22/01/2019 11:54:16
6.2.2016 / ΚΥΡΙAΚΟΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1902 στις 03-02-2016

Μίλα σιγά, μας ακούνε

Μίλα σιγά, μας ακούνε - Media

 

Όπως και να το αντιμετωπίσει κάποιος, όποια πλευρά και να υποστηρίξει, η παράσταση της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου «Η ισορροπία του Nash» άνοιξε ένα μεγάλο θέμα. 
 
Δεν είναι η πρώτη φορά που η «κοινή γνώμη» βρίσκεται αντιμέτωπη με το ζήτημα της «πρόκλησης», της «προσβολής», της λογοκρισίας και της έντονης αντιπαράθεσης για ένα καλλιτεχνικό έργο – και δεν θα είναι η τελευταία, διότι, κάθε φορά που ξεσπά ένα παρόμοιο ζήτημα, κυριαρχούν οι κραυγές, διαμορφώνεται ένα δίπολο και καταστρατηγείται οποιαδήποτε έννοια ορθολογικού διαλόγου. 
  • Δεν υπήρξε διάλογος τον Δεκέμβριο του 2003, όταν, σχεδόν δύο μήνες μετά τα εγκαίνια της έκθεσης Outlook από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο, ένας υποψήφιος βουλευτής του ΛΑΟΣ ξεκίνησε τη φασαρία για έναν πίνακα που απεικονίζει ένα πέος να εκσπερματώνει πάνω σε έναν σταυρό. Ο υποψήφιος βουλευτής θεώρησε τον πίνακα προσβλητικό, ακολούθησαν η Εκκλησία και κάποιοι πολιτικοί, με αποτέλεσμα ο τότε υπ. Πολιτισμού Ευάγγελος Βενιζέλος και το Δ.Σ. του Οργανισμού Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού, διοργανωτής της έκθεσης, να αποσύρουν το έργο.
  • Δεν υπήρξε διάλογος το 2012, όταν χρυσαυγίτες συγκεντρώθηκαν έξω από το θέατρο «Χυτήριο» και με βίαιο τρόπο ζητούσαν την ακύρωση της παράστασης «Corpus Christi».
  • Δεν υπήρξε διάλογος ούτε το 2000, όταν περίπου 300 άτομα συγκεντρώθηκαν έξω από βιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη, παρουσία του τότε βουλευτή της Ν.Δ. Παναγιώτη Ψωμιάδη, και έκαψαν αντίτυπα του βιβλίου του Μίμη Ανδρουλάκη «Μι εις την Νι».
Διάλογος δεν πρόκειται να γίνει ούτε με αφορμή την παράσταση του Εθνικού όσο οι φορείς που είναι επιφορτισμένοι με τη διεξαγωγή του – πολιτικά κόμματα, θεσμοί και κυρίως τα ΜΜΕ – αντιμετωπίζουν ένα τέτοιο ζήτημα με όρους οργής, «σοκ» και «σάλου» και όσο η συζήτηση εστιάζεται σε λάθος βάση. Στην περίπτωση του Εθνικού ο «διάλογος» επικεντρώθηκε στην τρομοκρατία, τον Σάββα Ξηρό, επιχειρήθηκε να... αναδειχθεί η υποτιθέμενη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την τρομοκρατία, κάτι που έγινε και με τη βοήθεια δηλώσεων στελεχών του, και οι διοργανωτές του «δημόσιου διαλόγου» έδωσαν το στίγμα και προσδιόρισαν το επίπεδο της αντιπαράθεσης που θα επέτρεπαν να αναπτυχθεί για ένα σοβαρό ζήτημα.
 
Η παράσταση
Το θεατρικό έργο που κατέβηκε υπό το βάρος των αντιδράσεων βασίστηκε, όπως αναφέρει ανακοίνωση των συντελεστών της παράστασης, στους «Δίκαιους» του Αλμπέρ Καμύ, στα πρακτικά της δίκης της 17 Νοέμβρη, στο βιβλίο του Σάββα Ξηρού, καθώς και σε λογοτεχνικά, ιστορικά και δημοσιογραφικά κείμενα. 
 
Σύμφωνα με τους συντελεστές της παράστασης, επιχειρήθηκε η «σύνθεση ενός νέου έργου για τους αξιακούς κώδικες των ανθρώπων, τη δικαιοσύνη και την τρομοκρατία στην πρόσφατη ελληνική ιστορία». Σημειώνουν δε ότι, αν και το βασικό μήνυμα ήταν «πως καμία ιδέα δεν δικαιούται να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή, η παράσταση οδήγησε, ερήμην της, στο αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα».
 
