16/10/2018 20:49:17

Ανάμεσα Ντουμπάι και Ντίσνεϋλαντ

«Τα Τρία Π», κάπως έτσι είχε αποκαλέσει κάποτε το όραμά του για την Ελλάδα του Μέλλοντος ο Στέφανος Μάνος: Παιδεία, Περιβάλλον, Πολιτισμός. Κι αλήθεια, πόσες φορές δεν διαβάζουμε προτάσεις οραματικές για διεθνούς ακτινοβολίας πανεπιστήμια και ινστιτούτα, για οικουμενικά ιδρύματα της τέχνης και θεσμούς; Πόσες φορές, και από χείλη κάποτε αξιόλογα, δεν ακούμε το γνωστό εκείνο, ότι ο πολιτισμός είναι λέει η «βαριά βιομηχανία» μας;

Αν δεν πρόκειται για τα νέφη των ψευδαισθήσεων που σηκώνει γύρω της η απόγνωση, αν δεν έχουμε να κάνουμε με την ενδημική εδώ σε μας οκνηρία της σκέψης, την πλήρη απεδάφισή της απ’ ό,τι το πραγματικό, είναι ν’ απορεί κανείς με όλα αυτά.

Οι κοινωνίες της ένδειας, όπως ήταν επί αιώνες η αγροτική και η εργατική Ελλάδα, παράγουν πράγματι πολιτισμό. Μια τέχνη σκληρή και τραχειά, απέριττη και γι’ αυτό εκφραστικά βαθιά εντυπωτική όπως υπήρξε το δημοτικό και το λαϊκό μας τραγούδι· μια αρχιτεκτονική σφριγηλή και αρμονική όπως αυτή των νησιωτικών και των ορεινών μας οικισμών· έναν κόσμο μετρημένο και ισόρροπο – από τη δίαιτα των ανθρώπων του ώς το φέρσιμο και τους τρόπους τους στη δημόσια σφαίρα.

Οι αριστοκρατικές και οι αστικές κοινωνίες του πλούτου επίσης παράγουν πολιτισμό και παιδεία. Κι αν ακόμη η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ ολοκληρωμένη κοινωνία τέτοια, από τα αγαθά τους δεν έμεινε ολότελα άγευστη. Η Κρητική Αναγέννηση και ο Διονύσιος Σολωμός, η σπουδαία ποιησή μας από τον Παλαμά ώς τη Γενιά του ’30 αλλά και μετά, η λόγια μουσική και το θέατρό μας, οι πέντε-δέκα κορυφαίοι της επιστήμης και της σκέψης που η χώρα ανέδειξε, είναι μερικά απ’ αυτά.

Ο χωρικός και ο βιομήχανος, ο καραβοκύρης και ο προλετάριος, ο πραματευτής και ο μάστορας, ακόμη και ο άνθρωπος του περιθωρίου, αυτός που ζει στο σκιόφως της παρανομίας, ο φυλακόβιος και ο λήσταρχος, ο κλοσάρ και η πόρνη παράγουν πολιτισμό: δημιουργούν τέχνη, κώδικες τιμής, αξίες για το ζην και το θνήσκειν.

Όμως οι κοινωνίες-παράσιτα, αυτές που τρώνε απ’ τα έτοιμα, αυτές που κρέμονται απ’ την τσέπη των ξένων ή τις δάφνες των προγόνων, δεν χολοσκάνε για τον πολιτισμό. Αυτοί που ζουν απ’ τα μπετά και τα ηλιόλουστα οικόπεδα, αυτοί που περιμένουν από τις ανασκαφές ή τα «πετρέλαια», δεν δίνουν δυάρα για το περιβάλλον. Οι ρουμστουλετατζήδες και τα γκαρσόνια, οι ραντιέρηδες, οι τρεχέδειπνοι και οι δανειοδίαιτοι δεν έχουν ούτε χρειάζονται παιδεία. Καταναλώνουν και καταπίνουν αμάσητη την παιδεία των άλλων, κοπιάρουν στα τυφλά τα ξένα γούστα, πιθηκίζουν την ξένη γλώσσα και το ξένο savoir vivre.

Τα φληναφήματα περί μιας Ελλάδος κέντρου τάχα οικουμενικού παιδείας και πολιτισμού, τη στιγμή που η χώρα δεν είναι καν αυτάρκης σε τρόφιμα και εξαρτάται καταθλιπτικά από τον μαζικό φτηνοτουρισμό, όπως τον 19ο αιώνα κρεμόταν από τη σταφίδα, είναι δείγματα σύγχυσης. Ειδικά η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, εκτός από περιβαλλοντοκτόνος και – στην προοπτική της – οικονομικά αυτοκτονική είναι στην ουσία κατασπατάληση ανθρώπινων πόρων. Με την ηθική του εύκολου χρήματος που καλλιεργεί, ναρκώνει δυνάμεις που θα μπορούσαν να είναι πραγματικά γόνιμες. Η μαθητική διαρροή στην Κρήτη και τα νησιά το δείχνει καλά.

Το να περιμένεις απ’ αυτή την Ελλάδα παιδεία και πολιτισμό είναι σαν να προσδοκάς ότι η επόμενη επιστημονική επανάσταση θα προέλθει από το Μπαλί ή το Ντουμπάι. Ή σαν να τρέχεις στην Ντίσνεϋλαντ για να εμβαθύνεις στην κλασική μουσική.

* Ο κ. Κ. Κουτσουρέλης είναι συγγραφέας, διευθυντής του περιοδικού Νέο Πλανόδιον

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.