25/06/2019 13:54:56
2.6.2011

Καλπάζοντας με το ταξί

Καλπάζοντας με το ταξί - Media

Έφυγε ο ποιητής και κριτικός θεάτρου Γιάννης Βαρβέρης. Ο φίλος και συνάδελφός του Ηρακλής Δ. Λογοθέτης μιλάει για τον άνθρωπο και τον λόγιο.

Απήλθε και ο Γιάννης Βαρβέρης. Ανώδυνα καθώς φαίνεται, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί. Μια έσχατη ανταμοιβή για δυο δεκαετίες επώδυνου βίου με άφθονες νοσοκομειακές περιπέτειες. Ας μη φανταστεί όμως κανένας ότι η αγρίως δοκιμαζόμενη υγεία του τον μετέτρεψε σε κάποιον φιλέρημο τύπο που γλείφει τις πληγές του καταμόναχος. Κάθε άλλο. Έβγαινε ο Βαρβέρης, και μάλιστα πολύ συχνότερα απ’ όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Έβγαινε με πάθος και με πλήρη επίγνωση ότι κάθε μια απ’ αυτές τις εξόδους μπορεί να είναι η τελευταία. Από την άποψη αυτή ήταν ο υγιέστερος πολυτραυματίας που γνώρισα (μαζί με τον επίσης απελθόντα Δημήτρη Λιοσάτο, με τον οποίο αναμετρήθηκαν κάποτε σε εξωφρενικά αστείο διαγωνισμό φιλασθένειας). Έβγαινε λοιπόν ο Βαρβέρης, κομψός χωρίς να ξεπέφτει ποτέ στην επιτήδευση, νωχελής και αργοβάδιστος, παλαιότερα από ιδιοσυγκρασία και εσχάτως εξ ανάγκης. Και ήταν όντως χάρμα οφθαλμών να τον παρατηρείς να καταπλέει σάμπως σε δύσκολο λιμάνι, με ελιγμούς περίτεχνους, λεπτό προϋπολογισμό των εμποδίων και πρόνοια κινητική που φανέρωνε ιδιαίτερη σπουδή. Κάποια από τα χαρακτηριστικά αυτά των σωματικών του ασκήσεων μετέφεραν αυτούσια το στίγμα τους και στην όλη συγκρότηση του Βαρβέρη: μιλώ για τις περιελίξεις των στοχασμών του, τη γλωσσική λεπτότητα και τη διαισθητική πρόνοια που τον διέκρινε στις κριτικές του εκτιμήσεις. Επειδή εντούτοις το πνεύμα του ανδρός εξείχε του σώματός του, η σκευή του η πολεμική διέθετε και εντελώς αντίθετα όπλα: αιχμές αντί καμπυλών, ασωτία διαθέσεων έναντι σφιχτής λογιστικής τάξεως και αστραπιαίες αντεπιθέσεις με μεγάλη αίσθηση του ρίσκου. Πλεονεκτήματα που άστραφταν στο παιχνίδι (γιατί ήταν παίκτης ολκής ο Βαρβέρης) και βροντούσαν στις συζητήσεις με τους φίλους του. Και αν κάτι με λυπεί και με αναστατώνει περισσότερο σχεδόν κι απ’ τον χαμό του (μοίρα για όλους μας κοινή) είναι το ότι τα κείμενά του θα μείνουν αλλά η αύρα του η γλωσσική, η ζώσα και χορευτική, εξανεμίστηκε μια κι έξω. Απώλεια τεράστια, για όσους εννοούν τι εννοώ, και δυσπερίγραπτη. Πράγματι (παραφράζοντας τον Λόρκα) δύσκολα θα φανεί, αν κάποτε φανεί, τέτοιος causeur με βιτριολικό χιούμορ και ανέφελη τρυφερότητα μαζί, εμπαικτικός και παιγνιώδης, εμπρηστικός ή πράος σε δεινή εναλλαγή. Γιατί αλήθεια και αν ακόμα υποθέσουμε ότι έπιανε κανείς τα λόγια του με μιαν απόχη στον αέρα, το αμίμητο ύφος με το οποίο τα συνόδευε, ύφος σοφής αλεπούς και σκανταλιάρικου παιδιού, αυτό χάθηκε για πάντα. Μαζί με τη χειρονομική του φαρέτρα, τη λιτή και (εδώ είναι το κλειδί) τόσο σαφή στην αοριστία της, το επιφυλακτικό λαμπύρισμα του βλέμματος, τη φινετσάτη αίσθηση της ακρίβειας, τον ιδιαίτερο τρόπο να βγάζει τον πόνο του βόλτα σ’ ένα ξέφωτο ειρωνικής εγκαρτέρησης και, πράγμα παράδοξο, την ελαφρότητα που απέπνεε αυτός ο τόσο πεφορτισμένος άνθρωπος.

