20/10/2018 15:12:43
8.8.2016 / ΑΡΓΥΡΩ ΜΩΡΟΥ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1928 στις 04-08-2016

Το αμαρτωλό παρελθόν της ΔΟΕ

Το αμαρτωλό παρελθόν της ΔΟΕ - Media

 

Από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της ναζιστικής Γερμανίας του 1936 στο Ρίο του 2016

Σαράντα δύο χρόνια μετά τον φασιστικό χαιρετισμό του Χουάν Αντόνιο Σάμαρανκ στο πλευρό του Ισπανού δικτάτορα Φράνκο, στη διάρκεια της 38ης επετείου από το πραξικόπημα, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή «τιμά» με δέκα πρόσφυγες τα αθλητικά ιδεώδη στους Ολυμπιακούς του Ρίο για να ξεπλύνει το αμαρτωλό της παρελθόν. 
 
Ο θεματοφύλακας των αρχών και αξιών των Ολυμπιακών Αγώνων –που το 2009 δεν μπήκε καν στον κόπο να αντικρούσει με επιχειρήματα το αίτημα των χιλίων υποστηρικτών της «Εκστρατείας για τη Δημοκρατία και την Αξιοπρέπεια στον Αθλητισμό» (DDE) για παραίτηση Σάμαρανκ– ανακάλυψε τα δημοκρατικά ιδεώδη του παγκόσμιου αθλητισμού στα πρόσωπα δέκα προσφύγων. 
 
Η ιστορική απόφαση ανακοινώθηκε τον Οκτώβριο του 2015 στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών από τον σημερινό πρόεδρο των «αθανάτων» Τόμας Μπαχ: «Οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι ένα διάστημα κατά το οποίο αναβιώνουν οι αξίες της ανεξικακίας, της αλληλεγγύης και της ειρήνης. Είναι η στιγμή που η διεθνής κοινότητα συγκεντρώνεται για ειρηνικό συναγωνισμό», τόνισε ο ίδιος χαρακτηριστικά. 
 
Το «πάσο» για τους Ολυμπιακούς του Ρίο ταξίδεψε από το εμφυλιοπολεμικό Κονγκό στον εφιάλτη της πολύπαθης Συρίας και από τις εχθροπραξίες της Αιθιοπίας στις αιματηρές συγκρούσεις του Νότιου Σουδάν. 
 
Πέντε αθλητές από το Νότιο Σουδάν, δύο από τη Συρία, δύο από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ένας από την Αιθιοπία –οι οποίοι αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή από τις πατρίδες τους και να αναζητήσουν καταφύγιο σε Βέλγιο, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Κένυα και Βραζιλία– κλήθηκαν να στελεχώσουν την «ομάδα προσφύγων» που θα αγωνιστεί με τα χρώματα της ολυμπιακής σημαίας. 
 
Οι συγκεκριμένοι έξι αθλητές και τέσσερις αθλήτριες, ηλικίας από 18 έως 36 ετών, οι οποίοι θα μπουν προτελευταίοι στο γήπεδο στην τελετή έναρξης, την Παρασκευή 5 Αυγούστου, και θα αγωνιστούν σε κολύμβηση, τζούντο και στίβο, καλούνται, κατά τον Μπαχ, να στείλουν ένα «μήνυμα ελπίδας για όλους τους πρόσφυγες», να επικοινωνήσουν σε όλο τον κόσμο «τα προβλήματα των προσφύγων» και να δείξουν στη διεθνή κοινότητα πως «οι πρόσφυγες είναι συνάνθρωποί μας». 
 
