14/12/2018 06:33:51
22.11.2010

Μαρίνα Ασλάνογλου

Μαρίνα Ασλάνογλου  - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Με τα μαλλιά της κομμένα πια αρκετά κοντά, τζιν φούστα, φούτερ, χοντρό καλσόν και τα πόδια της σταυρωμένα επάνω στην πολυθρόνα, στο λιτό καμαρίνι του «Αμιράλ», η Μαρίνα Ασλάνογλου μοιάζει έφηβη. Στο βλέμμα της υπάρχει όμως κάτι ενήλικο, έντονο και απόλυτα αποφασιστικό. Είναι προφανώς το ίδιο που... ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι, λίγο μετά το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» για τον ρόλο της «Κάθριν», στο ομώνυμο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς, την έσπρωξε να τηλεφωνήσει στον Νίκο Μαστοράκη. Και παρότι εκείνος έκανε διακοπές στην Ταϊλάνδη για να ξεκουραστεί ενόψει ενός πολύ απαιτητικού θεατρικού χειμώνα, του πρότεινε συνεργασία. «Αν δεν δεχόταν, δεν θα έκανα το ‘‘Τζόρνταν’’», λέει τώρα. Αλλά ο Μαστοράκης δέχτηκε. Και η Ασλάνογλου, έχοντας αφήσει την ασφάλεια της στέγης του «Αμφι-θεάτρου» για τα βαθιά νερά μιας ανεξάρτητης παραγωγής, τόλμησε... Στο «Αμιράλ», το οποίο για φέτος διαχειρίζεται ο άντρας της, Κώστας Σπυρόπουλος, θα ερμηνεύει από τις 25 του μηνός τον μονόλογο «Τζόρνταν», των Αν Ρέινολντς και Μόιρα Μπουφίνι. Το έργο, που πρωτογνωρίσαμε το 1993 από την Κάτια Δανδουλάκη, είναι η συνταρακτική εξομολόγηση της 19χρονης Αγγλίδας Σίρλεϊ Τζόουνς που έπνιξε τον γιο της Τζόρνταν, φυλακίστηκε και λίγο αργότερα αυτοκτόνησε…

Είναι η πρώτη φορά που κάνετε μονόλογο;
Μ.Α.: Πρώτη φορά – αν εξαιρέσουμε ότι, ουσιαστικά, τα τελευταία 40 λεπτά στο «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» ήταν, παρά την παρουσία 7 ατόμων στη σκηνή, ένας μονόλογος της «Κάθριν».

Ο μονόλογος είναι το απαιτητικότερο είδος;
Μ.Α.: Μα καταρχήν απαιτεί τόση αφοσίωση που δεν σου επιτρέπει να ’χεις χρόνο για τίποτε άλλο. Εγώ, αυτή τη στιγμή, έχω εξαφανιστεί από παντού, δεν πάω πουθενά, δεν με βρίσκει κανένας. «Παιδιά», λέω σε όλους, «ν’ ανέβει το έργο, που θα ’χω δύο μέρες ρεπό – γιατί τώρα που κάνουμε πρόβες δεν έχω καμία – και μετά ό,τι θέλετε».

Πού κοιτάει ένας ηθοποιός την ώρα που βρίσκεται ολομόναχος στη σκηνή και λέει έναν μονόλογο; Τους θεατές;
Μ.Α.: Το να κοιτάς τους θεατές είναι ό,τι χειρότερο. Εγώ ποτέ δεν το κάνω. Αναγκαστικά κατευθύνω το βλέμμα μου κάτω, σε «κενά» σημεία, ανάμεσα στις καρέκλες και στον διάδρομο. Μου αρέσει κι ό,τι μου είπε ο Νίκος Μαστοράκης: Ότι «συμπαίκτες» μου είναι τα αντικείμενα που έχω πάνω στη σκηνή.

Φεύγοντας απ’ την πρόβα, το έργο σάς «κυνηγάει»;
Μ.Α.: Λειτουργεί μέσα μου, ό,τι και να κάνω. Προσπαθώ λίγο να ηρεμώ, να διαβάζω, να βλέπω καμιά ταινία, για να ξεφεύγει το μυαλό μου. Δύσκολο! Γιατί είναι δύσκολος κι ο ρόλος και πολύ σκληρό το έργο.

