17/11/2018 20:22:20
30.11.2009

Τάνια Τσανακλίδου

Συνέντευξη στην Άννα Βλαβιανού

Την ξέρω χρόνια και δεν έχω βαρεθεί να της «βγάζω το καπέλο». Για τη «μαγκιά» της στη σκηνή και τη ζωή. Η Τάνια Τσανακλίδου μεγαλώνει όμορφα, γιατί αυτοσαρκάζεται και δεν εξαρτάται από τα βάρη της γυναικείας ματαιοδοξίας. Οκτώ χρόνια μετά κυκλοφορεί ένα δίσκο, επειδή τώρα τον ήθελε. Βρήκε δέκα τραγούδια που την ενεργοποίησαν συναισθηματικά κι έτσι η «Προσωπογραφία» την έφερε πάλι στα σπίτια μας. Στη χειρότερη εποχή για τη δισκογραφία. Την εποχή που δεν πουλάει τίποτα. Μόνο μέσω εφημερίδων. Δεν την απασχολεί. Θεωρεί πως όταν κάτι είναι ειλικρινές ο κόσμος το αγκαλιάζει. Η πείρα αυτό της λέει. Βέβαια, η Τάνια ήταν πάντα εδώ, στη σκηνή, και είχε τον τρόπο να ξύνει για λογαριασμό μας μνήμες, καημούς, λαχτάρες, προσδοκίες. Τώρα, ετοιμάζει ένα καινούργιο πρόγραμμα για τον Φεβρουάριο στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο και είναι, πάλι, παθιασμένη. Ποτέ άλλωστε δεν υπήρξε χλιαρή με κάτι. Συνεχώς με πέμπτη και συνεχώς πάνω στον τοίχο.

Μα τώρα αποφάσισες να κάνεις δίσκο; Στην πιο λάθος εποχή;

Τ.Τ.: Δεν με νοιάζει. Αυτός ο δίσκος ήρθε σαν δώρο. Χωρίς να το επιδιώξω.

Τι εξυπηρετεί σήμερα ένας δίσκος, αφού πια δεν πουλάει τίποτα;

Τ.Τ.: Το μεροκάματο και το ν’ ακούγεται στα ραδιόφωνα. Λεφτά πλέον δεν βγάζουμε απ’ τους δίσκους. Οι συνάδελφοί μου έχουν ένα φόβο μην τους ξεχάσει ο κόσμος. Κι αυτό είναι πολύ τρυφερό. Δεν πιστεύω ότι ισχύει, αλλά μπορώ να μπω σ’ αυτή τη λογική.

Εσύ γιατί τον έκανες;

Τ.Τ.: Καταρχάς για να ελευθερωθούν δικά μου συναισθήματα. Μέσα μας είναι θολό το αίσθημα πολλές φορές, κι όταν έρχεται ένα τραγούδι το θολό γίνεται φόρμα. Βγαίνει αυτό το «ωχ» και γίνεται «αχ». Το ευχαριστιέσαι και το μοιράζεσαι.

Μα ό,τι ήταν να μοιραστείς το μοιράζεσαι, χρόνια τώρα, στα live.

Τ.Τ.: Στα live μοιράζομαι σκέψεις, αγωνίες, χαρές… Τα βγάζω όλα πάνω στο τραπέζι και λέω «Πάρτε τα». Γι’ αυτό δεν έκανα και δίσκους. Βρήκα όμως δέκα τραγούδια που μ’ αρέσουν και ήθελα να τα μοιραστώ μαζί σας.

Θεωρείς φυσιολογικό το ξεφούσκωμα της δισκογραφίας; Είχε υπερεκτιμηθεί και είχε γιγαντωθεί υπερβολικά το τραγούδι;

Τ.Τ.: Ήταν ένα τέρας. Μια υπερβιομηχανία που τα έπνιγε όλα. Χαίρομαι που διάφορες φούσκες ξεφούσκωσαν. Πιστεύω πως τίποτε καλό δεν θα μείνει χωρίς το αγκάλιασμα των ανθρώπων. Και στα live το ίδιο συμβαίνει. Πάνε καλά δουλειές που έχουν κάτι ειλικρινές να πουν.

Απλώς δεν είναι εκεί τα media.

