25/09/2018 21:16:22
13.12.2010

Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Απ’ το «Μαμ» ήθελα να τον ρωτήσω αν μαγειρεύει. Ε, λοιπόν, ο Σάκης Σερέφας μαγειρεύει τόσο, ώστε να μισεί θανάσιμα τα γκουρμέ ριάλιτι!

«Τι κάνω; Δουλεύω σαν παλαβός. Κι εκεί που έλεγα ότι φέτος θα είναι πιο χαλαρός ο χειμώνας, προέκυψαν δεκάδες πράγματα…». Μόλις ολοκληρώθηκε η πρώτη παρουσίαση του θεατρικού του «15 λεπτά», το οποίο, σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη, έκανε πρεμιέρα στο Low Budget Festival. Ακολουθεί στις 15 Ιανουαρίου, στο θέατρο «Συνεργείο», το έργο του «Ερινύα με Τανάλια», το οποίο, σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη, κλείνει το μάτι στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου. Αυτός άλλωστε είναι ο στόχος μίας διοργάνωσης που καλεί πέντε συνολικά σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς να συνομιλήσουν, καθένας με τον τρόπο του, με την αρχαία τραγωδία. Επόμενο θεατρικό ραντεβού στο Εθνικό, στις 4-8 Ιουνίου, όταν ξεκινήσουν οι «Αναγνώσεις»: ανάμεσα στους συγγραφείς που θα στεγαστούν στη φετινή διοργάνωση θα είναι και ο Σερέφας με το καινούριο έργο του, «Δράκοι». Όσο για τη Θεσσαλονίκη, άρχισαν ήδη οι «Θεατρικές Δευτέρες» στο εστιατόριο του ξενοδοχείου «Excelsior». Εκεί δύο ηθοποιοί παρουσιάζουν κάθε φορά ένα από τα δέκα μονόπρακτα που έγραψε ο ίδιος ειδικά για την περίσταση. Σε κάθε ένα από αυτά εμπλέκεται ένα διαφορετικό φαγητό, το οποίο, μετά την παράσταση, σερβίρεται σε όσους επιθυμούν να το γευτούν! Αλλά εν τω μεταξύ στην «κουζίνα» του συγγραφέα...

Ένα από τα θέματα που σας έχουν απασχολήσει λογοτεχνικά είναι το θέμα της τροφής και της παρασκευής της. Μαγειρεύετε;

Σ.Σ.: Μαγειρεύω για τρεις λόγους. Πρώτον, είναι το χαλαρωτικό μου. Δεύτερον, ακόμα και το να τηγανίσεις δυο αυγά εκπροσωπεί μια άλλη διάσταση δημιουργίας. Και τρίτον, απλά μου αρέσει να τρώω. Η τροφή είναι ένα κομμάτι ηδονής και δημιουργίας, το οποίο έχουμε παραμελήσει. Το αποτέλεσμα είναι ότι σαβουροτρώμε, αγνοώντας μια βασική πηγή ευχαρίστησης. Είμαι υπέρ της απλής μαγειρικής και της επιστροφής μας σ’ εκείνη τη λειτουργία που λέει «σήμερα θα ετοιμάσω μόνος την τροφή μου και θα απολαύσω τη διαδικασία να τη φάω».

Αλλά οι τηλεοράσεις δεν συμμερίζονται την άποψή σας.

Σ.Σ.: Γι’ αυτό είμαι εξοργισμένος με όλα αυτά τα απαράδεκτα μαγειρικά realities. Δημιουργούν μια ψευδή συνείδηση για το τι είναι η «καλή» τροφή σ’ ένα κοινό που δεν ξέρει να ψήσει ούτε μια μπριζόλα. Άρα τι κάνει αυτό το κοινό; Καταναλώνει ως θέαμα εκπομπές για γκουρμέ, παραγγέλνοντας απέξω σουβλάκια. Θα προτιμούσα μια εκπομπή που να δείχνει πώς βράζουμε τα μακαρόνια ή ένα κουνουπίδι. Γιατί αν ερχόταν ένας αγράμματος άνθρωπος και μου ’λεγε «μάθε μου να γράφω», θα ξεκινούσα μαθαίνοντάς του το Αλφάβητο, πώς να συντάσσει μια απλή πρόταση και πώς να συμπληρώνει μια αίτηση. Δεν θα επιχειρούσα να του μάθω να γράφει σαν τον Σεφέρη.

