19/01/2019 07:25:53

Το χρονικό μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας

 

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, η Ελλάδα αναπτυσσόταν στηριγμένη σε έναν πραγματικό οργασμό βιομηχανικής παραγωγής, αγροτικής παραγωγής και ανάπτυξης εμπορικής ναυτιλίας. Αναπτυσσόμασταν παράγοντας και καταναλώνοντας. Από τη δεκαετία όμως αυτή τα πράγματα άλλαξαν ριζικά. Ανάπτυξη και κατανάλωση έπαψαν να συμβαδίζουν. Ο παραγωγικός ιστός της χώρας μεθοδικά άρχισε να καταστρέφεται. Αυτό καταδήλως οφειλόταν στην πρόταξη ως τρόπου πλουτισμού μιας νέας έννοιας περί οικονομικής αποτελεσματικότητας, στηριγμένης σε ένα νέου τύπου χρηματοπιστωτικό σύστημα, που ευνοούσε τον πλουτισμό μέσω υψηλών επιτοκίων, «ρέπος» και παραγώγων, τρόπος που εν πολλοίς υιοθετήθηκε και από το ίδιο το κράτος. Μιλάμε για τον λεγόμενο νεο-φιλελευθερισμό, που η μόνη σχέση που είχε με τον παλαιότερο παραγωγικό οικονομικό φιλελευθερισμό ήταν η καπήλευση και διαστρέβλωση του όρου του. Αυτός ο νέος τρόπος καταδήλως ευνοούσε τα κράτη με ισχυρές βιομηχανικές και λοιπές παραγωγικές υποδομές, τα οποία έγιναν ακόμα πλουσιότερα, ενώ τα φτωχότερα επαφίονταν στην ελκυστική παγίδα της άκοπης κατανάλωσης, χρηματοδοτούμενης από εξωτερικό δανεισμό. Όσο περισσότερο δανείζονταν τα μικρότερα κράτη, τόσο περισσότερο τα ανεπτυγμένα κράτη ενισχύονταν και τόσο περισσότερο αυτά τα υπολειπόμενα σε παραγωγή κράτη έπεφταν στην εξάρτησή τους.

Στη χώρα μας η καταστροφή, δηλαδή η πλήρης διάλυση της παραγωγικότητας και η διόγκωση του εξωτερικού δανεισμού, ολοκληρώθηκε με το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ. Χάσαμε το όπλο της διολίσθησης του εθνικού μας νομίσματος, που κράταγε σε κάποιο επίπεδο την ανταγωνιστικότητά μας και ο μόνος τρόπος να κρατηθεί σε ανεκτά επίπεδα το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, αλλά και η εκάστοτε πολιτική εξουσία στη θέση της, ήταν ο εξωτερικός δανεισμός. Ιδού ο φαύλος κύκλος. Από τη μια η εν πολλοίς εντεταλμένη ή απλώς βλακώδης – ή και τα δύο μαζί – πολιτική της νέας εγκαθιδρυμένης αντιπαραγωγικής έννοιας περί οικονομικής αποτελεσματικότητας, από την άλλη ο υπέρμετρος δανεισμός, ολοκλήρωναν σταδιακά και μεθοδικά τη διάλυση της χώρας μας ως οικονομικής και παραγωγικής οντότητας. Αυτό αφορά όλα τα κράτη της νότιας Ευρώπης, αλλά την Ελλάδα κατ’ εξοχήν. Ήταν και είναι ο πιο αδύναμος κρίκος, ως περισσότερο ελεγχόμενη πολιτικά, αλλά και ως «οικόπεδο» με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Το νεοελληνικό κράτος δημιουργήθηκε ως προτεκτοράτο και δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να ξεφύγει από τη μοίρα αυτή. Όποτε το προσπάθησε εμποδίστηκε, ενίοτε βιαίως, όπως το 1922, ενίοτε «ομαλότερα», δηλαδή με δοτές και εξαρτώμενες πολιτικές ηγεσίες (που όμως μέχρι μιας εποχής λειτουργούσαν έξυπνα και με όρους win-win).