Τ.Τ.: Καλύτερα. Φαντάζεσαι να τα βλέπαμε στα μεσημεριανά; Πριν από τέσσερα χρόνια είχα προβλέψει πως θα έρθει η εποχή τού «από στόμα σε στόμα». Και ήρθε. Ποτέ δεν έκανα αφίσες για τις εμφανίσεις μου στο Μετρό, ήθελα να διαδοθεί από στόμα σε στόμα σαν μυστικό.

Μια γυναίκα με τόσους έρωτες, τόση ζωή, τόση δράση, πώς και δεν γράφει τραγούδια;

Τ.Τ.: Είχα γράψει έξι στον δίσκο με τον Μιχάλη Δέλτα. Τώρα ήταν αδύνατον να μου συμβεί, γιατί έχω μεγάλο θυμό μέσα μου και δεν θέλω αυτά που θα γράψω να είναι θυμωμένα. Πρέπει να μου περάσει ο θυμός και να γίνει σοφία. Τότε έχει νόημα να το μοιραστώ, αλλιώς είναι μια άναρθρη κραυγή που δεν βγάζει νόημα.

Γιατί είσαι θυμωμένη;

Τ.Τ.: Δεν μου αρέσει ο τρόπος που λειτουργούμε σαν πολιτικά όντα. Αισθάνομαι πως είμαστε αναίσθητοι, γουρούνια, που απλά τρώμε και χαχανίζουμε. Είναι σαν να βρίζουμε την ίδια τη ζωή. Δεν μ’ αρέσει ο τρόπος που χειριζόμαστε το περιβάλλον, ο τρόπος που φερόμαστε στους γέρους, τους αρρώστους, τα ζώα. Δεν μ’ αρέσει το σκεπτικό μας όταν πάμε να ψηφίσουμε...

Ψήφισες;

Τ.Τ.: Όχι. Και νομίζω ότι θ’ αργήσω πολύ να πάω. Όλον αυτόν το θυμό κι όλη αυτή την αποστροφή μού τη δημιούργησε η τηλεόραση. Συλλήβδην. Δεν υπάρχουν σοβαρές αναλύσεις, υπάρχουν ψεύδη από παντού. Κουτσομπολιό δηλαδή. Δεν γουστάρω ούτε τις εφημερίδες πια. Καθεμιά παίζει το παιχνίδι της. Δεν μ’ αρέσει που οι μεγαλοϊδιοκτήτες εφημερίδων ανεβάζουν και κατεβάζουν κυβερνήσεις. Δεν είναι δυνατόν μια οικογένεια να αποφασίζει ποιος θα κυβερνήσει ένα λαό. Είτε αυτή η οικογένεια είναι συγκρότημα Τύπου, είτε έχει πετρέλαια και φράγκα. Δηλαδή, αν αυτό δεν είναι φεουδαρχία τότε τι είναι;

Υπάρχει αισιοδοξία τώρα με τη νέα κυβέρνηση; Το νιώθεις;

Τ.Τ.: Έρχονται τα μέτρα, πάει η αισιοδοξία. Επιτέλους πάντως. Πρέπει να τελειώνει η φοροδιαφυγή. Σου μιλάω εγώ που με ξεσκίζει η εφορία. Δεν κρύβω ούτε δραχμή. Βέβαια τα λεφτά που μου κρατάνε δεν τα βλέπω σε υποδομές και δεν τα εισπράττω σε υπηρεσίες. Δεν είναι πρόβλημα ο κακομοίρης του μικρομάγαζου που δεν θα κόψει μια απόδειξη. Δεν σώζεται το κράτος απ’ αυτόν. Είναι όλοι οι μεγάλοι, με τις offshore εταιρείες και τα πανάκριβα αυτοκίνητα. Τόσα Lexus, τόσα BMW τζιπ και τόσα Cayenne! Με συγχωρείς, δηλαδή, αυτοί που τα έχουν είναι εντάξει στις συναλλαγές τους με το κράτος; Πολύ αμφιβάλλω. Δεν έχω ταξικό μίσος – που έχω… Δεν πιστεύω σε καλούς πλούσιους. Κάποια πουστιά έχουν κάνει, κάποιον έχουν πατήσει κάτω. Εκεί που χάνεται το μέτρο θα πρέπει να υπάρχει και κακοήθεια.

