20/11/2018 16:48:33
19.11.2009

Μια αμερικανική έκθεση «ιδεών» για την ελληνική μεταπολίτευση

Μια αμερικανική έκθεση «ιδεών» για την ελληνική μεταπολίτευση - Media

Τα πολιτικά ερωτήματα της νέας πολιτικής περιόδου που σηματοδοτούσε η επάνοδος σε ένα ανοιχτό κοινοβουλευτικό σύστημα συνόψιζε μια έκθεση της αμερικανικής πρεσβείας της Αθήνας δύο μέρες πριν τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου. Η Ελλάδα, παρατηρούσαν οι Αμερικα νοί, ήταν μια εντελώς διαφορετική χώρα, οικονο μικά και κοινωνικά, σε σχέση με αυτήν του 1964, όταν είχαν διεξαχθεί οι τελευταίες εκλογές πριν τη δικτατορία. Ο πληθυσμός είχε σε μεγάλο βαθ μό αποσυρθεί από την ύπαιθρο και ζούσε σε δύο μεγάλες πόλεις, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Οικονομικά η απόσταση υπαίθρου  αστικών κέ ντρων είχε μειωθεί, το κατά κεφαλήν εισόδημα είχε τριπλασιαστεί σε σχέση με το 1964. Υπήρχε ένας εκτεταμένος τομέας υπηρεσιών, ενώ η βιομηχανία είχε αναπτυχθεί σε βαθμό τέτοιο, ώστε περίπου το 40% των εξαγωγών να αφορά βιομηχανικά προϊόντα. Επρόκειτο συνεπώς για μια χώρα αστικοποιημένη, με οικονομία σχετικά βιομηχανοποιημένη.

Η Ελλάδα, σημειωνόταν στην έκθεση – κάπως απλουστευτικά, αλλά η παρατήρηση είχε προφανώς την έννοια ότι η χώρα εγκα τέλειπε τον βαλκανικό και ανατολικό της περίγυρο και προσέγγιζε την ανεπτυγμένη δυτική Ευρώπη –, έμοιαζε περισσότερο με την Ιταλία και λιγότερο με την Τουρκία. Το ζητούμενο ήταν πώς θα εκφραζόταν αυτή η νέα πραγματικότητα πολιτικά, λαμβανο μένου υπόψη ότι στις κάλπες δικαιούνταν να προσέλθουν 400 500.000, νέοι εκλογείς, που δεν είχαν ως τότε την ευκαιρία να εκ δηλωθούν στο πλαίσιο αντιπροσωπευτικού συστήματος. Η πρε σβεία σημείωνε ότι ο Καραμανλής προσπαθούσε να διευρύνει με την ανανεωτική του προγραμματική πλατφόρμα την ομολογου μένως στενή βάση της συντηρητικής παράταξης, που εκτιμάτο σε 3540% των εκλογέων. Το βασικό ερώτημα που έθετε η έκθεση ήταν το μέλλον αυτού που αποκαλούσε «μεταβενιζελική» Ελλάδα. Το σχήμα ήταν ενδιαφέρον. Αφετηρία του ήταν η διαπίστωση ότι από τον ιστορικό βενιζελικό χώρο είχαν αναδυθεί ιδελογικά και πολιτικά ρεύματα ποικίλων κατευθύνσεων: φιλελευθερισμός, σοσιαλδημοκρατία και σοσιαλισμός, τα οποία σε πολλές περι πτώσεις δεν διέθεταν μαζική κοινωνική βάση στο παρελθόν. Το ζήτημα ήταν με ποιο τρόπο και σε ποια μορφή θα εκφράζονταν τα ρεύματα αυτά στο νέο κοινωνικό περιβάλλον. Μια άλλη ενδιαφέ ρουσα παρατήρηση αφορούσε το πώς προσπαθούσαν να ανταπο κριθούν στις αλλαγές οι πολιτικές δυνάμεις. Πολιτικοί που έλειπαν από την Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια, όπως ο Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου, έδειχναν να έχουν αντιληφθεί την έκταση και το βάθος των αλλαγών και προσπαθούσαν να αρθρώσουν νέο πολιτικό λόγο. Αντίθετα, πολιτικοί που κάλυπταν όλο το πολιτικό φάσμα, αλλά είχαν παραμείνει στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, όπως ο Μαύρος, ο Γαρουφαλιάς και ο Ηλιού, έμοι αζαν να αρχίζουν τον πολιτικό τους λόγο από το σημείο που είχε σταματήσει το 1967.

Η παρατήρηση ήταν ομολογουμένως διαυγής για τον ιστορικό που γνωρίζει με την εκ των υστέρων γνώση ότι οι δύο φερόμενοι ως καινοτομικοί πολιτικοί, ο Καραμανλής και ο Παπανδρέου, ήταν αυτοί που κυριάρχησαν διαδοχικά στην ελληνική πολιτική έως το 1989.

