17/10/2018 18:12:47

Πανεπιστήμια και κοινωνία

 

Στην εποχή μας υπάρχουν τα εξής δεδομένα που αλλάζουν το ρόλο και τον τρόπο όχι μόνο των Πανεπιστημίων, αλλά και όλων των υπολοίπων εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

Η ευκολία διάχυσης πληροφοριών και γνώσεων, σε συνδυασμό με την απίστευτης ταχύτητας εξέλιξη των επιστημών, των ιδεών, των γνώσεων, της θεωρίας και της πρακτικής,  έχουν αλλάξει άρδην τον τρόπο εκπαίδευσης και συνακολούθως το ρόλο των εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

1. Η κατακλυσμιαία εξέλιξη των επιστημών, εξέλιξη πολύ δύσκολο να παρακολουθηθεί και να προβλεφθεί  από μεμονωμένα άτομα, σε συνδυασμό με την οπισθοχώρηση της πατρικής  εξουσίας  και την φιλελευθεροποίηση ατόμων και κοινωνιών, έχουν οδηγήσει στην απόρριψη της καθηγητικής αυθεντίας. Επίσης στις Δυτικές αποϊεροποιημένες κοινωνίες και κράτη, επικρατεί σύστημα αξιών που εδράζεται στην ελευθερία του ατόμου και στα δικαιώματά του.  Οι φοιτητές έτσι δεν δέχονται άκριτα τις όποιες καθηγητικές και πανεπιστημιακές εξουσίες, ιδιαιτέρως όταν αυτές   διεκδικούν άκριτη αναγνώριση  της δήθεν  αυθεντίας τους. Οι σπουδαστές δηλαδή, ιδιαιτέρως των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, αλλά πλέον και οι μικρότεροι μαθητές, διεκδικούν λόγο και ρόλο  έναντι κάθε είδους προσπάθειας επιβολής, ως μέλη και συμμέτοχοι του νέου τρόπου ύπαρξης και εξέλιξης των κοινωνιών.

2. Είναι έτσι προφανές πως τα Πανεπιστήμια δεν μπορούν να υπάρξουν και να λειτουργήσουν με τον τρόπο που λειτουργούσαν   μέχρι τον 19ο αιώνα, μέχρι δηλαδή την πλήρη αποδοχή της νεωτερικής πολιτισμικής πρότασης από τη Δύση. Οφείλουν να συνεργαστούν με την κοινωνία.  Οφείλουν να αποτελούν μοχλό ανάπτυξής της, να παρακολουθούν τις εξελίξεις, να αφουγκράζονται τις ανάγκες, να συμμετέχουν στην οικοδόμηση του μέλλοντός της,  αλλά προσοχή: από τη θέση του εντολοδόχου που πληρώνεται από την κοινωνία για να την υπηρετεί, να υπηρετεί δηλαδή την πολιτισμική της εξέλιξη και την βελτίωση της ζωής των μελών της, κεντρικό σημείο της οποίας αποτελεί η πολιτισμική τους ανάπτυξη (αυτά συνιστούν τη σημασία του γενικού όρου «ανάπτυξη»). Σήμερα όμως στη χώρα μας παρατηρούμε τα εξής, που αντιβαίνουν στα ανωτέρω:

1. Στο χώρο της Ανώτατης Εκπαίδευσης, εξακολουθεί να ισχύει ένας νόμος που τον συνέταξε ένα υπουργείο με επικεφαλής υπουργό που δεν είχε  σχέση με ζητήματα στρατηγικού σχεδιασμού της Παιδείας (εκ του βιογραφικού της και της μέχρι τότε δραστηριότητάς της) και ψηφίστηκε από βουλευτές που επίσης οι περισσότεροι δεν είχαν σχέση με το ζήτημα αυτό.  Πολλοί μάλιστα εξ αυτών ίσως δεν τον διάβασαν καν, αλλά τους συνεπήρε μια επιφανειακή θεώρηση του   «ασύλου» και η λυτρωτική γι’ αυτούς κατάργησή του.

(Πρακτικώς βέβαια δεν έγινε τίποτα. Αυτό σημαίνει πως οι βουλευτές και η υπουργός απέτυχαν, άρα η στοιχειώδης δεοντολογία  επέβαλε να παραιτηθούν ή να ζητήσουν συγγνώμη για τις  λανθασμένες  ενέργειές τους, κάτι που βεβαίως δεν έκαναν). Αυτός ο νόμος είναι μια κακή αντιγραφή κανονισμών Πανεπιστημίων της αλλοδαπής.  Δεν προσανατολίζει την Παιδεία στην Αγορά, όπως συχνά λέγεται, αλλά κάνει την Παιδεία ένα στοιχείο της Αγοράς (υπό τη σημερινή περιορισμένη έννοια του όρου «αγορά»)   όπως όλα τα άλλα στοιχεία της, την κάνει εμπορικό κατάστημα που στο τέλος της ημέρας  «κάνει ταμείο». Ο «νόμος Διαμαντοπούλου» θεωρεί πως το Πανεπιστήμιο δικαιούται να  υπάρχει μόνο αν «κάνει ταμείο» και υπάρχει μόνο για να «κάνει ταμείο».

