15/10/2018 15:15:23

Η γλωσσική και η άλλη παρακμή

 

Με διασκεδάζουν, τ' ομολογώ, οι επιθέσεις εναντίον του Γιώργου Μπαμπινιώτη. Είτε προέρχονται από κύκλους γλωσσολογικούς (συχνά από πρόσωπα αξιόλογα, με προσφορά), είτε από αψίθυμους αντεθνικιστές, ιδεολόγους του διεθνισμού, σταυροφόρους κατά της "ελληνικής συνέχειας", της "τρισχιλιετούς" κ.ο.κ. Και με διασκεδάζουν διπλά: όχι μόνο επειδή φέρνουν στην επιφάνεια ζητήματα πράγματι επίδικα και τα φωτίζουν με τον πιο συναρπαστικό τρόπο (δεν νοείται δημόσιος διάλογος χωρίς έριδες και δεν υπάρχει έριδα γονιμότερη για τη σκέψη από την πολεμική), αλλά και επειδή εικονογραφούν με τρόπο μοναδικό την ανελέητη ειρωνεία της ιστορίας.

Ο καθηγητής Μπαμπινιώτης πνευματικά έχει τις καταβολές του στην παράταξη εκείνη που ηττήθηκε στον δισχιλιετή αγώνα μεταξύ αττικής και κοινής γλώσσας, καθαρεύουσας και δημώδους. Δίδαξε στο Αθήνησι, το προπύργιό της, και τα πρώτα του ιδίως δημοσιεύματα φέρουν καθαρά πάνω τους τη συμπάθειά του προς μερικές έστω από τις ιδέες της. Κι όμως, και εδώ είναι η ειρωνεία, αν ένας γλωσσολόγος σφράγισε τη Μεταπολίτευση με το έργο, την προσωπικότητα και τη δημόσια παρουσία του ήταν αυτός! Την περίοδο ακριβώς που το επίσημο κράτος στρεφόταν στη δημοτική, έφερνε το μονοτονικό, έβαζε ψαλίδι στη διδασκαλία των αρχαίων κ.ο.κ., ο άνθρωπος που επηρέαζε περισσότερο τη συλλογική μας στάση απέναντι στη γλώσσα, ο εθνικός μας γλωσσολόγος στην ουσία, γινόταν κάποιος που σε πολλά βρισκόταν αντίθετος, που προέβαλε ενστάσεις και αντιρρήσεις.

Πού οφείλεται το παράδοξο; Σε δύο λόγους νομίζω. Ο πρώτος είναι η εξαιρετική ποιότητα του έργου του Μπαμπινιώτη. Όποιος παλεύει με τη γλώσσα, ως συγγραφέας ή μεταφραστής, ξέρει λ.χ. από πείρα πόσο πολύ υπερέχει στην πράξη, ως εργαλείο καθημερινό, το λεξικό του από το αντίπαλον δέος του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, κι ας διατίθεται το τελευταίο δωρεάν στο διαδίκτυο. Ο Μπαμπινιώτης δεν ψαλιδίζει την ιστορία της γλώσσας μας, δεν θεωρεί ότι υπάρχουν "λέξεις περιττές" (όπως πίστευε λ.χ. ο Κριαράς του οποίου το νεοελληνικό λεξικό, υπόδουλο σ' αυτή τη μίζερη αντίληψη, είναι πάμπτωχο σε λέξεις και εκφράσεις της λόγιας παράδοσης), δεν αποκλείει, αλλά περικλείει.

Τα ίδια ισχύουν για τη γραμματική του (σε συνεργασία με τον καθηγητή Κλαίρη), τα μικρότερα λεξικά του, την ιστορία της ελληνικής, τις ορθογραφικές του αντιλήψεις, τις παρεμβάσεις του στα γλωσσικά κ.ο.κ. Μπορεί ενίοτε να πέφτει έξω, κάποια λήμματα να είναι άστοχα (και σε ποια ανάλογη εργασία δεν είναι;), εδώ ή εκεί να υπερβάλλει, αλλά δεν του λείπει ούτε η εκφραστική καλαισθησία ούτε η διακριτική ικανότητα. Από τη δουλειά του Μπαμπινιώτη βγαίνεις πλουσιότερος, συμφιλιωμένος με την γλωσσική πραγματικότητα, πιο βέβαιος για το γλωσσικό σου αισθητήριο. Από τα πονήματα άλλων αντίθετα συχνά έχεις την εντύπωση ότι μένεις μισός – τόσο πολλοί είναι οι κρίσιμοι κρίκοι που στανικώς έχουν αφαιρεθεί από την αλυσίδα. Σε μια εποχή, όπου οι παλιοί δημοτικιστές μετατράπηκαν σε καθαρολόγους και κυκλοφορούν με τη μεζούρα, ο "νεοκαθαρευουσιανισμός" του Μπαμπινιώτη αποκαθιστά τη φυσική ισορροπία.

Ο δεύτερος λόγος είναι η κριτική διάσταση του έργου του. Στον Μπαμπινιώτη βρίσκει κανείς πειστική αναίρεση των δύο μεγαλύτερων, και αφελέστερων, ιδεολογημάτων περί γλώσσας που καλλιεργεί μια σημαντική μερίδα της σημερινής γλωσσολογίας, και όχι μόνο: ότι η γλώσσα είναι τάχα μου, ή πρέπει να είναι, αποκλειστικά "χρήση", όχι δηλαδή στοιχείο ταυτότητας, αυτοσυνειδησίας και αυτοκατανόησης. Και ότι οι γλώσσες τάχα δεν φθείρονται, αλλά απλώς "αλλάζουν", εξελίσσονται, χωρίς αυτή τους η εξέλιξη από μόνη της να μπορεί να λάβει πρόστιμο θετικό ή αρνητικό.

Ο Μπαμπινιώτης αναμετρήθηκε και με τις δύο αυτές πλάνες. Και έδειξε το προφανές, ότι η γλώσσα δεν πατάει στους νόμους της αδράνειας και της μηχανικής, πάει βαθύτερα. Ότι είναι μέγεθος πρωτίστως πολιτικό: συμβολικός και υπαρξιακός δεσμός, κοινωνικό συμβόλαιο ενός διακριτού συλλογικού υποκειμένου που μέσω αυτής διακηρύσσει τη βούλησή του να παραμείνει τέτοιο, τουτέστιν διακριτό από τις άλλες γλωσσικές και πολιτισμικές κοινότητες.

Η παρακμή μιας γλώσσας, η υποβάθμισή της στη δημόσια σφαίρα, η άλωσή της από αχρείαστους ξενισμούς, ο εκφολκλορισμός και η περιθωριοποίησή της στους κρίσιμους τομείς της οικονομίας, της τεχνολογίας και της εκπαίδευσης, δεν δηλώνουν τόσο τη φθορά της ίδιας, αυτό από μόνο του θα ήταν φαινόμενο ανατάξιμο. Αλλά, πολύ περισσότερο, δείχνουν την παρακμή των μηχανισμών της ίδιας της συλλογικής αυτοσυντήρησης. Η σημερινή ελληνική είναι μια τέτοια περίπτωση, μια γλώσσα απομιμητική και πιθηκίζουσα στα ήθη της όσο και η κοινωνία που τη μιλά. Μια γλώσσα εξαρτημένη από τα ξένα δάνεια και τους αλλότριους πόρους όχι λιγότερο από την ελληνική οικονομία.

 

* Ο Κ. Κουτσουρέλης είναι συγγραφέας

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.