Πράγματι, η έκθεση ακτινογραφεί μια Ελλάδα εντελώς διαφο ρετική από αυτή του 1964. Σημασία είχαν και οι νέες αντιλήψεις που επικρατούσαν. Σχεδόν κανείς δεν διανοείτο την επιστροφή στους περιορισμούς του προδικτατορικού πολιτικού συστήμα τος. Μαζί με την κατάρρευση του στρατιωτικού καθεστώτος είχε καταρρεύσει και ένας τρόπος πολιτικής σκέψης και πρακτικής. Ο Καραμανλής είχε ήδη προχωρήσει στη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, είχε γενικότερα συμβάλει στην αποκατάσταση κλίματος πολιτι κής ελευθερίας, είχε αποφύγει να υποστηρίξει την επάνοδο του βασιλιά, στάση που τήρησε με συνέπεια και στο δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου, το οποίο επισφράγισε το τέλος της μοναρχίας με μεγάλη πλειοψηφία. Παράλληλα, είχε ήδη ξεκινήσει η διαδικασία ποινικής δίωξης των πραξικοπηματιών της 21ης Απριλίου, το τέλος της οποίας, λίγους μήνες αργότερα, σήμανε την επιβολή ισόβιας κάθειρξης στους σημαντικότερους από αυτούς. Η διαδικασία αυτή ήταν πολυσήμαντη. Ο Θάνος Βερέμης στην εργασία του για τις στρατιωτικές επεμβάσεις στον Μεσοπόλεμο σημείωνε ότι η τύχη των εκάστοτε κινηματιών δεν ήταν συνήθως πολύ σκληρή, είτε το εγχείρημά τους επιτύγχανε είτε όχι. Από την άποψη αυτή, η καταδίκη και κυρίως η εφαρμογή της ποινής, με αξιοσημείωτη αυστηρότητα για τα ιστορικά προηγούμενα της ελληνικής πολιτικής, συνετέλεσε, σε συνδυασμό βέβαια με τις θεμελιώδεις θεσμικές ρυθμίσεις σχετικά με τον αυξη μένο πολιτικό έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και την ένταξη τελικά στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το 1981, στη σταθε ροποίηση του πλέον γνήσιου δημοκρατικού συστήματος της ελληνικής ιστορίας.

Ταυτόχρονα, ως κληρονομιά της δικτατορίας τέθηκε με ένταση το ζήτημα του εξωτερικού προσανατολισμού της Ελ λάδας, αλλά και ειδικότερα του ρόλου της Ουάσινγκτον στην ελληνική πολιτική. Η άσκηση επιρροής κατά το πρότυπο της προηγούμενης εικοσιπενταετίας ήταν αδιανόητη και η μετα βολή δεν αφορούσε μόνο την πραγματική κατάσταση αλλά και την αντίληψη των ελληνικών πολιτικών ελίτ για την αμερι κανική επιρροή και τις δεοντολογικές προδιαγραφές του ρό λου της Ουάσινγκτον. Η ένταξη στο ΝΑΤΟ και η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν τεθεί σε αμφισβήτηση ως συνέπεια της αμερικανικής συνεργασίας με τη δικτατορία και της πολιτικής της Ουάσινγκτον στην κυπριακή κρίση του 1974. Η αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ σήμαινε ανα θεώρηση του εξωτερικού προσανατολισμού της Ελλάδας, αλλά, τελικά, όχι ρήξη με το δυτικό σύστημα. Η στρατηγική του Καρα μανλή μπορεί να διαγραφεί στις θεμελιώδεις γραμμές της πολύ νωρίς. Στις 20 Αυγούστου 1974, συνομιλώντας με τον πρεσβευτή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Αθήνα, τόνιζε ότι η κυβέρνησή του έπρεπε πλέον να λαμβάνει σοβαρά υπόψη στη διαμόρφωση της πολιτικής της τη «διαταραγμένη σχέση» της ελληνικής κοινής γνώμης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Διαβεβαίωνε ταυτόχρονα ότι η κυβέρνησή του δεν παραγνώριζε την ύπαρξη σοβιετικού κινδύνου. Αυτό σήμαινε ότι παρά τη δια ταραχή με τους Αμερικανούς, ο ίδιος δεν επρόκειτο να αναιρέσει τη βασική γεωστρατηγική επιλογή που είχε γίνει από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις τη δεκαετία του 1940, τη σύνταξη με το δυτικό στρατόπεδο. Στο πλαίσιο αυτό όμως, συμπλήρωνε ο Καραμανλής, η Γαλλία και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχαν να παίξουν σημαντικό ρόλο: Οι «Ευρωπαίοι» έπρεπε να κατανοή σουν και να υποστηρίξουν την Ελλάδα, ώστε «να συμβάλουν στην επικράτηση της τάξης στο ανατολικό τμήμα της Μεσογείου, που είναι δυνατόν να αντισταθεί κατά της Σοβιετικής Ένωσης». Ήταν προφανές ότι ο Καραμανλής θα επιχειρούσε να σταθεροποιήσει τη θέση της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο μέσω της ενίσχυσης των δεσμών της με τον ευρωπαϊκό παράγοντα και ιδίως με τις δύο ση μαντικότερες δυνάμεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Παρίσι και τη Βόννη. Και αν η άμεση επιδίωξή του ήταν να ασκηθεί πίεση από την Βόννη και το Παρίσι στην Άγκυρα και την Ουάσινγκτον, ώστε να υπάρξει κάποια προοπτική πολιτικής επίλυσης του Κυπριακού,2 ο στρατηγικός του στόχος θα ήταν η επιδίωξη της ταχείας ένταξης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