2. Το πρόβλημα συγκεφαλαιώνεται σε μεγάλο βαθμό στα περίφημα «Συμβούλια». Αναλυτικώς :

- Ο «νόμος Διαμαντοπούλου», θέλει τα Πανεπιστήμια  να ελέγχονται από ένα Συμβούλιο, το οποίο αντί να τα ανοίγει στην κοινωνία, όπως διακηρύττει, κάνει ακριβώς το αντίθετο.  Επικυρώνει  την περιχαράκωση στον εαυτό τους. Πρόκειται για Συμβούλιο που εκλέγεται – και άρα ελέγχεται - από την πανεπιστημιακή κοινότητα. Το Συμβούλιο αυτό αποτελείται   από «προσωπικότητες», υπό τη γενική και αόριστη έννοια του όρου, άρα έννοια με πολλές κατά περίπτωση ερμηνείες.  Σύμφωνα με την αποκομισθείσα εμπειρία, τα Συμβούλια αυτά ασχολούνται με την    οικονομική τους διαχείριση, κάτι σαν ΣΔΟΕ, θεωρώντας πως αυτό είναι το πρώτιστο μέλημά τους. Μα αυτή η διαχείριση, δηλαδή και αυτού του τύπου η διαχείριση, είναι έργο του Πρύτανη/Προέδρου και της Συγκλήτου,   που αποτελείται από τους Κοσμήτορες των Σχολών. Η αποστολή των Συμβουλίων  όμως – καταστατικώς- είναι ο στρατηγικός σχεδιασμός των Ιδρυμάτων και στρατηγικός σχεδιασμός σημαίνει μελέτη των γνωσιολογικών περιεχομένων των Τμημάτων των Πανεπιστημίων, σε σχέση με τις εξελίξεις των επιστημών και των κοινωνικών αναγκών και πρόταση σχετικών προσαρμογών των σπουδών τους. Προδήλως όμως δεν είναι οι προς τούτο αρμόδιοι, κυρίως γιατί δεν έχουν την κοινωνική νομιμοποίηση να αποφασίζουν περί αυτών.

- «Συμβούλια Ιδρυμάτων» βεβαίως και πρέπει να υπάρχουν, για να ανοίξουν τα Πανεπιστήμια προς την κοινωνία, δηλαδή για να φέρουν τα Πανεπιστήμια σε επαφή τόσο με τις εξελίξεις των επιστημών –που άλλωστε είναι και έργο των εκπαιδευτικών- όσο κυρίως με τις κοινωνικές ανάγκες.  Για το σκοπό λοιπόν αυτόν θα πρέπει να αποτελούνται κυρίως από νομιμοποιημένους εκπροσώπους της κοινωνίας. Που σημαίνει κυρίως από εκλεγμένα μέλη επιστημονικών και επαγγελματικών Επιμελητηρίων, αλλά και εκπροσώπους της Πολιτείας,  που φέρει γνώση της συνολικής εικόνας της κοινωνίας και γνώση περί των συνολικών κρατικών αναγκών.

- Μόνο με τον τρόπο αυτό προωθούμε τη υπόθεση της ανάπτυξης (ανάπτυξη με την ευρύτερη έννοια του όρου) και επιλύουμε το ζήτημα της ανεργίας των αποφοίτων. Μόνο με την επίλυση των ζητημάτων αυτών θα αναζωπυρωθεί το ενδιαφέρον των νέων για τα εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Δεν δικαιούμαστε να ενοχοποιούμε τους φοιτητές για την κατάδηλη αδιαφορία τους. Συχνά μιλάμε για «δυναμικές μειοψηφίες» που κλείνουν τις Σχολές. Μα το ζήτημα δεν είναι γιατί οι 30 φοιτητές «καταλαμβάνουν» και διακόπτουν τη λειτουργία της Σχολής των 30000 φοιτητών. Το ζήτημα είναι γιατί οι υπόλοιποι φοιτητές, δηλαδή η συντριπτική πλειονότητα, αδιαφορεί. Ποιος φταίει γι’ αυτό;  και η απάντηση είναι η Πολιτεία. Φταίει η Πολιτεία που δεν σχεδιάζει την Παιδεία προσαρμοσμένη στις ανάγκες της κοινωνίας, φταίει η Πολιτεία που χρησιμοποιεί τους φοιτητές για αλλότριες επιδιώξεις των πολιτικών διαχειριστών της, με τρόπο μάλιστα που ενίοτε άπτεται του κοινού ποινικού δικαίου, φταίει η Πολιτεία που προτάσσει νόμους αδύνατον να εφαρμοστούν, όταν δεν έχει επαφή με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.  Πέραν βεβαίως του ότι αυτές οι «δυναμικές μειοψηφίες» συχνά εκφράζουν  ανομολόγητες αλήθειες  – άξεστα, πρωτόγονα, αγενώς ή ότι άλλο θέλετε μπορούμε να τους προσάψουμε, αλλά αλήθειες. Αλλά και για τη συμπεριφορά τους πάλι εμείς «οι μεγάλοι» ευθυνόμαστε : εμείς φροντίσαμε να διαστρεβλώσουμε τα όνειρα και τις αξίες, αλλά και την ίδια την Παιδεία (έτσι λοιπόν αντί να τους στείλουμε την Αστυνομία, καλύτερα να τους ζητήσουμε συγγνώμη, προσπαθώντας να επανορθώσουμε).  