Αν βρισκόσουν τετ α τετ με τον πρωθυπουργό τι θα του έλεγες;

Τ.Τ.: Καταρχήν να απομακρύνει από γύρω του τους κόλακες. Αυτό είναι πάγια συμβουλή για κάθε άνθρωπο που μπαίνει στην εξουσία. Όλοι οι κόλακες να πέσουν στον Καιάδα γιατί τους αξίζει. Δεύτερον, θα του έλεγα να καταφέρει να έχει ανεξάρτητη εθνική πολιτική, που δεν γίνεται, κυρίως γιατί ανήκουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παίρνανε οι αγρότες επιχορηγήσεις και τις τρώγανε στις πουτάνες και τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Πώς γέμισε η επαρχία μαγαζιά με Βουλγάρες και σκυλάδικα; Με τις επιχορηγήσεις!

Τι συναισθήματα σου εμπνέει ο Γιώργος Παπανδρέου;

Τ.Τ.: Με ενοχλεί πάρα πολύ που δεν έχει κάτσει να μάθει ελληνικά. Δεν μπορώ να εμπιστευτώ λοιπόν μια κυβέρνηση που δεν σέβεται τη γλώσσα των ανθρώπων που κυβερνά. Στη θέση του θα είχα φροντίσει να πάρω ένα δάσκαλο και να μην μπερδεύω το «πηλίκον» με το «πηλίκιο». Δεν είναι σαρδάμ.

Μήπως αυτό δεν είναι η ουσία όμως;

Τ.Τ.: Ποια είναι η ουσία; Για μένα η γλώσσα είναι πολύ σημαντική, γιατί μαρτυράει πώς σκέφτεσαι. Και η ελληνική γλώσσα έχει κατευθείαν αναφορά σε ιδέες. Κάποιος που ξέρει καλά ελληνικά είναι σε θέση να εκφράζει ή να συνδέεται κατευθείαν με ιδέες. Τόσα χρόνια ετοιμαζόταν για πρωθυπουργός… Αν είναι έτσι, γιατί δεν προσλαμβάνουμε τον καλύτερο μάνατζερ του εξωτερικού να έρθει να βάλει μια τάξη – έτσι κι αλλιώς μάνατζερ μας κυβερνούνε.

Ο Κώστας Καραμανλής τι συναισθήματα σου δημιουργεί;

Τ.Τ.: Πιστεύω ότι είναι ένας έντιμος άνθρωπος που πληγώθηκε πολύ με όλα αυτά. Παρότι δεν θα τον ψήφιζα ποτέ, ούτε έχω υπάρξει δεξιά, του έχω μεγάλη εκτίμηση. Θα μου πεις, πρόκοψε ποτέ κανένας έντιμος άνθρωπος σ’ αυτό τον τόπο; Κι έπειτα, πώς άφησε δίπλα του να αλωνίζουν όλοι αυτοί οι άθλιοι! Όμως, ο ίδιος μου εμπνέει συγκίνηση. Ασχέτως που δεν πάει το χέρι μου να τον ψηφίσω όπως και το ΠΑΣΟΚ, αν και το ψήφισα μια φορά το 1981. Ποτέ πια.

Τον ενθουσιασμό για τον Τσίπρα, κάποια στιγμή, τον συμμερίστηκες;

Τ.Τ.: Άσε με μέ τον Τσίπρα τώρα! Μόνο την Κανέλλη γουστάρω. Όχι το ΚΚΕ. Το θεωρώ έντιμο βέβαια, αλλά πολύ παλιό. Να σου πω και κάτι: δεν μ’ αρέσει που τα μικρά κόμματα κρύβονται πίσω από το ότι δεν θα γίνουν ποτέ εξουσία και είναι μονίμως εναντίον των πάντων. Περιμένω σε πολύ ζωτικά θέματα να έχουν τη μαγκιά και την πολιτική σκέψη να είναι ακόμα και υπέρ του κυβερνώντος κόμματος αν η απόφασή του είναι σωστή. Δεν γουστάρω να αποχωρεί κανένας από τη Βουλή όταν ψηφίζονται νομοσχέδια. Τι θα πει «αποχωρώ»; Ποιος τους έχει εκχωρήσει το δικαίωμα της αποχώρησης; Ο Θεός ή το κόμμα; Να πουν ναι ή όχι.

Να συμπεράνω πως θα ήθελες να ζεις σε άλλη χώρα;

Τ.Τ.: Όχι. Την αγαπώ πολύ την Ελλάδα. Αισθάνομαι ευλογημένη που γεννήθηκα εδώ. Δεν θα μπορούσα να ζήσω αλλού. Λέω, λέω, αλλά κάποια στιγμή έχω την ελπίδα ότι θα κάνουμε μια ωραία επανάσταση εκεί που κανένας δεν το περιμένει.

