14/11/2019 22:39:21
31.1.2011

Η σελίδα του λοξού

Η σελίδα του λοξού - Media

Ο σοφός κουτσούρεψε το λυπημένο κείμενο. Διορισμένος ο αφηγητής κλότσησε τη μεγαλο­πρεπή ασυνταξία της μεγάλης πνοής και αφέθη­κε στη γραμμή της δικής του ράχης. Ένα δάχτυλο να υποστηρίζει την παρειά, η φωνή να βγαίνει αργή και συρτή και οι διακοπές του αέρα, αυτοί οι αναγκαίοι χρόνοι, να κάνουν το εφέ της εντύ­πωσης ισχυρότερο. Πρόβα έναντι κατόπτρου.

Αναφώνησε ο υπερπαθής και μοναχικός μέ­θυσος, καταπίνοντας τη μικρή λίμνη που φυλακίστηκε βιαστικά στην κοιλάδα της αναπαραγωγής του σκεπτικού.

Δελτίο ειδήσεων η ζωή, πήρε το μονοπάτι αφήνοντας πίσω τις κοτρόνες απ’ τις βραχόπετρες, αυτά τα σημάδια τα απαραίτητα για την οσιογραφία των προθέσεων.

Καλώδιο τεντωμένο η υπομονή, ξεπέρασε τα όρια της καμπύλης και μεταμορφώθηκε. Και κοιτάς κι ακούς και γελάς και κλαις και σβήνεις τους ζωγραφισμένους.

Το ντουβάρι έχει φράξει για τα καλά την ορα­τότητα και γιόμισε ο τόπος από βαθυστόχαστα ρήματα.

Η Ελλάδα της παρέας εμπύρετη καταπιάνεται με τη ρητορική της ευήθειας, ενώ τα μαλάκια εις τα πινάκια συνοδεύουν την εκ προθέσεως προϊ­σταμένη αδιαφορία.

Τοιουτοτρόπως ρέουν οι κάνουλες με τα μολυβόλογα για να φορτίζεται το βραδινό με τα ελ­λείμματα της μέρας.

Και στις περιοχές απείρου κάλλους, γυναίκα

λιτή, ξανθόκομη και πεισματάρα, υπουργός για άλλες συνοικίες η Τίνα η Μπιρμπίλη πράττει μέρος του αυτονόητου και εξεγείρονται οι σκυροδεματοκράτορες για τον αφανισμό του χαρμανιού. Χαλίκια της φύσεως περιορίζουν την εποψία του τοπίου, καθαρώς και εντέχνως!

Στα σαλόνια των δρόμων η πείνα προετοιμά­ζεται για τη μεγάλη έξοδο. Άνθρωποι χαμένοι, αμίλητοι κι αποφασισμένοι, για ένα χαρτί με το όνομά τους, θα δώσουν την τελευταία μετανά­στευση στην ελπίδα.

Κατά τα άλλα, όλα βαίνουν καλώς, κόμματα και κομματίδια, ψιμυθιολόγοι βολεμένοι στις φράσεις τους, συνοδοιπόροι αρπάζουν τις λέξεις απ’ τις σελίδες και τις αποτελειώνουν.

Και οι κοινωνικές σχέσεις διαχωρίζονται από τις πολιτικές κατά την άποψη της υψηλής Κυρίας, της νεοσυσταθείσης συμμαχίας!

Και επείσθη η ανάλυσις εκ της ρήσεως και ησύχασε το συναίσθημα εξερχόμενο, απολαμβάνοντας τη μοναδικότητά του. Και μια ειρωνεία γλωσσοφίλησε τον σαρκασμό ηδονιζόμενη.

Δεν θέλω αναστεναγμούς, παραφώνησε το χιούμορ συνεχίζοντας την ανάγνωση των προσωπογραφιών.

Ωραία η καλύβα κι η στέγη με τα ξεραμένα χόρτα. Ωραία κι η παγίδα με τα μεγάλα δόντια. Χάσκει καμουφλαρισμένη σαν πηγαδάκι με δρο­σερό νερό. Κουβαδάκι δεν υπάρχει βέβαια πουθενά, παρά μόνο εικονογραφημένο.

Κρύο το μεγαλείο του χειμώνα μεταχειρίζεται

τη μοναξιά με απίστευτη σκληρότητα. Ούτε ένα τραγούδι πάνω σε ένα δέντρο, ούτε μια φλόγα παραστρατημένη, μοναχά χνότα πανικόβλητα και σκεπασμένα σώματα.

Και στο παλιό βιβλίο που ανακάλυψες είδες εκείνα τα άτακτα γράμματα τα πρώτα.

«Θα έρθει ο χρόνος, αγάπη μου, θα έρθει!»

Παύση πρώτη.

«Θέλω μια μέρα μόνο μαζί σου, μέχρι να νυ­χτώσει!»

Παύση δεύτερη.