Εσείς γράφετε ποίηση, νουβέλες, θέατρο. Πώς προλαβαίνετε και να είστε λογοτεχνικά τόσο παραγωγικός και να... ζείτε;

Σ.Σ.: Δεν είμαι άνθρωπος του γραφείου. Δεν μπορώ δηλαδή ν’ ανατροφοδοτώ τον εγκέφαλό μου καθισμένος σ’ ένα γραφείο. Πρέπει να μυρίσω καθημερινά πόλη. Γι’ αυτό δουλεύω ακόμα και... περπατώντας. Δεν εννοώ ότι κρατώ σημειώσεις. Φέρνω, όμως, απέξω την πρώτη ύλη μου. Επιπλέον, το περπάτημα με βοηθάει πολύ να βάλω σε μια σειρά τις ιδέες μου. Και ταυτόχρονα θέλω να βλέπω και πώς είναι η ζωή έξω. Δεν νομίζω ότι μπορεί να κάνει κανείς οτιδήποτε αν αγνοεί τη ζωντανή πραγματικότητα. Οπότε λειτουργώ μέσα στον χρόνο σαν καμικάζι.

Παρατηρείτε την πόλη και τους ανθρώπους της, με μία λοξή ματιά, πέρα από το φαίνεσθαι. Αυτή την ικανότητα πότε την αναπτύξατε;

Σ.Σ.: Αναπτύχθηκε παρατηρώντας τον ίδιο μου τον εαυτό. Δηλαδή όσο μουρλός είναι ο εαυτός μου, άλλο τόσο μουρλή είναι κι η πραγματικότητα γύρω μου. Γιατί τελικά όλοι μουρλοί είμαστε. Μπορεί προς τα έξω να φοράμε ένα προσωπείο ισορροπίας, κατά βάθος μέσα μας, όμως, υπάρχουν συγκρούσεις, ανεκπλήρωτα όνειρα, φαντασιώσεις και φοβερές αντιθέσεις. Αυτό όταν το συνειδητοποιεί κανείς και μαθαίνει να το κοντρολάρει, αρχίζει να παρατηρεί αλλιώς την πραγματικότητα. Σκέφτομαι π.χ. ότι αυτός ο άνθρωπος δίπλα, με τον οποίο έχω μια λογική συζήτηση, κάτι κουβαλάει. Κι αναρωτιέμαι ποιες είναι οι ιστορίες του και ποια η έσω βιογραφία του.

Παρατηρείτε ανθρώπινες συμπεριφορές π.χ. και στον δρόμο;

Σ.Σ.: Μπορεί να ξεκινήσω από μία εικόνα που έχω για κάποιον άγνωστο και να τον πλάσω σαν χαρακτήρα. Είναι ένα παιχνίδι που το κάνω ακόμα και μέσα στο λεωφορείο: προσπαθώ να επινοήσω διαλόγους μεταξύ των επιβατών, ή έναν μονόλογο που μπορεί να ξεδιπλώνει ο διπλανός μου μέσα στο κεφάλι του. Η άποψη που έχω για τη ζωή είναι ότι όλοι περιεχόμαστε μέσα σ’ ένα ευκίνητο mobile σκηνικό που μεταβάλλεται συνέχεια, μεταβάλλοντας αντίστοιχα και τους δικούς μας ρόλους. Γιατί όλοι είμαστε πάρα πολύ ρευστοί, άσχετα αν προσπαθούμε, για λόγους επιβίωσης, να χτίσουμε μια στέρεη προσωπικότητα. Ο αγώνας γίνεται για να συγκρατήσουμε αυτή τη ρευστότητα και να μην διαχυθούμε παντελώς. Είμαστε δηλαδή όντα ανοιχτά σε πολλές πιθανότητες και εναλλακτικές συμπεριφορές. Κάνουμε ένα συνεχές ζάπινγκ του εαυτού μας.

Από πού αλιεύετε λέξεις;

Σ.Σ.: Από παντού. Ξεκίνησα πριν από 30 χρόνια ως ποιητής. Η ποίηση μου έμαθε ότι η γλώσσα είναι ένα είδος πλαστελίνης με το οποίο πλάθεις μια πραγματικότητα. Δεν είναι εργαλείο ή όχημα νοημάτων, όπως, ίσως, λειτουργεί στην καθημερινότητά μας. Στη λογοτεχνία η γλώσσα γεννά νοήματα, δεν τα μεταφέρει. Κι η ποίηση στο μαθαίνει αυτό πολύ καλά. Ένα ποίημα οφείλει να είναι μια μικρή αυθύπαρκτη πραγματικότητα που εκπέμπει ενέργεια. Αυτή τη γνώση τη χρησιμοποίησα και στα πεζά μου και στα θεατρικά. Για μένα η γλώσσα δεν έχει όρια. Θα χρησιμοποιήσω και ξένες λέξεις και μεσαιωνικές λέξεις, εφόσον αυτό εξυπηρετεί ό,τι έχω να πω. Μ’ ενδιαφέρει να παίρνω από παντού. Κι από τον δρόμο, εννοείται.