Η ευρωπαϊκή επιλογή λειτουργούσε συνεπώς και ως διέξοδος για τη διατήρηση των δεσμών της Ελλάδας με το δυτικό κόσμο. Εκτός από το συγκυριακό τρόπο χρήσης της, υπήρχαν ασφαλώς βαθύτερες επιδιώξεις: Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα σήμαινε επιλογή μόνιμης σύνδεσης με το σύγχρονο, προηγμένο οικονομικά και κοινωνικά κόσμο, η δυτική Ευρώπη αποτελούσε πάντα για ένα τμήμα των ελληνικών ελίτ το πρότυπο στο οποίο κατέτεινε το ελληνικό κράτος. Η συνύφανση εξάλλου της Ευρω παϊκής Κοινότητας με το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης σήμαινε δομική διασφάλιση των δημοκρατικών θεσμών, υιοθέ τηση προτύπων πολιτικής διακυβέρνησης αλλά και ενός αξιακού συστήματος συνδεόμενου με τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο, αν και αποτελούσε θεμελιώδη αρχή της ελληνικής συ νταγματικής παράδοσης, δεν ήταν πάντοτε οργανικά ενταγμένο στην κυρίαρχη πολιτική κουλτούρα και στις πολιτικές πρακτικές κυβερνήσεων, διεκδικητών της εξουσίας ή ακόμα και στις αντι λήψεις και τις προσδοκίες των κυβερνωμένων. Η διαδικασία αυτή εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο επη ρέασε ασφαλώς την Ελλάδα διαρκέστερα από όσο την επηρέασε η δικτατορία.

Πράγματι, το στρατιωτικό καθεστώς αν επηρέασε την ελληνι κή πολιτική, το πέτυχε προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή του αυταρχισμού. Η συντηρητική παράταξη υπό την ηγεσία του Καραμανλή πρωταγωνίστησε στην εμπέδωση των δημοκρατικών θεσμών και προσδιόρισε την πολιτική της στρατηγική αποκλει στικά σε σχέση με το κοινοβουλευτικό σύστημα. Ταυτόχρονα όμως, ήταν ευδιάκριτη η επίδραση της δικτατορίας και στο χώρο του κέντρου, της κεντροαριστεράς και της αριστεράς. Στις νέες συνθήκες, ο κεντρώος χώρος συρρικνώθηκε και τελικά αποσυντέ θηκε, καθώς τα διακριτικά του στοιχεία δεν ίσχυαν σε συνθήκες ακώλυτης δημοκρατικής λειτουργίας, έκλειψης της μοναρχίας και των εκτάκτων μέτρων. Ο χώρος της κεντροαριστεράς ανα διοργανώθηκε ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά, στη βάση της ριζοσπαστικής πλατφόρμας και της ρητορικής του Ανδρέα Παπανδρέου. Η κομμουνιστική αριστερά, διασπασμένη μεταξύ των δύο γραμμών που είχαν διαγραφεί με σαφήνεια κατά την τελευταία προδικτατορική περίοδο, επανεντάχθηκε σταδιακά στον κορμό της ελληνικής πολιτικής και της κοινωνίας. Παρά τη ριζοσπαστική ρητορική, διάχυτη στην ελληνική πολιτική και κοι νωνία της Μεταπολίτευσης, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτερικού δεν φαίνονταν εντούτοις ως φορείς πολιτικής ανατροπής κατά τον τρόπο που εμφανιζόταν την προδικτατορική περίοδο η ΕΔΑ το 1958 ή η Ένωση Κέντρου και η κεντροαριστερή της πτέρυγα το 196567. Τα όρια ανοχής και αντοχής του πολιτικού συστήματος είχαν διευρυνθεί, η Ελλάδα αποτελούσε μια από τις τρεις χώρες της νότιας Ευρώπης στις οποίες οι αλλαγές στο διεθνές σύστημα, η ενδυνάμωση των μεσαίων στρωμάτων – ως συνέπεια της διαδικασίας οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης μετά το 1950 – και η ενσωμάτωση από τις πολιτικές ελίτ και την κοινωνία των εμπειριών μιας μακράς αυταρχικής ή δικτατορικής περιόδου είχαν καταστήσει δυνατή την αφομοίωση των κανόνων του δημοκρατικού παιχνιδιού.