Η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά και στις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, δείχνει να εξυπηρετεί αυτό που πολλοί αναλυτές βλέπουν στις προθέσεις του ευρωπαϊκού Βορρά: την επιθυμία δημιουργίας σε αυτές sweatshops, δηλαδή εργοστασιακών χώρων «κινεζοποιημένης» εργασίας, γιατί η Κίνα αναπτύσσεται, είναι και μακριά. Ενδεχομένως να θεωρούν πως έτσι θα χρησιμοποιηθούν και οι πληθυσμοί των οικονομικών μεταναστών που εισρέουν στην Ελλάδα αλλά και στην Ιταλία (η Ιταλία, λόγω του μεγάλου εξωτερικού της χρέους αποτελεί τον επόμενο στόχο, ιδίως αν δεν ενδώσει πλήρως η Ελλάδα). Προς αυτό καταδήλως στοχεύει και ο όρος που θέτουν οι «επενδυτές» να δημιουργηθούν «Ειδικές Οικονομικές Ζώνες» (εδώ πρέπει να πούμε πως δεν διαφωνούμε με την δημιουργία Ε.Ο.Ζ. Αντιθέτως θεωρούμε πως με έναν αυστηρό κρατικό έλεγχό τους, προς αποφυγή ακραίας εκμετάλλευσης των εργαζομένων, καθώς και με έναν σωστό ανταποδοτικό σχεδιασμό τους, μπορούν να συμβάλλουν τα μέγιστα και στην τόνωση της εγχώριας παραγωγής και της ανάπτυξης ανθρώπινου κεφαλαίου, π.χ. με την ανάπτυξη σε τέτοιες Ε.Ο.Ζ. silicon valleys. Π.χ. γνωρίζω πως η Περιφέρεια Πελοποννήσου έχει εκφράσει τέτοιες προθέσεις).

Το χρονικό που ακολούθησε η χώρα μας για να φτάσει να είναι έτοιμη να δεχθεί τα sweatshops προσιδιάζει με «αυτοεκπληρούμενη προφητεία». Οι τελευταίες εξελίξεις – Καστελόριζο, δανειακές συμβάσεις που οδήγησαν σε περαιτέρω κάμψη της παραγωγικότητας της χώρας, πρόθυμες πολιτικές ηγεσίες – βοήθησαν τα μέγιστα σε αυτό. Οι πρόσφατες πολιτικές ηγεσίες εκλέχτηκαν αρχικώς γιατί μας διαβεβαίωσαν δολίως πως «λεφτά υπάρχουν» και μετά μας οδήγησαν στον θανάσιμο εναγκαλισμό μας με το ΔΝΤ. Στη συνέχεια οι κυβερνήσεις άλλοτε ανερυθρίαστα όριζαν υπαλλήλους του διεθνούς ανώνυμου χρηματοπιστωτικού συστήματος σαν πρωθυπουργούς και υπουργούς Οικονομικών, άλλοτε εκλέχτηκαν με την υπόσχεση να «σκίσουν τα μνημόνια» και μετά ενέδωσαν πρόθυμα – ηθελημένα ή αθέλητα – στις επιταγές των εγχώριων και εξωτερικών εκπροσώπων των δανειστών μας. Όλα τα μέχρι τώρα δήθεν επιτεύγματα των προηγούμενων κυβερνήσεων αύξαναν διαρκώς το χρέος μας και την εξάρτησή μας, αυτό δείχνουν όλα τα νούμερα και όλοι οι δείκτες.

Πρέπει να ομολογήσουμε πως η σημερινή κατάσταση έχει μια ιδιαιτερότητα, δεν φαίνεται όμως τελικώς να αποκλίνει της μοίρας μας. Ο σημερινός πρωθυπουργός, είτε γιατί, όπως έλεγε ο Σαββόπουλος, «…και μεις που αριστερίσαμε ποιο τάχα ήταν το λάθος, εφιάλτης ήταν τ’ όνειρο αλήθεια όμως το πάθος…», είτε γιατί (πάλι Σαββόπουλος) κινήθηκε «...με νεανικό και αγνόν ενθουσιασμό…», είτε γιατί είναι άπειρος και απονήρευτος, δείχνει να το παλεύει. Μπορούμε ίσως να του καταλογίσουμε απειρία, ανοησία, κατάλοιπα τρόπου συζητήσεων φοιτητικού αμφιθεάτρου και ό,τι άλλο θέλει ο καθένας. Δεν μπορούμε όμως να μην του αναγνωρίσουμε πως το πάλεψε και το παλεύει (άλλωστε δεν τελείωσε ακόμα). Ο αντίπαλος των Τσίπρα - Βαρουφάκη (απόλυτα καταρτισμένος οικονομολόγος ο δεύτερος, με διεθνή εμβέλεια) ήταν και είναι το επικρατούν σύστημα στην Ε.Ε. και οι ανομολόγητες επιθυμίες των άγνωστων «επενδυτών» και οι ανομολόγητες επιθυμίες των Γερμανών που καταδήλως επιχειρούν οικονομική καθυπόταξη της Ευρώπης[i].

