότι μία και μοναδική φορά που επιχειρήσαμε να δώσουμε διπλή παράσταση, σχεδόν λιποθύμησα στα παρασκήνια.

Διαπιστώνετε τελικά ότι ακόμα κι αν πρόκειται για τους κολοσσιαίους ρόλους των ηρώων του Σαίξπηρ, ισχύει ό,τι έλεγε ο Πούσκιν: «Πόσο αλήθεια θα ήταν κωμικό, αν δεν ήταν τόσο τραγικό»;
Α.Σ.: Μα το όριο είναι πάντα εξαιρετικά λεπτό. Η ανατροπή ισχύει και για εμάς τους ίδιους: ήμουν 8 χρόνια με τον Τερζόπουλο, άλλα 3-4 στο Αμόρε και κάποια στιγμή θέλησα κι εγώ να δω την ανατροπή μου. Βέβαια, εμένα, γενικά, δεν μου αρέσει να έχω το συγκεκριμένο στίγμα ενός ηθοποιού που κάνει μόνο συγκεκριμένους ρόλους. Αντίθετα, μ’ ευχαριστεί να κάνω πράγματα που εξασφαλίζουν ότι δεν θα είμαι ο ίδιος. Ίσως γι’ αυτό θέλω να με ερεθίσει υποκριτικά ένα καινούριο αίμα. Υπάρχουν καινούριες ομάδες που πραγματικά θα γούσταρα να συνεργαστώ.

Ποιες ομάδες;
Α.Σ.: Μου αρέσουν π.χ. πάρα πολύ τα παιδιά που έκαναν την «Όπερα του Ζητιάνου». Μου αρέσουν ως ομάδα – αλλάζουν άλλωστε κι οι εποχές και δεν είναι πια τόσο προσωποπαγείς οι αναφορές μας.

Οι ηθοποιοί του Τερζόπουλου έχουν ταυτιστεί όμως και με ένα είδος «ασκητισμού». Εσείς στις δουλειές που κάνατε μετά, πήγατε αντίθετα.
Α.Σ.: Κατ’ αρχήν θεωρώ ότι ένα κλειστό σύστημα, κάποια στιγμή αυτοκαταστρέφεται. Όποιος παλεύει με τις εμμονές του, θα πρέπει, αν θέλει να ξεφύγει από αυτές, να στραφεί τελείως αλλού, πράγμα δύσκολο κι όχι απαραίτητο για έναν σκηνοθέτη. Ένας ηθοποιός, όμως, που η δουλειά του είναι να παίζει με την αληθοφάνεια διαφορετικών χαρακτήρων και καταστάσεων, θα αποδυναμωνόταν αν έμενε μόνον σ’ ένα «σύστημα».

Εσείς «τ’ ακούσατε» για τις πιο εμπορικές σας επιλογές;
Α.Σ.: Όχι, δεν άκουσα ποτέ τίποτα. Ακόμα κι οι εμπορικές δουλειές που έκανα, ήταν προσεκτικά επιλεγμένες, ώστε να έχουν ένα ουσιαστικό αντίβαρο.

Οι κωμικοί ρόλοι θεωρούνται, κακώς μάλλον, ευκολότερο είδος από τους δραματικούς ρόλους. Εσείς ακολουθήσατε αντίστροφη πορεία και στραφήκατε στην κωμωδία αργότερα.
Α.Σ.: Η απάντηση είναι πολύ απλούστερη απ’ ό,τι φαντάζεστε: όταν είμαι στην τηλεόραση προσπαθώ να κάνω ρόλους αντίθετους απ’ αυτούς που κάνω στο θέατρο. Επίσης με τους δραματικούς ρόλους προτιμώ να μην συμβαδίζω για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γι’ αυτό π.χ. προτιμώ να κάνω έναν δραματικό ρόλο μια κι έξω σε μια κινηματογραφική ταινία. Ο δραματικός ρόλος που επαναλαμβάνεται κάθε βράδυ στο θέατρο, απαιτεί ιδιαίτερη ψυχική αντοχή, ενώ εγώ έχω την ανάλογη τεμπελιά ώστε να μην το πολυαντέχω. Αντίθετα, η κωμωδία που χαρίζει την άμεση ανταπόκριση του κοινού, σου δίνει μικρές ανάσες ώστε να προχωράς χωρίς να καταλαβαίνεις τόσο την κούραση.