Η σημερινή δράση της τρομοκρατίας μπορεί να θεωρηθεί μορφή επαναστατικής πράξης;

Τ.Τ.: Είμαι 100% πεπεισμένη ότι σ’ αυτό που λέμε σήμερα τρομοκρατία έχουν παρεισφρήσει στοιχεία του κοινού εγκλήματος και μυστικές υπηρεσίες, οι οποίοι ελέγχουν τις κινήσεις τους. Τους φοβάμαι και με απωθούνε το ίδιο όσο και οι «κακοί μπάτσοι».

Είναι πιο στριμωγμένη σήμερα η νεολαία;

Τ.Τ.: Η νεολαία, έτσι όπως την έχουν στριμώξει και κολλήσει στη γωνία, αντιδρά βίαια. Δεν φταίνε τα νέα παιδιά αν κάποια στιγμή τα σπάσουν όλα. Πρέπει να δούμε τι συμβαίνει σπίτι τους, στο σχολείο τους και μετά να προσπαθήσουμε να τους καταλάβουμε. Θεωρώ πως δεν τα έχουμε ακούσει ουσιαστικά. Κραυγάζουν γιατί κάτι προσπαθούν να μας πουν. Συναντώ εξαιρετικά παιδιά, 12 με 18, πολύ πιο έξυπνα από μας, χωρίς να το αρθρώνουν πολιτικά. Αισθάνομαι ότι θα γίνουν σοφότεροι από μας. Έχουν μια λογική που σε κολλάει στον τοίχο…

Είναι το κοινό σου όλοι αυτοί, αλλά κυρίως είναι το γυναικείο κοινό. Πώς βρέθηκες με τόσες γυναίκες εσύ που μια ζωή με άνδρες είχες να κάνεις;

Τ.Τ.: Ξεκίνησα με το «Μαμά γερνάω» γιατί ήταν πολύ γυναικείος ο λόγος της Νικολακοπούλου. Μετά ακολούθησαν οι παραστάσεις όπου μιλάω ανοιχτά για πράγματα που δεν μιλάμε συνήθως: από τις καφετζούδες μέχρι την εμμηνόπαυση και τη χυλόπιτα. Οι γυναίκες απενοχοποιούνται μαζί μου. Δεν παράστησα ποτέ την γκόμενα ή μάλλον κάποτε το έκανα κι αυτό, αλλά το παραβλέπουν γιατί επιτρέπω στον εαυτό μου να τσαλακώνεται στη σκηνή και στις συνεντεύξεις. Πολλοί άνθρωποι μ’ έχουν αγαπήσει από τις συνεντεύξεις, ενώ δεν έχουν έρθει να με δουν ποτέ. Λέω πάντα αυτό που σκέφτομαι κι ας μη με κολακεύει, κι ας είναι επικίνδυνο.

Σήμερα ποια είναι η σχέση σου με τους άνδρες; Βέβαια αυτά τα πράγματα δεν ελέγχονται...

Τ.Τ.: Μια χαρά ελέγχονται άμα έχεις τρομοκρατηθεί. Γιατί ο φόβος φυλάει τα έρημα. Από την ώρα που αισθάνθηκα ότι γέρασα και παρήκμασε η εικόνα μου σαν γυναίκα, το ’χασα… Κι επειδή δεν μ’ αρέσουν οι μεγάλοι άνδρες, ποτέ δεν μου άρεσαν, τα τελευταία δέκα χρόνια είμαι εκτός παιχνιδιού.

Γιατί;

Τ.Τ.: Γιατί έχω ανεπτυγμένη την αίσθηση του γελοίου. Πού πας, κυρά μου, που σου κρέμασε το σύμπαν; Από φόβο μη δω στα μάτια του άλλου αυτό που βλέπω εγώ στον καθρέφτη μου. Ένας έξυπνος άνθρωπος καλό είναι κομματάκι να φυλάγεται.

Μπορείς να τη διορθώσεις την εικόνα σου. Τόσοι πλαστικοί, άνεργοι να μείνουν;

Τ.Τ.: Διαφωνώ κάθετα. Καταλαβαίνω τις γυναίκες που το κάνουν, αλλά εγώ δεν μπορώ να λέω ψέματα. Όπως δεν λέω ψέματα για την ηλικία μου –γεννήθηκα το 1952, λέω πως με βάφτισαν Σουλτάνα–, θέλω να δείχνω και τη φθορά μου. Ποια πραγματικά είμαι. Θεωρώ ντροπή να την κρύψω. Είναι σαν να φτύνω τη ζωή μου.