Στους ναζιστές
 
Η ευαισθησία για τους πρόσφυγες είναι πρωτοφανής και εντελώς ανακόλουθη με το αμαρτωλό παρελθόν της ΔΟΕ, που το 1931 ανέθεσε στο Βερολίνο τους Θερινούς Ολυμπιακούς του 1936. Μετά την ήττα της Γερμανίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή έβγαλε τη χώρα από την απομόνωση. Παράλληλα όμως έδωσε στους ναζιστές το πράσινο φως να εκμεταλλευτούν τους Ολυμπιακούς του Βερολίνου για να κάνουν προπαγάνδα κλείνοντας τα αυτιά σε όσους καλούσαν για μποϊκοτάζ, διακρίνοντας πίσω από τις ωραιοποιημένες αφίσες του Χίτλερ, με τις εξιδανικευμένες αθλητικές φιγούρες της «άριας» φυλής, την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 
 
Ο αποκλεισμός των «μη αρίων» (Εβραίων και Ρομά) από τις γερμανικές αθλητικές εγκαταστάσεις και ομοσπονδίες ήρθε να τους επιβεβαιώσει. Οι Εβραίοι Έριχ Σέελιγκ (πυγμάχος), Ντάνιελ Πρεν (τενίστας) και Γκρέτελ Μπέργκμαν (αθλήτρια του άλματος εις ύψος), αλλά και ο Ρομά Γιόχαν Ρουκέλι Τρόλμαν (πυγμάχος), ήταν, όπως αναφέρει η Εγκυκλοπαίδεια του Ολοκαυτώματος, μόνο μερικοί από αυτούς. 
 
Θέλοντας να καθησυχάσουν τη διεθνή κοινότητα, οι γερμανικές αρχές επέτρεψαν στην εβραϊκής καταγωγής αθλήτρια της ξιφασκίας Χέλεν Μάγερ να εκπροσωπήσει τη Γερμανία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Η συμβολική χειρονομία των Γερμανών ολοκληρώθηκε με το ναζιστικό χαιρετισμό της Μάγερ στο δεύτερο σκαλί του βάθρου. Δεν είχε κάνει τίποτα περισσότερο από τους υπόλοιπους Εβραίους αθλητές που κέρδισαν μετάλλια και δεν είχαν αντιληφθεί τα ενδόμυχα σχέδια του Χίτλερ. 
 
Η Εγκυκλοπαίδεια του Ολοκαυτώματος αναφέρει μάλιστα ότι κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου, τον Αύγουστο του 1936, το ναζιστικό καθεστώς αφαίρεσε προσωρινά τις περισσότερες αντιεβραϊκές πινακίδες για να μην τις βλέπουν οι τουρίστες. Έδωσε «γραμμή» στις εφημερίδες του να ρίξουν τους τόνους της σκληρής ρητορικής προβάλλοντας την εικόνα μιας άλλης Γερμανίας, ανεκτικής και ειρηνικής, και έπαυσε τις ποινικές διατάξεις κατά της ομοφυλοφιλίας μόνο για τους ξένους επισκέπτες. Και όλα αυτά περίπου δεκαπέντε ημέρες (16 Ιουλίου) μετά το πογκρόμ κατά 800 Ρομά, οι οποίοι φυλακίστηκαν σε ειδικό στρατόπεδο στο προάστιο Μάρτσαν της ολυμπιακής πόλης. 
 
 Κινήματα μποϊκοτάζ
 
Στις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Σουηδία, την Τσεχοσλοβακία και την Ολλανδία δημιουργήθηκαν κινήματα υπέρ του μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών του Βερολίνου. Η συζήτηση σχετικά με τη συμμετοχή των χωρών στους Ολυμπιακούς του 1936 ήταν πιο έντονη στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποίες έστελναν παραδοσιακά μία από τις μεγαλύτερες αποστολές στους Αγώνες. Ορισμένοι υπέρμαχοι του μποϊκοτάζ υποστήριξαν τις «αντιολυμπιάδες». Από τις μεγαλύτερες ήταν η «Ολυμπιάδα των Λαών», που είχε προγραμματιστεί για το καλοκαίρι του 1936 στη Βαρκελώνη της Ισπανίας. Ακυρώθηκε μετά το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου τον Ιούλιο του 1936, μόλις είχαν αρχίσει να καταφθάνουν χιλιάδες αθλητές. 
 