Σ’ ένα από τα πιο πρόσφατα θεατρικά σας, το «Αποστολή στον Πλανήτη Γη», ήρωές σας ήταν ένα ζεύγος εξωγήινων επιστημόνων που φτάνει στη Γη για να μελετήσει τους ανθρώπους και καταλήγει να κατασπαραχθεί από αυτούς. Έχετε φοβηθεί ότι κι εσάς θα σας κατασπαράξουν;

Σ.Σ.: Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με έχουν ήδη κατασπαράξει. Έχω γίνει μεζεδάκι για σαρκοβόρα θηρία κι αυτό ήταν το βασικό ερέθισμα για να γράψω ένα άλλο θεατρικό, τους «Δράκους», εξετάζοντας μέσα από μια αναποδογυρισμένη εκδοχή της ιστορίας του Παγκρατίδη, του περίφημου «Δράκου του Σέιχ Σου» δηλαδή, τους μηχανισμούς που μπορούν να κατασπαράξουν έναν άνθρωπο: μπορεί να λέγονται αστυνομία, τοπική κοινωνία, οικογένεια, φίλοι ή οτιδήποτε. Έτσι και βρεθείς στη μέγγενή τους, κατασπαράσσεσαι. Επειδή, λοιπόν, βίωσα παρόμοιες καταστάσεις, πήρα το μάθημά μου κι έφυγα με γερές δαγκωματιές, δεν φοβάμαι πια.

Έχετε ασχοληθεί αρκετά με την εγκληματική φύση. Σας ιντριγκάρει αυτό το περίεργο «γύρισμα» στο ανθρώπινο μυαλό...

Σ.Σ.: «Κάθε αρνάκι απ’ το τσιγκελάκι του κρέμεται», λέει μια παροιμία. Ετοιμάζω μάλιστα εδώ και χρόνια ένα βιβλίο που λέγεται «Αιμοσταγής Θεσσαλονίκη» – είναι η ιστορία του 20ού αιώνα της Θεσσαλονίκης, μέσα από τα εγκλήματα που έγιναν στην πόλη. Ψάχνοντας για υλικό, έπεσα πάνω στο έγκλημα που μου έδωσε την αφορμή να γράψω το «Λιωμένο Βούτυρο». Διαβάζοντας το ρεπορτάζ, με εντυπωσίασε το πώς κάποιες μικρές λεπτομέρειες λειτουργούν στη ζωή όλων μας σαν σκηνικό μιας εν δυνάμει απώλειας του ελέγχου. Αν το σκηνικό αυτό είναι κατάλληλα στημένο, πιστεύω ότι καθένας μας μπορεί να παρεκτραπεί σε εκτός ελέγχου συμπεριφορές. Δεν εννοώ, όμως, να φτάσει και σε φόνο.

Ανατρέπετε το ρομαντικό στερεότυπο περί της ερωτικής Θεσσαλονίκης.

Σ.Σ.: Υπάρχουν πολλά τέτοια στερεότυπα που αρχίζουν κι αποδυναμώνονται, αν και κάποια από αυτά έχουν, δυστυχώς, αληθινή βάση. Π.χ. λέμε ότι η Θεσσαλονίκη είναι μια συντηρητική πόλη κι ότι το στοιχείο της εκκλησίας βαραίνει πολύ πάνω στην καθημερινότητά της. Ακούγεται σαν κλισέ, αλλά μάλλον είναι ένα από τα ελάχιστα κλισέ που ισχύουν.

Πώς το διαπιστώνετε;