Η Σίρλεϊ τι είναι; Μια τραγική, λούμπεν ηρωίδα;
Μ.Α.: Είναι μια κοπέλα του περιθωρίου, μεγαλωμένη σε μία πάμπτωχη οικογένεια, μ’ έναν βάναυσο πατέρα που έδερνε τη μητέρα της. Λέει «έβλεπα τη μητέρα μου να βγαίνει με μελανιές και κανένας δεν πρόσεχε αυτά τα παράξενα σημάδια». Έκαναν όλοι ότι δεν βλέπουν. «Κάτι τέτοιες μέρες», συνεχίζει, «ο πατέρας μου της έφερνε λουλούδια, μεγάλα κίτρινα λουλούδια, τη φιλούσε κι αυτή του έφτιαχνε τσάι». Όταν αρχίζει κι ο δικός της σύντροφος, ο Ντέιβ, να τη χτυπά, σκέφτεται αυτά τα μεγάλα κίτρινα λουλούδια. Η ιστορία της επαναλαμβάνεται.

Κάνει όμως μία ασύλληπτη πράξη. Πώς φτάνει σ’ αυτήν;
Μ.Α.: Η Σίρλεϊ έχει ένα περίεργο δέσιμο με το μωρό της, τον Τζόρνταν: Θεωρεί ότι είναι μόνο δικό της κομμάτι, κτήμα της, και κανενός άλλου. Γι’ αυτό, όταν αποφασίζει η Πρόνοια να της τον πάρει, θεωρεί ότι, όπως εκείνη δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το παιδί της, έτσι κι αυτό δεν μπορεί χωρίς τη μητέρα του. Αποφασίζει να το σκοτώσει και να αυτοκτονήσει. Επιλέγει να φύγει μαζί με το παιδί της. Το πνίγει και κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Αλλά η αυτοκτονία της δεν πετυχαίνει.

Ο ηθοποιός που υποδύεται έναν τέτοιο χαρακτήρα μπορεί να φτάσει να τον κατανοήσει;
Μ.Α.: Αυτό προσπαθώ να κάνω. Προσπαθώ να δικαιολογήσω τη Σίρλεϊ μέσα μου, για να τη δικαιολογήσω και πάνω στη σκηνή. Είναι πολύ δύσκολο.

Υπάρχει μια γαλλική ρήση που λέει «όταν τα καταλαβαίνεις όλα, τα συγχωρείς όλα». Ισχύει εδώ;
Μ.Α.: Κυρίως εξαρτάται από το πόσο αποφασισμένος είσαι εσύ να συγχωρήσεις πρώτα - πρώτα τον εαυτό σου. Για μένα η πραγματική συγχώρεση είναι ένα πολύ δυνατό και καθαρό συναίσθημα που απαιτεί φοβερή δύναμη.

Έναν άνθρωπο σαν τη Σίρλεϊ μπορείς να φτάσεις να τον συγχωρήσεις;
Μ.Α.: Απόλυτα, δεν νομίζω. Περισσότερο προσπαθείς να κατανοήσεις το πώς έφτασε σ’ αυτό το σημείο.
Θα την αγκαλιάζατε;
Μ.Α.: Ναι, γιατί είναι ένα κοριτσάκι που σπαράζει για τη δολοφονημένη ψυχή του.

Σ’ ένα προχθεσινό ρεπορτάζ για τους μετανάστες στην Αθήνα, ένας Αφγανός πατέρας έκλαιγε λέγοντας ότι είναι σε τόσο απόλυτη απελπισία που σκέφτεται να σκοτώσει την οικογένειά του και να σκοτωθεί. Μήπως τέτοιες καταστάσεις δεν είναι και τόσο μακριά μας όσο νομίζουμε;
Μ.Α.: Αντίθετα, μπορεί να είναι και δίπλα μας. Είναι κάτι που συνέβαινε, συμβαίνει και θα συνεχίσει να συμβαίνει όσο υπάρχουν άνθρωποι εγκλωβισμένοι σε μία κατάσταση που τους υπερβαίνει τόσο, ώστε να μην μπορούν να κάνουν απολύτως τίποτα. Τότε ο θάνατος είναι η έσχατη και μόνη λύση τους. Το μόνο απόλυτο στη ζωή.