Είστε από τους ηθοποιούς που συνέδεσαν εξαρχής την καριέρα τους και με το ελληνικό σινεμά. Πώς σας φαίνεται το νέο κινηματογραφικό νομοσχέδιο;
Α.Σ.: Δεν το ’χω διαβάσει αναλυτικά. Από τα λίγα που διάβασα, πιστεύω ότι προστατεύεται και η πιο προσωπική δημιουργία και η δημιουργία που αποσκοπεί σε περισσότερα εισιτήρια. Από κει και πέρα δεν μπορούμε να δούμε το θέμα ανεξάρτητα από την οικονομική κρίση. Το σινεμά και το θέατρο, ακόμα κι η τηλεόραση, θα ’πρεπε να ανταποκριθούν σ’ ό,τι έλεγε ο Δαλιανίδης όταν αναφερόταν στους ηθοποιούς που μπόρεσαν μεταπολεμικά και μετεμφυλιακά να δώσουν ένα χαμόγελο στον κόσμο. Ήταν άνθρωποι που βοήθησαν σε κρίσιμες καταστάσεις μ’ έναν πολύ έντιμο τρόπο. Κάτι τέτοιο οφείλει να γίνει και τώρα.

Για την ώρα πάντως η τηλεόραση, που είναι και το λαϊκότερο και προσιτότερο μέσο, δεν χαρίζει χαμόγελα, αλλά φτηνά reality.
Α.Σ.: Τώρα τι να πω; Αυτό το πράμα δεν είναι τηλεόραση, είναι management. Δεν έχει να κάνει με τέχνη. Θλιβερό, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα: η τηλεόραση είναι μια επιχείρηση που πρέπει να πουλήσει και που νομίζει ότι έτσι πουλάει περισσότερο. Απ’ την άλλη μεριά, δεν θέλω να είμαι ισοπεδωτικός, γιατί είμαι κι εγώ άνθρωπος που ’χει ζήσει πολύ καλά απ’ την τηλεόραση και θα ’ταν χαζό να εξαπολύω μόνο μύδρους εναντίον της. Παρ’ όλα αυτά νομίζω ότι έχει παρεξηγήσει τις επιθυμίες των «πελατών» της. Έχει υποτιμήσει τις ανάγκες που έχει ο κόσμος μέσα σε συνθήκες κρίσης.

Έχουμε δει και καλές κωμωδίες. Εξακολουθεί όμως να ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις η συνταγή «πέντε άνθρωποι τρέχουν γύρω - γύρω φωνάζοντας». Γιατί; Είναι το εύκολο γκαγκ;
Α.Σ.: Δεν είναι γκαγκ. Το πρόβλημα είναι ακριβώς το αντίθετο: ότι στην τηλεόραση δεν υπάρχουν γκαγκ. Η τηλεόραση είναι της ατάκας και, εδώ και χρόνια, δεν έχει πιάσει τη διάσταση του αστείου χωρίς λόγια. Μάλλον γιατί επιδιώκουν συνήθως κάτι ευκολότερο και πιο φωνακλάδικο. Μια διαφοροποίηση βλέπω, παρότι δεν είναι κωμωδία, στο «Νησί»: είναι ένα αργό ατμοσφαιρικό σίριαλ κι όμως, αντί να πέφτουν τα νούμερά του, ανεβαίνουν, πράγμα που σημαίνει ότι στον κόσμο αρέσει η εικόνα αλλά και οι πιο αργοί ρυθμοί.

Εσάς σας αρέσει η εικόνα;
Α.Σ.: Εγώ είμαι πολύ περισσότερο της εικόνας απ’ ό,τι του λόγου. Μου αρέσει περισσότερο μια ωραία εικόνα απ’ ό,τι η εικόνα που μπορεί να δημιουργήσει στη φαντασία μου ο λόγος. Μ’ ενδιαφέρει περισσότερο ένας πίνακας ζωγραφικής από ένα ποίημα.

Τα «ποιήματα» των πολιτικών πώς τα κρίνετε;
Α.Σ.: Οι πολιτικοί μού είναι εντελώς αδιάφοροι. Αλλά για την πολιτική οφείλουμε να έχουμε ενδιαφέρον. Για ποιον λόγο, βέβαια, ενώ η πολιτική μάς ενδιαφέρει, οι πολιτικοί μάς είναι αδιάφοροι, είναι κάτι που θα ’πρεπε να προβληματίσει τους τελευταίους. Κατά τα άλλα, μου φαίνεται τετριμμένο να διαπιστώσουμε πώς έχει καταντήσει η χώρα. Μου αρκεί να πω μια πρόταση. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ υγιής σχέση ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.