24/09/2018 17:44:06
30.8.2016 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1931 στις 25-08-2016

Χάνουν φίλους οι βάσεις των ΗΠΑ

Χάνουν φίλους οι βάσεις των ΗΠΑ - Media

 

Από την επέκταση, στη συρρίκνωση - απόσυρση λόγω κόστους και αλλαγής στρατηγικής

Η παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων σε ξένες χώρες γίνεται όλο και πιο αμφιλεγόμενη. Τον περασμένο μήνα οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν ότι σκοπεύουν να επιστρέψουν στην κυβέρνηση της Ιαπωνίας 40 τετρ. χλμ. που χρησιμοποιούν στην Οκινάουα. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη «επιστροφή γης» στο νησί, όπου βρίσκονται 30.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί. Προηγήθηκαν μεγάλες αντιαμερικανικές διαδηλώσεις τον Ιούνιο.
 
Οι ΗΠΑ διαθέτουν 85 στρατιωτικές εγκαταστάσεις με 49.000 στρατιωτικό προσωπικό σε ολόκληρη την Ιαπωνία, «κληρονομιά» από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
 
Η αντίθεση στην παρουσία αμερικανικών βάσεων έχει πρόσφατα αυξηθεί σημαντικά και στην Τουρκία. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούλιο, πολλοί Τούρκοι κατηγόρησαν Αμερικανούς στρατιωτικούς της βάσης Ιντσιρλίκ για εμπλοκή στο πραξικόπημα.
 
Οι ΗΠΑ διαθέτουν τις περισσότερες βάσεις στο εξωτερικό από κάθε άλλη χώρα: 
  •  Σχεδόν 800 βάσεις διασκορπισμένες σε περισσότερες από 70 χώρες.
  •  Το στρατιωτικό προσωπικό που είναι εγκατεστημένο εκτός ΗΠΑ αγγίζει τις 150.000. Εξ αυτών οι 49.000 βρίσκονται στην Ιαπωνία, οι 28.000 στη Ν. Κορέα και οι 38.000 στη Γερμανία.
  • Το συνολικό κόστος για τις ΗΠΑ μόνο για τις βάσεις εξωτερικού, χωρίς να υπολογίζονται οι πολεμικές ζώνες, φτάνει τα 100 δισ. δολάρια τον χρόνο. 
  •  Η διατήρηση στρατιωτικού προσωπικού στο εξωτερικό στοιχίζει 10.000 - 40.000 δολ. επιπλέον για κάθε στρατιωτικό.
Για το μεγαλύτερο διάστημα του 20ού αιώνα οι υπερπόντιες στρατιωτικές βάσεις δικαιολογούνταν ως προπύργια έναντι της σοβιετικής απειλής. Αφότου, όμως, αυτή η απειλή ξεθώριασε, παρουσιάστηκαν άλλες. Από τη δεκαετία του 1990 οι πόλεμοι στη Μ. Ανατολή έδωσαν σε χώρες όπως η Τουρκία και το Μπαχρέιν ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. 
 
Οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί ενάντια στο ISIS γίνονται από τη βάση Ιντσιρλίκ στην Τουρκία. Πιο πρόσφατα η όλο και αυξανόμενη ναυτική δύναμη της Κίνας έκανε την Αμερική να ενισχύσει την παρουσία της στον Ειρηνικό.
 
Εντός ΗΠΑ, πάντως, η υποστήριξη των πολιτών για τις βάσεις στο εξωτερικό έφτασε στο υψηλότερο σημείο της έναν χρόνο μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, όταν το 48% των Αμερικανών θεωρούσε ότι η προβολή στρατιωτικής ισχύος ήταν ο ενδεδειγμένος τρόπος για να μειωθεί η τρομοκρατική
απειλή. Σήμερα, αν και το ποσοστό που υποστηρίζει τις βάσεις παραμένει στα ίδια επίπεδα, ένα 47% των Αμερικανών θεωρεί ότι αυτό γυρίζει μπούμερανγκ, επειδή προκαλείται μίσος κατά των ΗΠΑ, κάτι που οδηγεί σε περισσότερη τρομοκρατία.
 
Στις τάξεις των Αμερικανών στρατιωτών μια θέση σε βάση του εξωτερικού αποτελεί μεγάλο δέλεαρ για να καταταγούν και το αποκορύφωμα της επαγγελματικής τους καριέρας. Ειδικά η Ευρώπη, και συγκεκριμένα η Γερμανία, θεωρείται ο δημοφιλέστερος προορισμός.
 
Δύσκολη σχέση με τις κοινωνίες
 
Για πολλές τοπικές κοινωνίες στα μέρη των αμερικανικών βάσεων, όμως, η κατάσταση έχει γίνει περίπλοκη. Μπορεί η τοπική οικονομία να ενισχύεται από την παρουσία τους, σε μεγάλο βαθμό κι από το ότι οι στρατιώτες είναι θαμώνες σε κλαμπ και μπαρ, αλλά αυτό συχνά δημιουργεί προβλήματα. 
 