3. Πέραν των ανωτέρω,   ο ακόμα ισχύων «νόμος Διαμαντοπούλου» επέβαλε μια νοοτροπία επικίνδυνη και άκρως οπισθοδρομική. Νοοτροπία αναζήτησης πόρων από τα Ιδρύματα για την επιβίωσή τους (δηλαδή την επιβίωση των καθηγητών, όχι των φοιτητών, αυτοί θα πάνε σε άλλο Πανεπιστήμιο, οι καθηγητές θα μείνουν άνεργοι), νοοτροπία που ακυρώνει τον ίδιο τους το ρόλο. Η αναζήτηση των πόρων έχει καταστεί σχεδόν (επί του παρόντος, γιατί φοβούμαι μελλοντικώς αποκλειστικώς) αυτοσκοπός. Δεν αμφισβητούμε ότι  χρειάζονται πόροι. Όμως θα πρέπει οι πόροι να κυνηγούν τα Πανεπιστήμια και όχι τα Πανεπιστήμια τους πόρους. Η διαφορά είναι τεράστια.  Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, αυτή δηλαδή που προκρίνει ο «νόμος Διαμαντοπούλου»,   τα Πανεπιστήμια τρέχουν πίσω από ιδιώτες  χορηγούς που θέλουν να διαφημιστούν,  πίσω από πολιτικούς που για την υστεροφημία τους δημιουργούν «έδρες», πίσω από μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν να δημιουργήσουν επιστήμονες ειδικευμένους για το προϊόν τους και μόνο, κ.λ.π.  Στη πρώτη  περίπτωση, αυτήν που εμείς προκρίνουμε ως συνάδουσα με το ρόλο των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, το κράτος χρηματοδοτεί την Παιδεία γιατί την αναγνωρίζει ως αναπτυξιακό μοχλό του. Το ίδιο και οι Περιφέρειες της χώρας χρηματοδοτούν Εκπαιδευτικά Ιδρύματα γιατί προωθούν την ανάδειξη και ανάπτυξη του εδαφικού και κοινωνικού τους κεφαλαίου, προωθούν την ενδεχόμενη αναπτυξιακή (υπό την ευρεία έννοια του όρου) εξειδίκευσή τους. Βεβαίως δεν αποκλείουμε ιδιωτικούς πόρους, στο βαθμό όμως που δεν εμπίπτουν στην περίπτωση προσπάθειας μονοπωλιακού ελέγχου της παραγωγής και της αγοράς από ιδιωτικές επιχειρήσεις, ή σε αλλότριους των στόχων της Παιδείας σκοπούς ή ακόμα   και στην φαλκίδευση του ελεύθερου ανταγωνισμού (π.χ. με παροχή υπηρεσιών από τα Πανεπιστήμια, πέραν δηλαδή του ερευνητικού τους ρόλου).

4.Προφανώς οφείλουν να συμμετέχουν φοιτητές σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης των Πανεπιστημίων. Αναφέρομαι στην οργάνωση των σπουδών, στον καθορισμό και στην εξέλιξη των γνωσιολογικών περιεχομένων των μαθημάτων, στον καθορισμό και στην εξέλιξη των στόχων των προγραμμάτων και στη Διοίκησή τους. Θεωρούμε πως ο ήδη κατατεθειμένος στη Βουλή των Ελλήνων «νόμος Μπαλτά»,  καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τα ανωτέρω και ανοίγει προοπτικές. 

Αναφερθήκαμε στα κατά τη γνώμη μας επείγοντα ζητήματα που αφορούν κυρίως στην Ανώτατη Εκπαίδευση, αλλά θεωρούμε πως ως πρόταση εγκαθίδρυσης νέας νοο-τροπίας, αφορούν σε όλα τα επίπεδα της Παιδείας στη χώρα μας. 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.