Σ.Σ.: Πριν από δύο εβδομάδες η εφημερίδα «Μακεδονία» διοργάνωσε ένα διήμερο φόρουμ με θέμα «Πολιτισμός και τουρισμός στη Βόρεια Ελλάδα». Σε μία από τις εκδηλώσεις στο Βασιλικό Θέατρο επρόκειτο να μιλήσουμε η κ. Αρβελέρ κι εγώ με θέμα «Τι είναι η πατρίδα». Αποφάσισα να παρουσιάσω τις απόψεις μου μέσω ενός 20λεπτου θεατρικού μονολόγου, προσεγγίζοντας το θέμα με βάση την ταυτότητα μιας πόλης. Συμφωνήθηκε λοιπόν να διαβάσω πρώτος το δικό μου κείμενο, πράγμα που προκάλεσε από την αρχή αντιδράσεις από μία μερίδα του κοινού: «Εμείς ήρθαμε να ακούσουμε την Αρβελέρ», φώναζαν ορισμένοι. Άρχισα παρ’ όλα αυτά να διαβάζω και στο πεντάλεπτο επάνω μέσα στο σκοτάδι ακούγονται κραυγές: «Σταμάτα», «τα υπόλοιπα θα μας τα πεις άλλη φορά» και τέτοια. Στο δεκάλεπτο, τα ίδια. Οπότε παράτησα το χειρόγραφο και ξεκίνησε η τοποθέτηση της κ. Αρβελέρ. Αργότερα ήρθε και ο κ. Μπουτάρης που χειροκροτήθηκε καθώς έμπαινε. Επειδή ξέρω λοιπόν ότι ένα μέρος των υποκινούμενων αντιδράσεων είχε προεξάρχοντα έναν τοπικό Ψινάκη της νεο-ορθοδοξίας, γνωστό κι από τα κανάλια, σκεφτόμουν ότι, δίπλα σε όσους χειροκροτούσαν τον Μπουταρη, συνυπήρχαν κάποιοι που ανήκαν στο άλλο στρατόπεδο. Αυτό είναι το σκοτεινό κομμάτι της Θεσσαλονίκης.

Η Θεσσαλονίκη είχε σπουδαία πνευματική παράδοση. Γιατί επικράτησε το ακραίο κομμάτι τα τελευταία χρόνια;

Σ.Σ.: Μην ξεχνάτε, όμως, ότι στη Θεσσαλονίκη, ακόμα και τον Πεντζίκη, «τρελό» τον ανεβάζανε, «τρελό» τον κατεβάζανε. Μην νομίζετε δηλαδή ότι τέτοιες προσωπικότητες πέρασαν αβρόχοις ποσί. Μόνο φτύνοντας αίμα μπορεί κάποιος να είναι ο εαυτός του πνευματικά και καλλιτεχνικά. Είναι πολύ δύσκολο να υπερασπιστείς κάτι το οποίο στα μάτια αυτής της μερίδας της πόλης αποκλίνει από τα δικά της στερεότυπα. Γι’ αυτό κι εκείνη τη βραδιά θεωρήθηκε από κάποιους βέβηλο το να μην ομνύω στη μακεδονική Ορθόδοξη Θεσσαλονίκη.

Ο Μπουτάρης πάντως έβαλε προτεραιότητες που δίνουν έμφαση στην πολυπολιτισμική ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Σ.Σ.: Εύχομαι να μην τον κατασπαράξουν οι λύκοι της πόλης που εδώ δεν είναι καν γκρίζοι, αλλά κατάμαυροι.

Αναπνεύσατε πάντως με την εκλογή Μπουτάρη;

Σ.Σ.: Ο Μπουτάρης έχει δημιουργήσει, για πρώτη φορά έπειτα από μια 20ετία, θετικές αναμονές. Δεν λέω «ελπίδες» γιατί παραείναι ρομαντική λέξη. Προτιμώ να πω ότι λειτουργεί ξανά αυτό το «για να δούμε. Κάτι καλό μπορεί να βγει». Η αναπνοή θα ’ρθει όταν τα πράγματα θα αρχίσουν να υλοποιούνται. Εγώ αισιοδοξώ ακριβώς επειδή ο Μπουτάρης δεν έχει ανέφικτα οράματα. Ως επιχειρηματίας είναι πραγματιστής, που σημαίνει ότι έχει μάθει να βάζει έναν στόχο, να τον πετυχαίνει και μετά να στοχεύει στο επόμενο βήμα. Ετοιμάζεται να κάνει επεμβάσεις στην πόλη, οι οποίες δεν είναι ανέφικτες, ούτε πανάκριβες. Ας ξεκινήσουμε από αυτά και βλέπουμε και για τα υπόλοιπα.

Ωστόσο η σχέση του με τον Άνθιμο έχει γίνει ήδη ανέκδοτο.

Σ.Σ.: Νομίζω ότι άθελά του ο Άνθιμος βοήθησε πολύ στην εκλογή Μπουτάρη.