Δείχνουν όμως να χάνουν τη μάχη. Οδηγήθηκαν από τα «γεράκια» της Ε.Ε. σε ένα απίστευτα σοβαρό σφάλμα, που ενδεχομένως αποβεί μοιραίο. Αναφέρομαι στο απόλυτα παράλογο και πολύ επικίνδυνο δημοψήφισμα της Κυριακής.

Το υπό συζήτηση δημοψήφισμα πάσχει πανταχόθεν και γελοιοποιεί την κυβέρνηση. Παραπέμπει τον ψηφοφόρο σε ανάγνωση ενός πολυσέλιδου κειμένου και να αποφασίσει περί αυτού εντός ελάχιστου χρόνου. Πέραν αυτού, τα δημοψηφίσματα καλούν τους πολίτες να αποφασίσουν για κάτι οριστικώς, θέλεις π.χ. τον γάμο ομοφύλων, ναι ή όχι, θέλεις να αποτελούμε μέρος του Ηνωμένου Βασιλείου, ναι ή όχι, θέλεις Βασιλεία, ναι ή όχι, κ.λπ. Εδώ τι καλούνται οι πολίτες να αποφασίσουν; Μία φάση της διαπραγμάτευσης; Ο κος Τσίπρας διαβεβαιώνει πως «το δημοψήφισμα αποτελεί μέρος της διαπραγμάτευσης». Η παρούσα κυβέρνηση έστειλε αρχικά στη διαπραγμάτευση τον υπουργό Οικονομικών. Στη συνέχεια στέλνει και τον κο Τσακαλώτο και τον κο Δραγασάκη, νομίζω και κάποιους άλλους. Τώρα στέλνει και όλους τους πολίτες της χώρας; Κάνει δημοψήφισμα όχι για οριστική απόφαση, αλλά σαν διαδικασία διαπραγμάτευσης; Έχει αυτό λογική;

Το χειρότερο όμως είναι πως αυτό το πέραν κάθε λογικής δημοψήφισμα ενέχει έναν μεγάλο κίνδυνο. Αποπροσανατολίζονται οι ψηφοφόροι από τον διακηρυγμένο αλλά παράλογο λόγο του, επικίνδυνα διχαζόμενοι και οδηγούμενοι σε απόφαση με την οποίαν στην πλειονότητά τους δεν συμφωνούν. Ενώ και τα δύο μέρη διακηρύττουν πως είναι υπέρ της Ε.Ε. και του ευρώ, ενώ και τα δύο μέρη επιζητούν περαιτέρω διαπραγμάτευση (θέλω να ελπίζω για τους ζηλωτές του «ναι»), αντιμάχονται χωρίς λόγο. Με μόνη ίσως τελική διακύβευση την παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ στην κυβέρνηση της χώρας (κάτι που άλλωστε ο αντικαγκελάριος της Γερμανίας το λέει ευθέως: δεν θέλουμε τον Τσίπρα).

Εν μέρει αιτιολογείται αυτός ο αποπροσανατολισμός, γιατί παράλογο πάνω στο παράλογο δεν πρέπει να μας ξενίζει. Μου θυμίζει λίγο τον Andre Breton, που όταν τον ρώτησαν γιατί δεν πάει να δώσει διάλεξη για τον σουρεαλισμό στην Ελλάδα απάντησε πως δεν χρειάζεται, γιατί οι Έλληνες είναι από μόνοι τους σουρεαλιστές. Αν προκύψει «όχι», πρακτικά δεν θα έχει γίνει τίποτα απολύτως. Θα έχει επικυρωθεί ένα καλλιτεχνικό happening. Το κακό όμως είναι πως αν προκύψει «ναι», σημαίνει ότι ο ελληνικός λαός δέχεται την από (αντιγράφω από το ψηφοδέλτιο) «25.06.2015 πρόταση που αποτελείται από δύο μέρη…» των δανειστών, άρα η διαπραγμάτευση τελείωσε, είναι απολύτως βέβαιο πως αυτό θα προτάξουν οι δανειστές στη νέα κυβέρνηση, οι εξελίξεις έτσι επιταχύνονται.