Από την πλευρά τους οι συγγενείς των θυμάτων της τρομοκρατίας είδαν στο έργο του Εθνικού μία προσπάθεια να έρθει στο προσκήνιο «το έργο του κατά συρροή δολοφόνου. Του καταδικασμένου τρομοκράτη. Με αυτόν τον τρόπο, η κεντρική Εθνική Σκηνή – έστω και στην επίσης χρηματοδοτούμενη από δημόσιους πόρους πειραματική της εκδοχή – δίνει την ευκαιρία στον κ. Ξηρό να κάνει τέχνη. Να γίνει τέχνη». 
 
Η ανακοίνωση των συγγενών καταλήγει τονίζοντας ότι «έχουμε κουραστεί να υπερασπιζόμαστε το προφανές δικαίωμα στη ζωή, στη Δημοκρατία. Έχουμε κουραστεί να βλέπουμε τους ανθρώπους μας να δολοφονούνται ξανά και ξανά και ξανά».
 
Η υπόθεση του Εθνικού πολιτικοποιήθηκε αμέσως, με τον βουλευτή και υπεύθυνο Πολιτισμού της Ν.Δ. Κώστα Γκιουλέκα να επιχειρεί να συνδέσει τον ΣΥΡΙΖΑ με την τρομοκρατία. «Έως πρόσφατα, στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονταν στα δικαστήρια σαν μάρτυρες υπεράσπισης τρομοκρατών και μιλούσαν στη Βουλή παρουσιάζοντας την τρομοκρατία, τις στυγνές δολοφονίες, σαν μέρος ένοπλης πάλης. Σήμερα, κάποιοι άλλοι, με την ανοχή του υπουργείου Πολιτισμού, επιχειρούν να προβάλουν το έργο τρομοκρατών και αδίστακτων δολοφόνων», ανέφερε μεταξύ άλλων στις δηλώσεις του.
 
Η απόφαση του Εθνικού Θεάτρου να κατεβάσει το έργο, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των συντελεστών και τον χαρακτήρα των αντιδράσεων, δημιουργεί προβληματισμό και θέτει τρία συν ένα σοβαρά ζητήματα που οφείλουν να απασχολήσουν τον δημόσιο διάλογο: Το πρώτο αφορά την ελευθερία του λόγου, πώς ορίζεται και πώς προστατεύεται σε μία δημοκρατική πολιτεία. Το δεύτερο ζήτημα είναι ποια άτομα, ομάδες ή θεσμοί καθορίζουν τι επιτρέπεται να ακούγεται στον δημόσιο διάλογο. Το τρίτο σχετίζεται με το ποια άτομα και ποιες ομάδες έχουν πρόσβαση στον διάλογο και, τέλος, η διαμάχη αναδεικνύει ένα στοιχείο έντονης υποκρισίας.
 
Ακρογωνιαίος λίθος
Η ελευθερία του λόγου και η ελευθεροτυπία θεωρούνται ο ακρογωνιαίος λίθος μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η Δημοκρατία συνίσταται σε ελεύθερες εκλογές, καθολικό δικαίωμα ψήφου, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί σεβασμό στις ατομικές ελευθερίες και στα ατομικά δικαιώματα. 
 
Σε πολλές δυτικές κοινωνίες η ελευθερία του λόγου είναι ένα αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα. Από τον Ιμάνουελ Καντ, που υπερασπίστηκε την ελευθερία του λόγου, μέχρι τον Τζον Στιούαρτ Μιλ, που υποστήριξε ότι πρέπει να ανεχόμαστε ακόμη και τον λόγο που μισούμε διότι «η αλήθεια είναι πιο πιθανό να ανακύψει μέσα από έναν ελεύθερο διάλογο, από τον οποίο καμία ιδέα δεν θα αποκλείεται», η ελευθερία του λόγου θεωρείται ένα από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά ταυτόχρονα και ένα από τα δικαιώματα που έχουν αμφισβητηθεί έντονα. 
 
Η διαμάχη που διεξάγεται επί δεκαετίες σχετικά με το εάν υπάρχουν όρια στην ελευθερία του λόγου έχει δύο βασικές θεωρητικές αφετηρίες. Η φιλελεύθερη (liberal) οπτική θεωρεί ότι η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία του Τύπου πρέπει να είναι σχεδόν απόλυτες και ότι το κράτος δεν έχει κανένα δικαίωμα να παρεμβαίνει ώστε να καθορίζει ποιο είδος λόγου είναι αποδεκτό και ποιο όχι. Η φιλελεύθερη άποψη είναι θεσμοθετημένη και αποτελεί την επιτομή της λογικής που έχει κυριαρχήσει στις ΗΠΑ, όπου η ελευθερία του λόγου κατοχυρώνεται συνταγματικά. Το δικαίωμα να λέει κάποιος ό,τι θέλει συμπεριλαμβάνει και τον ρατσιστικό λόγο και τον λόγο μίσους. 
 