Μεμονωμένοι Εβραίοι αθλητές από αρκετές χώρες αποφάσισαν να απέχουν από τους Ολυμπιακούς του Βερολίνου. Το ίδιο και οι αθλητές της Σοβιετικής Ένωσης, που απείχαν από τη συγκεκριμένη Ολυμπιάδα. Σαράντα εννιά ομάδες με αθλητές απ’ όλο τον κόσμο πήραν μέρος στους Ο.Α. του 1936. Η Γερμανία συμμετείχε με τη μεγαλύτερη ομάδα, με 348 αθλητές. Δεύτερη, με 312 μέλη, μεταξύ των οποίων και 18 Αφροαμερικανοί, ήταν η ομάδα των ΗΠΑ.
 
Η Γερμανία κυριάρχησε στην 11η Ολυμπιάδα, με τους αθλητές της να κατακτούν τα περισσότερα μετάλλια. Με εξαίρεση τον Γουίλιαμ Σίρερ, που κατάλαβε ότι η λάμψη του Βερολίνου δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα καλοδουλεμένο προσωπείο που έκρυβε καλά το ρατσιστικό και βίαιο πρόσωπο των ναζιστών, οι περισσότερες εφημερίδες ανέφεραν στα ρεπορτάζ τους ότι οι αγώνες έκαναν τους Γερμανούς «ξανά πιο ανθρώπινους». Τρία χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς του Βερολίνου οι «φιλόξενοι» και «ειρηνικοί» χορηγοί των αγώνων ξεκίνησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εισβάλοντας την 1η Σεπτεμβρίου 1939 στην Πολωνία. 
 
Η αμηχανία του Χίτλερ απέναντι στον θρίαμβο του Αφροαμερικανού Τζέσε Όουενς, που κέρδισε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου τέσσερα χρυσά μετάλλια, με τον επίσης Αφροαμερικανό Ραλφ Μέτκαλφ στη δεύτερη θέση, έχει καταγραφεί στις ιστορικές στιγμές των Αγώνων. 
 
Ολυμπιακές… λεπτομέρειες
 
Το 1968 οι Ολυμπιακοί έγιναν στο Μεξικό. Ήταν το «δώρο» των αθάνατων της ΔΟΕ για την οικονομική πρόοδο της χώρας των Αζτέκων. Το έλλειμμα δημοκρατίας από τη δεξιά κυβέρνηση αντιμετωπίστηκε ως λεπτομέρεια. 
 
Τα αιματηρά επεισόδια που έγιναν δέκα ημέρες πριν από την τελετή έναρξης, ανάμεσα σε φοιτητές και νεολαίους που διαδήλωναν ενάντια στους Αγώνες και τις δυνάμεις καταστολής, είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο τεσσάρων διαδηλωτών και τον τραυματισμό άλλων τριάντα. Βέβαια, ο ανεπίσημος απολογισμός έκανε λόγο για 267 νεκρούς και 1.000 τραυματίες. Στο αίτημα για μποϊκοτάζ των αγώνων, η ΔΟΕ απάντησε με τη γνωστή επωδό: «Ο αθλητισμός δεν αναμιγνύεται στην πολιτική» κάνοντας λόγο για εσωτερική υπόθεση της χώρας.
 
Η υψωμένη γροθιά των Αμερικανών αθλητών Τόμι Σμιθ και Τζον Κάρλος και μελών των «Μαύρων Πανθήρων» κατά τη διάρκεια του εθνικού ύμνου, στην τελετή απονομής των 200 μέτρων, είχε διαψεύσει τη ΔΟΕ. Το σκυφτό κεφάλι και τα γαντοφορεμένα χέρια έστελναν ένα ηχηρό μήνυμα υπέρ των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών και κατά των φυλετικών διακρίσεων, τη χρονιά που είχαν δολοφονηθεί οι Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ και Μπομπ Κένεντι. Οι δύο αθλητές αποπέμφθηκαν από το Ολυμπιακό Χωριό, χωρίς καμία άλλη συνέπεια. 
 
 Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Μόντρεαλ το καλοκαίρι του 1976 έμειναν στην ιστορία για τρεις λόγους. Ο προϋπολογισμός της κατασκευής του Ολυμπιακού Σταδίου εκτινάχθηκε στα ύψη (κόστισε τρεις φορές περισσότερο απ’ ό,τι είχε αποφασιστεί), ελέω καθυστερήσεων και διαφθοράς. Ανιχνεύθηκε η πρώτη ντοπαρισμένη αθλήτρια στίβου, η Πολωνή σφαιροβόλος Ντανούτα Ροζάνι. Και ο τρίτος και πιο σημαντικός αφορούσε την απόφαση 28 αφρικανικών εθνών να αποσύρουν τις αντιπροσωπείες τους ως απάντηση στην άρνηση της ΔΟΕ να απαγορεύσει τη συμμετοχή της Νέας Ζηλανδίας για τις σχέσεις της με τη ρατσιστική Νότια Αφρική. 
 
Οι «αθάνατοι», θέλοντας να… προστατεύσουν τους αγώνες από την πολιτική, έκαναν τα στραβά μάτια και αγνόησαν σκόπιμα το γεγονός ότι η θρυλική ομάδα ράγκμπι της Νέας Ζηλανδίας είχε περιοδεύσει νωρίτερα την ίδια χρονιά στη ρατσιστική τότε Νότια Αφρική. 
Το Μαρόκο, το Καμερούν και η Αίγυπτος απέσυραν τη συμμετοχή τους, αφού είχαν ήδη συμμετάσχει στην πρώτη ημέρα των αγώνων. Σενεγάλη και Ακτή Ελεφαντοστού συμμετείχαν κανονικά στους Ολυμπιακούς. Για την ιστορία, η Νότια Αφρική είχε βγει εκτός Ολυμπιακών Αγώνων από το 1964, εξαιτίας της κρατικής πολιτικής του Απαρτχάιντ, που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από το Εθνικό Κόμμα το 1948 και καταργήθηκε στις 30 Ιουνίου 1991. 
 
Οι… «αθάνατοι» 
 
Το «βιογραφικό» της κλειστής κάστας γαλαζοαίματων με τα ισόβια μέλη μαρτυρά τις επιλεκτικές ευαισθησίες της ΔΟΕ αλλά και το πραγματικό της πρόσωπο πίσω από το δήθεν απολιτίκ προσωπείο. Η απόφαση του μερικού αποκλεισμού της Ρωσίας με το πρόσχημα του ντόπινγκ είναι καθαρά πολιτική και προέρχεται από την προειδοποίηση Πούτιν για μποϊκοτάζ. Κι αυτά ενώ τα 400 δείγματα ντόπινγκ που εξαφανίστηκαν στο Πεκίνο εξακολουθούν να αγνοούνται και η Ιταλία αναγκάστηκε να δεσμευθεί γραπτώς στη ΔΟΕ πως οι καραμπινιέροι δεν θα κάνουν εφόδους στο Ολυμπιακό Χωριό κατά τη διάρκεια των ιταλικών χειμερινών αγώνων. 
 
Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, που εμπορευματοποίησε τον αθλητισμό τη δεκαετία του 1980 και σήμερα νοιάζεται για το προσφυγικό, ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για τους οικονομικούς μετανάστες που χάνουν κατά καιρούς τη ζωή τους στα κάτεργα των ολυμπιακών εγκαταστάσεων. Είναι σαφές ότι αναζητά ένα ακόμη «συγχωροχάρτι», σαν εκείνο που της εξασφάλισε η συμμετοχή πρόσφυγα στη λαμπαδηδρομία, για να επιχειρήσει –μάλλον μάταια– να σβήσει το αμαρτωλό παρελθόν της. 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.