Γι’ αυτό όμως δεν θα φταίνε μόνο οι ψηφίσαντες «ναι», θα φταίει ίσως περισσότερο η κυβέρνηση, σε σημείο να κατηγορηθεί πως το προκάλεσε σκοπίμως. Θα μπορούσε κάλλιστα να αρνηθεί την πρόταση αυτή, είχε και έχει τη λαϊκή εντολή και αποδοχή. Το ότι δεν τόλμησε να την αρνηθεί, δίνει λαβή στους αντιπολιτευόμενους να εικάσουν και να διακηρύξουν πως η μη αποδοχή της (τραγικής) πρότασης των δανειστών σημαίνει έξοδο από το ευρώ και την Ε.Ε. Δίνεται δηλαδή λαβή να εικάσει κανείς πως από μόνη της η κυβέρνηση προκάλεσε τον αποπροσανατολισμό του δημοψηφίσματος από το διακηρυγμένο νόημά του. Ποιος τελικά μας σπρώχνει περισσότερο από τον άλλον στα «γεράκια»; Το ΚΚΕ δεν έχει άδικο τελικώς, παρά του ότι δεν προτείνει εναλλακτική της Ε.Ε. λύση. Άλλωστε την Ε.Ε. τη θέλει η συντριπτική πλειονότητα του ελληνικού λαού, συμμετέχει σε αυτό και το ΚΚΕ που ίσως συστημικά και αυτό φερόμενο δεν έχει, ούτε προσπαθεί να αποκτήσει, πειστικές προτάσεις.

Δεν αμφισβητώ ότι ενδεχομένως ο πρωθυπουργός να οδηγήθηκε σε αυτό το παράλογο δημοψήφισμα αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τους ίδιους τους βουλευτές της παράταξής του. Αλλά και εδώ δείχνεται αδύναμος να αρθεί πάνω από το πρόσκαιρο της σύνθεσης της κοινοβουλευτικής του ομάδας, δέσμιος της καταραμένης και κάκιστα ερμηνευμένης «δεδηλωμένης»[ii]. Εκτός και αν τελικώς ψεύδεται – εξακολουθώ να μην πιστεύω κάτι τέτοιο – και η κρυφή του ατζέντα είναι πράγματι η επιστροφή μας στη δραχμή (καταστροφική γι’ αυτήν την συγκυρία, ως επιλογή νομίσματος, πέραν των συνακόλουθων μη στενά νομισματικών συνεπειών μιας τέτοιας ενέργειάς μας).

Τελικά τι να πράξουμε; Στα πολλά άρθρα μου (τα τελευταία τέσσερα χρόνια) στο φιλόξενο και ανεκτικό «ΠΟΝΤΙΚΙ», ποτέ δεν θέλησα να υποδείξω στους αναγνώστες μου τι να επιλέξουν πολιτικά. Προσπαθούσα και προσπαθώ να αναλύω τα φαινόμενα, που συχνά και εντέχνως αποκρύπτουν τις πραγματικές τους αιτίες και τις στοχεύσεις των δημιουργών τους. Τελικώς φαίνεται πως το «δεν δικαιούμεθα διά να ομιλούμε»[iii] εξακολουθεί να ισχύει, μέχρι στιγμής δεν έχουμε βρει τρόπο να το ανατρέψουμε. Ο κος Τσίπρας, επί του παρόντος τουλάχιστον, δείχνει να μην μπορεί. Τα επί μέρους που λέμε και κάνουμε (συμπεριλαμβανομένων αυτών που κάνει τώρα ο κος Τσίπρας) απλώς επιβεβαιώνουν τη μοίρα του προτεκτοράτου [iv] στο οποίο ανήκουμε.

 

* Ο Δρ. Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων, Καθηγητής ΤΕΙ, Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού Αντικειμένων

 

 

[i] «Η ανομολόγητη διακύβευση και η μυστική πολιτική», ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ http://www.topontiki.gr/article/131001/i-anomologiti-diakyveysi-kai-i-mystiki-politiki

[ii] «Η κατάρα της δεδηλωμένης», ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ http://www.topontiki.gr/article/132804/i-katara-tis-dedilomenis-kai-epistoli-pros-tin-proedro-tis-voylis

[iii] «Δεν δικαιούμεθα διά να ομιλούμε», ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ http://www.topontiki.gr/article/134727/den-dikaioymetha-dia-na-omiloyme

[iv] «Η μοίρα των προτεκτοράτων», ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ http://www.topontiki.gr/article/55798/i-moira-ton-protektoraton

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.