Με τον Βαρβέρη είχες πάντοτε την εντύπωση πως η γλώσσα η ελληνική φοριέται, μπορεί να φορεθεί, σαν ρούχο πολυτελείας. Όχι μοδάτο, πραγματικά πολυτελές, από κείνα που δεν αγοράζονται με χρήμα, αλλά πληρώνονται με χάρη αβαρή και παιδεία βάθους, δηλαδή άκρως επιφανή. Το χάρισμα αυτό άφριζε λευκότατο στην κορυφή κάθε κύματος στο οποίο επέβη ο Βαρβέρης. Και τον είδα να στέκεται σε πολλά τέτοια κύματα. Ως ποιητή πρώτα που επέμενε ότι «ο θάνατος το στρώνει» πιο γρήγορα απ’ το χιονιά κι έπινε χαρωπά «στην υγειά των πεθαμένων». Ποιητής με μια βραδυπορία ηθελημένη, όχι μες στα παλιά διαβάσματα μονάχα, αλλά κι απέναντι στο μέλλον που το έβλεπε να καταφθάνει σαν αργοκύλιστη καταστροφή. Εξ ού τα συντηρητικά της ποίησής του, φάρμακα, μέσα στα μπουκαλάκια τους, όχι μονάχα τα καβαφικά, μα του μεσοπολέμου εν γένει. Η μάχη με την καθημερινή φθορά και τις μικρές απαρατήρητες τριβές. Οι προσφυγές του στους Γάλλους τροβαδούρους που αγαπούσε, στον Ζωρζ Μπρασένς και στον Λεό Φερέ, στα τραγούδια και στα ποιήματα που τόσο λεπτά (πήγα να πω περιπαθώς) μετέφρασε. Από ’δώ, απ’ αυτό το αίσθημα αποφασισμένης ορφάνιας εννοώ, προκύπτει και η συγκατάνευσή του στους ήσσονες θεωρουμένους ποιητές, η φροντίδα του η νοικοκυρίστικη να μη χαθεί καμιά κλωστή και σβήσουν οι φωνές τους. Από την έγνοια αυτή η ποίησή του μοιάζει λιγάκι με καταφύγιο θηραμάτων, τρόπων εξόριστων και ηθών αποδοκιμασμένων.

Ως κριτικός θεάτρου ο Βαρβέρης υπήρξε ο οξυνούστερος της γενιάς του. Ως συνάδελφος (παραφράζοντας και πάλι) θα προσθέσω: μας εξεπέρασεν όλους, εξακολουθητικώς. Γιατί ενώ ήταν εφάμιλλος, με ολίγιστους άλλους, στην κρίση του ευρωπαϊκού θεάτρου, διέπρεπε κυριολεκτικά στα ελληνικά θεατρικά πράγματα. Και δεν μιλώ για την ελληνομάθεια μόνο που του εξασφάλιζε πρόσβαση προνομιακή στα κείμενα όλων των εποχών, αλλά επίσης, και κυρίως, για τη γνώση των κωδίκων του λαϊκού θεάτρου και της επιθεώρησης, της οπερέτας και του μιούζικ-χολ. Μιλώ για τον τρόπο που έστρεφε την προσοχή του στον Έλληνα και στην Ελληνίδα ηθοποιό. Και θα μιλούσα, θα ’πρεπε, για πολλά ακόμα, μα ο καιρός λιγόστεψε και ο χώρος στένεψε. Θα περιοριστώ να πω ότι τα έργα που μετέφρασε τα θεατρικά, της νέας αττικής κωμωδίας ιδιαίτερα, είναι πετράδια ατίμητα… Τον Γιάννη (χαρτιά δεν ξέρω) τον εγνώρισα και ως παίχτη της ρουλέτας εξαιρετικό. Με τον σπάνιο συνδυασμό σύνεσης υπολογιστικής και τόλμης αλματικής. Μα το παιχνίδι, κάθε παιχνίδι στη ζωή, κάποτε δυσκολεύει, παίζεις με μια τύχη απλή, η μπίλια πέφτει στο zero και χάνεις.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.