Είναι χαρακτηριστική η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, το οποίο απέρριψε αίτημα των κατοίκων της πόλης Σκόκι στο Ιλινόις να απαγορευτεί πορεία νεοναζί που κρατούσαν σβάστικες στους δρόμους της πόλης. Πολλοί από τους κατοίκους ήταν επιζώντες στρατοπέδων συγκέντρωσης και θεώρησαν εξαιρετικά προσβλητική την παρέλαση των νεοναζί, όμως το δικαστήριο, επικαλούμενο την ελευθερία του λόγου, επέτρεψε τη συγκέντρωση.
 
Απέναντι στην απολυτότητα των ΗΠΑ πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες έχουν υποστηρίξει ότι καμία κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει εάν η ανεκτικότητά της είναι απεριόριστη και τονίζουν ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να ανεχθεί ως συνομιλητές αυτούς που την αμφισβητούν. Σε αυτή τη λογική πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει αυστηρούς νόμους που ποινικοποιούν τον εμπαθή λόγο και την υποκίνηση ρατσιστικού μίσους, αν και δεν υπάρχει ομοιομορφία στον τρόπο που αντιμετωπίζουν το θέμα οι ευρωπαϊκές χώρες.
 
Όλα τα είδη
Ανεξάρτητα από τις διαφορετικές προσεγγίσεις, το ερώτημα που απασχολεί τον παγκόσμιο διάλογο για το θέμα είναι εάν η δημοκρατία μπορεί να ανέχεται όλα τα είδη λόγου. Η διεθνής κοινότητα έχει αποφασίσει να απαγορεύσει όλες τις μορφές φυλετικών διακρίσεων και την παρότρυνση σε βία, πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ποινικοποιήσει την άρνηση του Ολοκαυτώματος, αλλά η απαγόρευση όλων των μορφών λόγου μίσους αποτελεί ακόμη και σήμερα ένα εξελισσόμενο ντιμπέιτ το οποίο αναζωπυρώνεται κάθε φορά που προκύπτει ένα θέμα.
 
Η μεγαλύτερη συζήτηση για την ελευθερία του λόγου τα τελευταία χρόνια ξέσπασε με τη δημοσιοποίηση, σε εφημερίδα της Δανίας, σκίτσων του Μωάμεθ που τον απεικόνιζαν ως τρομοκράτη. Η δημοσιοποίηση των σκίτσων προκάλεσε παγκόσμιες κινητοποιήσεις και αναταραχή που προκάλεσε τον θάνατο 139 ατόμων. 
 
Η Δανία κατατάσσεται από οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου στις πιο υψηλές θέσεις παγκοσμίως και πολλοί τότε είχαν υπερασπιστεί το δικαίωμα της εφημερίδας να δημοσιεύσει αυτά τα σκίτσα. Άλλοι είχαν υποστηρίξει ότι τα σκίτσα πέρασαν το όριο. «Δεν μπορεί, στο όνομα της ελευθερίας του λόγου, να προκαλείς το αίσθημα μιας κοινότητας, να την αντιμετωπίζεις με στερεότυπα και να σκιαγραφείς μία ολόκληρη κατηγορία πολιτών ως επικίνδυνους τρομοκράτες», ανέφεραν οι επικριτές της εφημερίδας και ζήτησαν την απαγόρευση της δημοσίευσής τους. 
 
Όμως, και σε αυτή την περίπτωση, που προκάλεσε παγκόσμια αναταραχή, αυτό που φάνηκε να κυριαρχεί είναι η υποκρισία και των δύο πλευρών. Η ίδια εφημερίδα που είχε δημοσιεύσει αυτά τα σκίτσα είχε αρνηθεί νωρίτερα να δημοσιεύσει σκίτσα που γελοιοποιούσαν την εικόνα του Χριστού και η μουσουλμανική κοινότητα της Δανίας ξεσηκώθηκε δύο μήνες μετά τη δημοσίευση των σκίτσων και μόνο όταν η αστυνομία της χώρας συνέλαβε έξι μέλη ενός μεγάλου τζαμιού της Κοπεγχάγης.
 
Η συγκεκριμένη ιστορία εγείρει το βασικό ερώτημα ποιος είναι αυτός που θα ορίζει ποιο είδος λόγου θα επιτρέπεται να ακούγεται στον δημόσιο διάλογο. Είναι μία κυβέρνηση, οι βουλευτές, η Εκκλησία ή η φανατικοί σε όποιον χώρο κι αν ανήκουν ή τα media; Από την άλλη ο Τιερί Ντε Κορντιέ, ο καλλιτέχνης ο οποίος φιλοτέχνησε τον πίνακα που προκάλεσε την οργή στην έκθεση Outlook το 2003 στην Αθήνα, σε συνέντευξη που είχε δώσει στην εφημερίδα «Το Βήμα» είχε υποστηρίξει ότι στη σύγχρονη τέχνη «υπάρχουν πολλά έργα δίχως βάρος, με μόνο στόχο να ταράξουν και να προκαλέσουν», αλλά είχε αρνηθεί ότι στόχος του δικού του έργου ήταν η πρόκληση.
 