Τέλος, στο πεδίο της οικονομίας οι όροι των προβλημάτων, το περιεχόμενό τους, ήταν από πολλές απόψεις νέο. Η πετρελαϊκή κρίση του 1974, και στη συνέχεια του 1979, έθεσε το ζήτημα της βιωσιμότητας του αναπτυξιακού προτύπου της Ελλάδας, ιδίως της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας. Ο βιομηχανικός τομέας παρουσίασε έντονη δυσχέρεια προσαρμογής σε ένα πιο απαιτη τικό διεθνές περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα εξελίχθηκαν ισχυρές κοινωνικές διεκδικήσεις και αναδιανομή του εισοδήματος. Αν και το οικονομικό επιτελείο των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης από άποψη προσωπικού παρέπεμπε στη στελέχωσή του προ του 1963, ο Παπαληγούρας ήταν υπουργός Συντονισμού και ο Ζολώτας διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, η άσκηση περιοριστικής αντιπληθωριστικής πολιτικής, στο βαθμό που είχε ασκηθεί πριν τη νίκη της Ένωσης Κέντρου το 1963, ήταν πολιτικά αδύνατη. Το κράτος και η κρατική παρέμβαση παρέμενε σημείο αναφοράς. Η Νέα Δημοκρατία υποστήριζε επί της αρχής την οικονομία της αγοράς, αλλά ο κρατικός παρεμβατισμός συνιστούσε ουσιώδες τμήμα της πολιτικής της, ενώ το ΠΑΣΟΚ και η αριστερά, αλλά και οι κεντρώες δυνάμεις για όσο αποτελούσαν υπαρκτή πολιτική δύναμη, κινούνταν σε ένα ευρύ φάσμα κυμαινόμενου κρατικού παρεμβατισμού. Η προβολή της πολιτικής αναδίπλωσης του κράτους από την οικονομική δραστηριότητα με αιχμή τις ιδιωτι κοποιήσεις θα αποτελούσε για την ελληνική πολιτική θέμα από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά. Αν και ύστερα από το 1990 το ελληνικό πρότυπο οικονομικής ανάπτυξης έχει επικριθεί από φιλελεύθερη οπτική ως μη ανταγωνιστικό, υπερβολικά δαπανηρό στη συντήρησή του και εντέλει αναποτελεσματικό, και από σο σιαλίζουσα ή σοσιαλιστική οπτική ως επίσης αναποτελεσματικό, κοινωνικά άδικο και συνυφασμένο με προνομιακή μεταχείριση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων, κατά τα άλλα μη αντα γωνιστικών, δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι αυτό το πρότυπο απο τέλεσε τη βάση της κοινωνικής ευημερίας που άρχισε να γίνεται αισθητή και να επεκτείνεται σε ευρύτερα στρώματα από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Το μείγμα ιδιωτικής επιχειρηματικότητας και κρατικού παρεμβατισμού, ως στρατηγική σύλληψη και όχι κατ’ ανάγκην στις επιμέρους εφαρμογές του, αποτελούσε πιθανότατα τη μόνη δυνατή στρατηγική για μια χώρα αγροτική και φτωχή, που βρισκόταν στην περιφέρεια των αγορών της δυτικής Ευρώπης και κατεστραμμένη το 1949 μετά από μία δεκαετία πολέμων. Το αναπτυξιακό πρότυπο της δεκαετίας του 1950 και του 1960 δεν ήταν επί της αρχής αναγκαστικά ακατάλληλο ή αναποτελεσματι κό. Ήταν όμως ξεπερασμένο κατά τη δεκαετία του 1970. Αυτό που χρειαζόταν τη στιγμή της μεταπολίτευσης ήταν η μεταρρύθμισή του ενόψει των νέων διεθνών συνθηκών που το έθεταν σε δοκιμα σία. Αυτό αποτελούσε όμως ζήτημα της νέας, της μεταδικτατορι κής πολιτικής διευθέτησης και όχι της προδικτατορικής.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.