«Θέλω μια νύχτα μόνο μαζί σου μέχρι να ξη­μερώσει!»

Αντιφώνηση υπέρτεχνη περίζωσε την απου­σία της στιγμής και την έπνιξε!

Στα πολυκαταστήματα των ανθρώπινων ανταλ­λαγμάτων ανούσιοι επιβήτορες της καθημερινό­τητας ανακατεύουν τη σημαδεμένη τράπουλα.

Και μένει το γέλιο, αμυντικός μηχανισμός, να ανατρέπει την εικόνα.

Και ξαφνικά δυο μάτια πάνω σε ένα πόδι σε κοίταξαν υποσχόμενα και ένα κεφάλι σε κλότση­σε φιλικά στα πισινά.

Και υποκλίθηκες στην ευρηματικότητα αφαι­ρώντας την απεριόριστη συγκέντρωση της ηλιθιότητας!

 

Μυογράφημα

Η παρέα είχε συγκεκρι­μένη σύνθεση.

Το υλικό ανθεκτικό, σκληρό και αδυσώπη­το. Σίδερο και ξύλο ανακατε­μένο με αλλοιωμένες σκέ­ψεις. Περιελίξεις επιθυμιών, ακατέργαστα σκευάσματα δι­ορισμένης αξίας. Εντολές υπερώων, δακτυλοδεικτούμε-να συναρμολογημένα ανθρω­πάκια, περιορισμένης εμβέ­λειας.

ΕΠοιητάδες και συγγρα­φείς, μουσικοί και συν­θέτες, τραγουδιστάδες, πολι­τικάντηδες και δημοσιογρά­φοι παντός καιρού και πάσης εικόνας, ονόματα βαρυπρεπή μονοπωλούν την αναγνώριση στην παράγκα με την επιγρα­φή «Η ωραία Ελλάς».

Επιτυχία και χρήμα και ποτάμια δοκησισοφίας να παρερμηνεύουν την ουσία και να φτειάχνουν μονολόγους κατάπτυστων συμβολισμών.

Θρασείς κληρονόμοι μιας χρόνιας σαθρής νοοτροπίας ευτυχούν φιλοσο­φώντας επί παντός του επιστητού, εισπράττοντας την ευλογία του εφήμερου.

Ατάλαντοι μεσάζοντες ρημάτων πάσης φύσεως κομπορρημονούν στις μεγάλες αίθουσες παρουσιάζοντας την αγορασμένη πραμάτεια τους. Συνοδοιπόροι της πολύμορφης εξουσίας επιβιώνουν σε κάθε σύστημα αντιγράφοντας στην πλαστική συνείδησή τους το καταστατικό των επιθυμητών παραγράφων.

Τριγύρω οι θεατές, οι ρακένδυτοι, οι έντιμοι, οι ταπεινοί, να μιλούν σιγανά προσπαθώντας να ερμηνεύσουν.

Και σαν μαχαιριά να πληγώνει η ολίγιστη φράση της βρόμικης συγκά­λυψης.

«Έξυπνος, τα κατάφε­ρε!»

Ο ορισμός της κατάντι­ας μέσα σε μια πρότα­ση χωρίς το άρθρο στο υπο­κείμενο.

Στον τοίχο κρεμασμένα τα χαρτιά και στις αδει­ανές τις τσέπες τα χρόνια των θρανίων.

Καφενεδάκι το χωριό, γνωστή η αναπνοή του.

Προστακτική μου ξετσίπωτη, παραμίλησε η γραμματική και έσβησε τη λέ­ξη.

Κι άφησε τα αποσιωπητικά να την υπονοή­σουν.

 

Χρώμα

Κιτρινόχροα τα σημεία. Τόνοι αφημένοι στο κείμενο. Οξεία αναπνοή, κόμπιασμα της απάντησης. Ενόχλημα της ανατροπής, επίκνισμα στην ηρε­μία.

Στυφή διαδρομή πεταμένη στο πράσινο. Χιλιοτραγουδισμένη και πανέμορφη, μυρωδάτη και τσαχπίνα.

Κρεμασμένη στις νυχτιές να νοστιμεύει το φεγ­γάρι.

Και την ποδιά της κόρης προσκεφάλι έκανε το παλληκάρι κι ονειρεύτηκε. Έκλεισαν τα κλαδιά και σφράγισαν τα χείλια και ένα άστρο μέθυσε πίνοντας την αγάπη. Παραμύρισε το φως, σάλεψε ο ουρανός, κρυφτήκαν οι σκιές και έμειναν τα σώματα. Στις μνήμες, στις αυλές, στα ξωκλήσια. Στις υποσχέσεις της αιωνιότητας. Γεύση ανυπέρβλητη, τελευταίο γράμμα του θέ­ματος.

Σπάραγμα κρυμμένο στους στίχους. Μαγεμένο ίχνος στα περβόλια της ανάμνησης.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.