Για χάρη του «Τζόρνταν» αφήσατε τη στέγη του Αμφι-Θεάτρου...
Μ.Α.: Δεν έχει, όμως, τελειώσει ο κύκλος μου με τον Σπύρο Ευαγγελάτο. Τον αγαπώ σαν πατέρα κι είναι για μένα ο άνθρωπος που μ’ έφτασε σ’ αυτό το σημείο. Του οφείλω τα πάντα – και το βραβείο «Μελίνα» που πήρα πέρυσι. Απλώς κάνουμε μία προσωρινή παύση στη συνεργασία μας.

Δεν είναι ρίσκο η απόφαση να αφήσει κανείς μια τέτοια στέγη και να βγει μόνος;
Μ.Α.: Είναι. Αλλά μ’ αρέσει να ρισκάρω και να κάνω διαφορετικά πράγματα. Μου αρέσουν τα δύσκολα. Κι επειδή αγαπάω το θέατρο κι είναι για μένα τρόπος ζωής, θέλω να δοκιμάζομαι.

Υπάρχει κι ένα άλλο ρίσκο που το αναλαμβάνετε κι εσείς και ο Κώστας Σπυρόπουλος ως παραγωγός: Αυτό το έργο, αυτή τη χρονιά, που όλοι φοβούνται την κρίση.
Μ.Α.: Ως χώρα έχουμε περάσει πάρα πολλές δυσκολίες, αλλά ήδη από την εποχή των μπουλουκιών, ο κόσμος, που μπορεί να μην είχε να φάει, πήγαινε να δει θέατρο. Αυτό είναι μέσα στην κουλτούρα και τη φύση μας. Ξέρω ότι είναι δύσκολα τα πράγματα, αλλά αυτό που με νοιάζει είναι οι πέντε - δέκα ή εκατό που θα ’ρθουν, να αγαπήσουν το έργο όσο τ’ αγάπησα κι εγώ. Δεν υπάρχει άλλωστε μαγική συνταγή για την επιτυχία. Μπορεί μια παράσταση να ξεκινήσει με τις καλύτερες προϋποθέσεις και να μην «πάει». ΄Η να την κάνεις με πέντε δραχμές και να σκίσει. Αλλά κι επειδή είμαι φύσει αισιόδοξη, σκέφτομαι πώς ό,τι και να γίνει, εγώ θα έχω κάνει μια πολύ ωραία συνεργασία, με έναν εξαιρετικό σκηνοθέτη, για έναν σπουδαίο ρόλο.

Σας ρώτησα γιατί από ένα κομμάτι του χώρου σας έχει πέσει φέτος «σύρμα» σε θέατρο και τηλεόραση για κωμωδίες.
Μ.Α.: Κι όμως, κοιτάξτε τι νούμερα τηλεθέασης κάνει το «Νησί»! Εγώ δεν χάνω επεισόδιο. Φεύγω από το κλάμα που κάνω εδώ και πάω σπίτι μου και... κλαίω! Τον κόσμο τον ενδιαφέρει να δει μια ιστορία που μιλάει στην ψυχή του.

Κλαίτε στις πρόβες;
Μ.Α.: Πολύ, συνέχεια. Αφού προχθές ήμουν με τη βοηθό σκηνοθέτη και είπα να περάσω το έργο σταμπιλαριστά, χαλαρά, λίγο για τη ροή των λόγων και φυσικά άρχισα κι έκλαιγα πάλι. «Σκέψου να μην είχες πει ‘‘χαλαρά’’», απόρησε η κοπέλα.

Σας βοηθάει η ηρωίδα να καταλάβετε πόσο σοβαρή ευθύνη είναι η μητρότητα;
Μ.Α.: Εννοείται. Αν κι εγώ δεν είμαι μάνα, αντιλαμβάνομαι ότι ένα παιδί γίνεται κομμάτι του εαυτού σου για πάντα κι από κει και πέρα προχωράς βάσει των αναγκών του και της ευθύνης που έχεις γι’ αυτό.

Δεν σας φόβισε ωστόσο μια τόσο ακραία εκδοχή μητρότητας;
Μ.Α.: Μα έχω διαβάσει και διάφορα άλλα τέτοια περιστατικά για μητέρες που σκότωσαν τα παιδιά τους και μάλιστα όχι από αγάπη, όπως η Σίρλεϊ. Προσπαθώ να καταλάβω τι λειτουργεί στο μυαλό τέτοιων ανθρώπων. Τι τους κάνει αυτό το τρομακτικό «τσαφ».