Δεν είναι άλλοθι πως είσαι δημόσιο πρόσωπο και πρέπει ο άλλος να σε βλέπει ωραία στη σκηνή;

Τ.Τ.: Καλό είναι κι αυτό, αλλά δεν είδα ν’ αδειάζει το μαγαζί επειδή πάχυνα. Κάνω πλάκα με τα κιλά μου και οι χοντρούλες από κάτω την κάνουνε λαχείο.

Δεν φοβάσαι, λοιπόν, τη φθορά του χρόνου. Τι φοβάσαι;

Τ.Τ.: Το ενδεχόμενο της ανημπόριας με αναστατώνει. Μια φορά που χτύπησα αναστατώθηκα πολύ γιατί δεν μπορούσα να κινηθώ. Έπαθα κατάθλιψη. Πας να νοικιάσεις ένα σπίτι και λες «έχει κοντά νοσοκομείο;». Αν κάτι συμβεί να προλάβω να πάω. Το τραγικό μ’ εμένα είναι πως ένα διάστημα νόμιζα ότι είχα ξεπεράσει τον φόβο του θανάτου. Κάτι τα διαβάσματα, κάτι η πεποίθηση που έχω πως με τον θάνατο δεν τελειώνει τίποτα, αλλά μάλλον ανοίγει η πύλη της ελευθερίας, πίστευα πως είχα «καθαρίσει». Νομίζεις πως κάπου τον ξέρεις τον εαυτό σου, αλλά ξυπνάς μια μέρα και βλέπεις ότι δεν έχεις κάνει ούτε ένα βήμα.

Τη μοναξιά δεν τη φοβάσαι; Μόνο την ανημπόρια και τον θάνατο;

Τ.Τ.: Έχω φτιάξει μια αυτάρεσκα ωραία μοναχική κατάσταση που μ’ αρέσει να τη ζω. Απολαμβάνω πολύ που είμαι μόνη μου. Αν περάσει μια μέρα και δεν έχω ένα δίωρο απόλυτης ησυχίας, χωρίς τηλέφωνα και μουσική, δεν μπορώ να ισορροπήσω.

Βγαίνεις έξω;

Τ.Τ.: Δεν μου είναι ευχάριστο να πηγαίνω σε χώρους που δεν καπνίζω. Το θεωρώ φασισμό. Όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να μην έχω χαλινάρι και θα έχω τώρα; Μας τρομοκρατούν με τα πάντα, δεν θέλω κι αυτό.

Έχεις ζήσει έντονα, δεν έχεις στερηθεί αισθήματα, βόλτες…

Τ.Τ.: Καμιά στέρηση. Ακολούθησα τις επιθυμίες μου ακόμα κι αν με έστελναν στον γκρεμό∙ και φαίνεται πως έχω έναν καλό άγγελο γιατί μ’ έσωζε τελευταία στιγμή. Η τάση μου ήταν να φτάσω στον γκρεμό. Γι’ αυτό ερωτευόμουν από μικρό παιδί ακροβάτες, θηριοδαμαστές... Ανθρώπους που έρχονταν σε επαφή με τον κίνδυνο. Πολύ γοητευτικό. Στα έντεκα ερωτεύθηκα έναν ακροβάτη κι έκανα μαζί του τον γύρο του θανάτου. Για μένα ο έρωτας ήταν μια ακραία κατάσταση πάντα. Γι’ αυτό ερωτευόμουν ανθρώπους που μαζί τους δεν είχε αύριο. Με αδρεναλίνη στα χίλια. Ποτέ δεν φαντάστηκα τον εαυτό μου στην ασφάλεια μιας οικογένειας, δεν με ονειρεύτηκα ποτέ νυφούλα. Τις καταλαβαίνω τις γυναίκες, θέλουν να βάλουν ένα ωραίο φουστάνι να είναι σαν πριγκίπισσες, αλλά εγώ το έβαζα στο θέατρο. Δεν μου έλειψε αυτή η χλίδα. Μου έλεγαν «θα σου λείψει όταν μεγαλώσεις». Έφτασα τα 57 και εξακολουθεί αυτό το μοντέλο να μην ασκεί καμιά γοητεία επάνω μου.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.