Απεριόριστο δικαίωμα λόγου
Το ζήτημα της ελευθερίας του λόγου στον 21ο αιώνα θεωρείται από πολλούς ότι είναι μία ξεπερασμένη συζήτηση και κατηγορούν τόσο τους υπερασπιστές της απόλυτης ελευθερίας όσο και τους επικριτές της για απόλυτη υποκρισία. «Αυτή η συζήτηση έχει λίγα να προσφέρει σε αυτούς στα χαμηλά οικονομικά στρώματα και στους μη προνομιούχους και πολύ συχνά αυτή η συζήτηση έχει χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την υποταγή τους» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ρόναλντ Ντβόρκιν (στο «New map of censorship»).
 
Οι επικριτές της απόλυτης ελευθερίας υποστηρίζουν ότι η ελευθερία του λόγου αφορά ένα δημοκρατικό δικαίωμα των ατόμων και όχι των θεσμών και των ιδρυμάτων και επιτίθενται κυρίως στις μεγάλες εταιρείες ΜΜΕ, οι οποίες, όπως λένε, λειτουργούν σαν να έχουν το απόλυτο και απεριόριστο δικαίωμα στον λόγο. Απεριόριστο δικαίωμα στο να καθορίζουν τι θεωρούν σημαντικό, να το υπερπροβάλλουν, να διαθέτουν απεριόριστο δικαίωμα στο να παρουσιάζουν παραμορφωμένη την πραγματικότητα ή σε άλλες περιπτώσεις να επιλέγουν τη σιωπή. 
 
Σε μία κοινωνία όπου η ενημέρωση και το σημαντικό καθορίζονται από τα ΜΜΕ, αναφέρει η ακαδημαϊκός Τζούντιθ Λιχτενμπέρι (στο «Foundations and limits of Freedom of the Press») αυτό που ζητάμε όταν μιλάμε για ελευθερία του λόγου είναι οι πολίτες να μπορούν να επικοινωνούν χωρίς τις παρεμβάσεις τρίτων, να μπορούν να βρίσκουν θέση στον δημόσιο διάλογο όσο το δυνατόν περισσότερες διαφορετικές ιδέες και αυτό απαιτεί την ακύρωση οποιασδήποτε μορφής λογοκρισίας και τη συμμετοχή όλο και περισσότερων στον δημόσιο διάλογο.
 
Από τη δική του οπτική ο Ινδός φιλόσοφος και οικονομολόγος Αμάρτια Σεν πραγματοποίησε μία ενδιαφέρουσα έρευνα για να αναδείξει τη σημασία της δημοκρατίας. Κατέγραψε όλες τις επιδημίες πείνας που έχουν συμβεί και διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε ποτέ πρόβλημα σε χώρες που ήταν δημοκρατικές και είχαν έναν σχετικά ελεύθερο Τύπο. Ο Αμάρτια Σεν υποστήριξε ότι αυτό συμβαίνει γιατί τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα δίνουν στους πολίτες τη δυνατότητα να τραβήξουν το ενδιαφέρον πάνω στις κοινωνικές ανάγκες των ατόμων και να διεκδικήσουν την ανάλογη αντίδραση της πολιτείας. 
 
Η δημοκρατία, προσθέτει, είναι ένα σύνθετο πλαίσιο απαιτήσεων και υποχρεώσεων. Οι πολιτικές ελευθερίες, η συμμετοχή, η δυνατότητα των ατόμων να ακούγονται και η αλληλεπίδραση των πολιτών βοηθάει την κοινωνία να χτίσει αξίες και προτεραιότητες. Όσο περισσότερη δημοκρατία, τόσο πιο ισχυρές αξίες και κατανόηση των αναγκών, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων, τονίζει ο Ινδός φιλόσοφος.
 
Εάν η δημοκρατία, όπως υποστηρίζει ο Αμάρτια Σεν, έχει τη δύναμη να αποτρέπει λιμούς, τότε η συζήτηση για το ποιο είδος λόγου πρέπει να επιτρέπεται και ποιο όχι μοιάζει όντως υποκριτική, γιατί ο περιορισμός των ανισοτήτων και η ενίσχυση του ορθολογικού δημόσιου διαλόγου θα περιόριζαν την ανάγκη των προκλήσεων, όπως επίσης και των απαγορεύσεων στο όνομα της δημοκρατίας.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.