Σπουδάσατε άλλωστε και ψυχολογία.
Μ.Α.: Θέλοντας μάλιστα να ειδικευτώ στην εγκληματολογία.

Το έργο θίγει και την ενδοοικογενειακή βία. Παραμένει ταμπού;
Μ.Α.: Νομίζω ναι. Δεν μιλάει κανένας γι’ αυτό, αλλά προσπαθούν όλοι να κλείσουν την οικογένεια σε μια γυάλα και να την αναγορεύσουν «τέλεια και αγία οικογένεια». Κι όμως, μες στη «γυάλα» μπορεί να συμβαίνουν απίστευτα πράγματα.

Έχετε ακούσει για τέτοια περιστατικά στην Ελλάδα;
Μ.Α.: Αρκετές φορές και για ανθρώπους που δεν το πίστευα ότι θα μπορούσαν να το κάνουν. Στατιστικά πιο συχνά συμβαίνει σε οικογένειες χαμηλής μορφωτικής στάθμης και κοινωνικής τάξης, όπου οι γυναίκες σκέφτονται «άμα φύγω πού θα πάω; Πώς θα ζήσω τα παιδιά μου;». Και μένουν εκεί από φόβο.

Αλλά τότε γιγαντώνεται αυτή η ανεπίδοτη οργή. Ζούμε κι εμείς σε μέρες ανεπίδοτης οργής;
Μ.Α.: Αυτό που βλέπω στον δρόμο δεν το ’χω ξαναδεί. Είναι όλοι θυμωμένοι, κορνάρουν, βρίζουν κι είναι έτοιμοι να πιαστούν στα χέρια. Μας έχει αποσυντονίσει τόσο πολύ όλο αυτό το πρόβλημα, που έχουμε απομακρυνθεί ο ένας από τον άλλο, και αντί να βοηθηθούμε, κοιτάμε ποιος θα φάει τον άλλο. Γι’ αυτό κι εγώ προσπαθώ να μην ακούω όλη την ώρα ειδήσεις, για να μην οδηγούμαι σε απόγνωση.

Διαφορετικά;
Μ.Α.: Αν αφήσεις τον φόβο να σε καταλάβει, δεν θα κάνεις τίποτα. Κι είμαστε μια χώρα που ακόμα και τώρα μπορούμε να κάνουμε πράγματα. Παρ’ όλα αυτά δεν το εκμεταλλευόμαστε γιατί δεν υπάρχει σύστημα κι οργάνωση. Γι’ αυτό οι Έλληνες που πάνε στο εξωτερικό μεγαλουργούν.

Στον δικό σας χώρο, πώς εκφράζεται η απουσία συστήματος και οργάνωσης;
Μ.Α.: Καταρχήν βγαίνουν κάθε χρόνο νέοι ηθοποιοί, που έχουν όνειρα και όραμα, και τους κόβουμε τα φτερά. Εντάξει, είναι δύσκολο το επάγγελμα. Κι εγώ έχω μείνει άνεργη έναν χρόνο. Το θέμα είναι πόσο θα αντέξεις. Κι αν έχεις γερό στομάχι.

Εσείς πώς αντιμετωπίσατε τις δυσκολίες;
Μ.Α.: Πήγαινα σε οντισιόν, άφηνα τα βιογραφικά μου και με απέρριπταν πολλές φορές. Αλλά δεν το έβαζα κάτω. Σκεφτόμουν ότι μέρος του επαγγέλματος είναι κι ότι κάθε 3-6 μήνες ένας ηθοποιός θα αναζητά δουλειά. Το σκληρό στις οντισιόν είναι όταν δεν σε παίρνουν καν τηλέφωνο να σου πουν ότι δεν σε επέλεξαν. Κατά τα άλλα, εγώ ποτέ δεν στενοχωρήθηκα βαθιά όταν με απέρριπταν. Σκεφτόμουν «δεν ήθελαν αυτό που έχω εγώ», όχι «δεν κάνω». Επέμενα γιατί ήξερα ότι δεν έρχεται κανένας να σου χτυπήσει την πόρτα. Και, δόξα τω θεώ, ό,τι έχω κάνει μέχρι εδώ, τα ’χω κάνει μόνη μου. Στην τελική, δεν είναι ντροπή να ζητάς δουλειά.