Υπάρχει περίπτωση η κρίση να διογκώσει την ακροδεξιά τάση στη Θεσσαλονίκη;

Σ.Σ.: Νομίζω ότι η Αθήνα κινδυνεύει περισσότερο από αυτό. Έχω δει τη μεταμόρφωση που έχει υποστεί το κέντρο της. Η εγκληματικότητα, το πρόβλημα με τους παράνομους μετανάστες, η φανερή ή υπόδηλη βία, έχουν πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Στη Θεσσαλονίκη είναι ακόμα κάπως πιο «οικογενειακή» η κατάσταση. Υπάρχει εγκληματικότητα, αλλά όχι στον βαθμό που υπάρχει στην Αθήνα, με γειτονιές όπου να μην τολμάς να πατήσεις μετά τις 8 το βράδυ. Φοβάμαι μάλιστα ότι θα έχει άσχημη εξέλιξη αυτή η ιστορία, απλά γιατί δεν υπάρχει κάτι ικανό να την αναστρέψει. Όσο συνεχίζει να υπάρχει ανεξέλεγκτη είσοδος μεταναστών και κυκλώματα που τους εκμεταλλεύονται, φοβάμαι ότι έρχονται μέρες ακόμα δυσκολότερες για την Αθήνα.

Για την περιβόητη κρίση τι σκέφτεστε;

Σ.Σ.: Τα βλέπω όλα μαύρα και άραχλα. Στην αρχή είχα προσπαθήσει να πιπιλίσω κι εγώ την καραμέλα που λέει ότι μπορεί να βγουν και καλά πράγματα μέσα από την κρίση. Φλέρταρα για λίγο μ’ αυτή την ιδέα, αλλά την απέρριψα πολύ γρήγορα γιατί κατάλαβα ότι για να ερμηνεύσεις ένα φαινόμενο πρέπει να ξέρεις τις αιτίες του. Όταν υποστηρίζεις ότι μπορεί να βγουν και καλά πράγματα από την κρίση, ξεκινάς από την πεποίθηση ότι για την κρίση φταίμε εμείς. Ότι ήμασταν κακά παιδιά, «τα φάγαμε όλοι μαζί», αλλά τώρα θα γίνουμε ένα ωραίο νοικοκυρεμένο κράτος και… happy end με το σεμεδάκι πάνω στην τηλεόραση. Όσο περνάει, όμως, ο καιρός και διαβάζω στις εφημερίδες αναλύσεις ξένων και Ελλήνων οικονομολόγων, καταλαβαίνω ότι αυτό είναι ένα κερδοσκοπικό παιχνίδι που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα.

Εμείς δεν φταίμε καθόλου;

Σ.Σ.: Αυτό το παιχνίδι πυροδοτείται κάθε φορά από την εκάστοτε εθνική συμπεριφορά: στην περίπτωσή μας είναι χαρακτηριστικό το πώς οι κυβερνήσεις έχτισαν ένα σάπιο, ελλειμματικό δημόσιο που επιβαρύνει την οικονομία ή τι ευθύνη είχε η ιδιωτική πρωτοβουλία που δεν κατάφερε για δικούς της λόγους να γίνει ανταγωνιστική και τι ευθύνη είχαν οι συνδικαλιστές. Παρ’ όλα αυτά το σπίρτο το κρατούσε άλλος: οι Αγορές. Σε κάθε οικονομία υπάρχουν αδύναμοι κρίκοι τους οποίους εκμεταλλεύεται ένα σύστημα Αγορών που δεν έχει να κάνει με τις ευθύνες κάθε κράτους. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να πιστέψω ότι το πρόβλημα θα λυθεί με τα μέτρα περιστολής δαπανών και με τις περικοπές.

Μήπως μια λύση θα ήταν ένα… σεμινάριο βλακείας;

Σ.Σ.: Η ανθρώπινη σκέψη γίνεται απάνθρωπη όταν δεν έχει, σε ένα ποσοστό, το χάρισμα μιας αφέλειας ή μια γλυκιάς αθωότητας που σε κάποιους φαίνεται βλακεία. Οι κοινωνίες όταν βασίζονται αποκλειστικά στο χρήμα, που ανακηρύσσεται παράγοντας καπατσοσύνης και ευφυΐας, αυτοκαταστρέφονται. Εκεί λοιπόν η κρίση ίσως να κάνει ορισμένους ανθρώπους να αντιληφθούν σε επίπεδο καθημερινής ζωής ότι υπάρχει ανακούφιση και σε πιο απλά πράγματα. Αν δεν είναι κάποιος σε ακραία απελπιστική θέση, ας προσπαθήσει να το φιλοσοφήσει λίγο, για να μπορέσει να επιβιώσει σ’ αυτό το πολύ δυσάρεστο κλίμα που, δυστυχώς, πιστεύω ότι θα μας ακολουθεί για χρόνια.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.