Προερχόσασταν από το Θέατρο Τέχνης, που είχε ωστόσο μια τόσο ισχυρή απαίτηση πειθαρχίας, ώστε να αποκλείει για τους σπουδαστές το ενδεχόμενο της τηλεόρασης ή μιας δουλειάς πιο εμπορικής.
Μ.Α.: Έτσι ήταν κι όχι μόνο στο θέμα της τηλεόρασης που είχε «Χ» εξαρχής. Απαγορευόταν π.χ. ακόμα και το να είσαι σε μια ομάδα Σαββατοκύριακα για το χαρτζιλίκι σου.

Αυτές οι αυστηρές αρχές ήρθαν σε σύγκρουση με το γεγονός ότι έπρεπε να επιβιώσετε ως ηθοποιός;
Μ.Α.: Ήξερα ότι θέλω να ’μαι στο θέατρο. Αλλά ήξερα επίσης ότι είμαι νέα και θέλω να αποκτήσω εμπειρία, να τα δοκιμάσω όλα και να επιλέξω. Έκανα και τηλεόραση, γιατί ένας ηθοποιός πρέπει να μάθει και την τηλεόραση και το σινεμά και όλα. Την τηλεόραση δεν την απορρίπτω. Αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν σε βοηθάει να εξελιχθείς.

Σε βοηθάει όμως να γίνεις αναγνωρίσιμος.
Μ.Α.: Εγώ από μικρή το θέατρο ήθελα κι απ’ το θέατρο ήθελα να με μάθουν – κι όχι από την τηλεόραση. Ακόμα κι όταν πήρα το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» αισθάνθηκα ικανοποίηση – γιατί πάντα αμφισβητούμε τον εαυτό μας κι αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που μας έκανε να γίνουμε ηθοποιοί –, αλλά είπα: «Τώρα συνεχίζεις να προχωράς. Άνοιξε τα φτερά σου και κάνε αυτό που αγαπάς».

Έχετε ένα πείσμα.
Μ.Α.: Θα έλεγα ότι κυρίως μου αρέσουν τα αργά και σταθερά βήματα. Θέλω να κάνω ένα πράγμα, αλλά να το κάνω καλά.

Με ανάλογο υγιές πείσμα αντιμετωπίζετε ό,τι συμβαίνει στη χώρα μας ή ανησυχείτε;
Μ.Α.: Ο,τι βλέπω με αγχώνει και με στενοχωρεί. Προχθές περπατούσε η ξαδέλφη μου στον δρόμο κρατώντας ένα κουλούρι που ’χε αγοράσει και της το άρπαξε κάποιος απ’ το χέρι για να το φάει. Με τάραξε πολύ αυτό. Πεινάει ο κόσμος. Αλλά βλέπω και πράγματα που με εξοργίζουν, όπως οι ανυπολόγιστες σπατάλες. Δεν θέλω όμως να σκέφτομαι αυτή την κατάσταση συνέχεια. Δεν μπορώ να μιζεριάσω. Κι απ’ την άλλη, δεν ξέρω πώς θα είναι τα πράγματα από δω και πέρα. Σκέφτομαι όμως ότι περάσαμε Τουρκοκρατία 400 χρόνια, πολέμους, Κατοχή και τα βγάλαμε πέρα. Ελπίζω ότι οι Έλληνες είναι ακόμα μαχητές.

Οι δημοτικές εκλογές σας ενδιέφεραν;
Μ.Α.: Δεν παρακολουθώ ιδιαίτερα. Δεν λέω ότι δεν είμαι πολιτικοποιημένη, αλλά είμαι λίγο απογοητευμένη με όλα αυτά. Δεν βρίσκω ένα σημείο αναφοράς για να πω «αυτό είναι». Είναι όμως η πρώτη φορά στη ζωή μου που με αφορά πολύ ποιος θα είναι ο δήμαρχος της Αθήνας και πώς θα αντιμετωπίσει ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο κέντρο. Είναι πρωτόγνωρο. Καταλαβαίνω ότι οι μετανάστες είναι άνθρωποι που ψάχνουν κι αυτοί μια πατρίδα. Αλλά η κατάσταση είναι τραγική. Χθες ήμουν με τον Κώστα στον δρόμο και είδαμε έναν άνθρωπο που πούλαγε λουλούδια να σταματά και να ψάχνει τα σκουπίδια. Το μόνο που βρήκε ήταν μια χαλασμένη κρεμάστρα, την κοίταξε λίγο και την πήρε μαζί του...

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.