Τα τελευταία 15 χρόνια το Πεντάγωνο προσπαθεί να βελτιώσει τις σχέσεις μεταξύ των βάσεων στο εξωτερικό και των τοπικών κοινωνιών, κυρίως με το να επιχειρεί να χαλιναγωγήσει στρατιώτες με ανάρμοστη συμπεριφορά. Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ, οι υποθέσεις σεξουαλικών επιθέσεων από Αμερικανούς στρατιώτες που οδηγήθηκαν στο στρατοδικείο αυξήθηκαν από 42% το 2009 σε 68% το 2012.
 
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι περισσότερες υπερπόντιες στρατιωτικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ βρίσκονταν στη Γερμανία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 η αντίθεση της γερμανικής κοινής γνώμης κορυφώθηκε, σε συνδυασμό και με τη γενικευμένη αντίδραση κατά των πυρηνικών.
 
Αριστερές ομάδες πραγματοποίησαν βίαιες επιθέσεις κατά αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων και απαγωγές προσωπικού. 
 
Τριάντα χρόνια αργότερα, άρχισε η απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία. Το 2010 ο στρατός των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι επιστρέφει 23 τοποθεσίες στη γερμανική κυβέρνηση.
 
Αντιαμερικανισμός στην Τουρκία
 
Αν όμως σε κάποια μέρη της Γερμανίας, όπως στο Σβάινφουρτ, ο κόσμος αναπολεί τώρα τις αμερικανικές βάσεις με τόση νοσταλγία ώστε να σχεδιάζει να χτίσει ένα «Αμερικανικό Σπίτι» και να δώσει σε δρόμους ονόματα όπως Καλιφόρνια Στράσε και Οχάιο Στράσε, τα συναισθήματα δεν είναι ανάλογα στην Τουρκία. Εκεί η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ αποτελεί το επίκεντρο του ήδη μεγάλου αντιαμερικανισμού, που φουντώνει το τελευταίο διάστημα.
 
Η στρατιωτική σχέση ΗΠΑ - Τουρκίας άρχισε τελείως διαφορετικά όμως. Το 1946, όταν το αμερικανικό πολεμικό πλοίο «USS Missouri» κατέπλευσε στην Κωνσταντινούπολη, ο κόσμος υποδεχόταν με θέρμη τους Αμερικανούς. Ήταν προάγγελος της ένταξης της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, που πραγματοποιήθηκε έξι χρόνια αργότερα, και της εγκατάστασης αμερικανικών στρατευμάτων σε διάφορα σημεία της χώρας.
 
Όμως οι φασαρίες και οι συμπεριφορές Αμερικανών στρατιωτών και ναυτών τα Σαββατοκύριακα σε Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη και Άγκυρα συνέβαλαν σε μια σταδιακή μεταστροφή της κοινής γνώμης. Στα τέλη του 1960 η υποδοχή γινόταν με πλακάτ «Γιάνκηδες γυρίστε σπίτι σας». 
 
Τη δεκαετία του 1970, όπως στη Γερμανία, αριστερές κι ακροαριστερές οργανώσεις πραγματοποίησαν διάφορες επιθέσεις εναντίον των αμερικανικών στρατευμάτων στην Τουρκία. Τον Μάρτιο του 1971 ο τουρκικός επαναστατικός στρατός απήγαγε τέσσερις Αμερικανούς αεροπόρους, αλλά και τρεις τεχνικούς του ΝΑΤΟ την επόμενη χρονιά.
 
Έκτοτε η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Τουρκία θεωρείτο από πολλούς ως μια ανεπιθύμητη καταπάτηση της τουρκικής ανεξαρτησίας. Πραγματοποιήθηκαν διαμαρτυρίες κατά του πολέμου στο Ιράκ και κατά της πρότασης να εγκαταστήσει η Αμερική στρατιωτικό προσωπικό στη ναυτική βάση της Μερσίνας.
 
Γκιουλέν και Κουρδικό
 
Όμως οι τελευταίες επιθέσεις ενάντια στη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Τουρκία σηματοδοτούν μια αλλαγή. Απ’ όταν ξέσπασε ο πόλεμος της Συρίας, οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει τη βάση Ιντσιρλίκ για υποστήριξη της κουρδικής πολιτοφυλακής (YPG) στη Συρία περνώντας το μήνυμα ότι θα μπορούσαν ίσως και να υποστηρίξουν ένα αυτόνομο κουρδικό κράτος.
 
Στην Τουρκία, εξάλλου, η Αμερική και ο στρατός της συχνά πρωταγωνιστούν σε θεωρίες συνωμοσίας. Η κυριότερη περιλαμβάνει τον Φετουλάχ Γκιουλέν, που ζει χρόνια αυτοεξόριστος στις ΗΠΑ. Για μια μερίδα Τούρκων, το πρόσφατο επιχειρηθέν πραξικόπημα κατά του Ερντογάν αποτελεί την απόδειξη
συμμαχίας ΗΠΑ - Γκιουλέν και της αρνητικής επιρροής της ύπαρξης αμερικανικών στρατευμάτων στη χώρα. Ο ίδιος ο Ερντογάν χρησιμοποίησε την Αμερική ως αποδιοπομπαίο τράγο τροφοδοτώντας συνειδητά την εχθρικότητα κατά του προσωπικού στη βάση Ιντσιρλίκ.
 
Η στρατηγική σημασία της συγκεκριμένης βάσης για τον πόλεμο των ΗΠΑ κατά του ISIS σημαίνει ότι η παραμονή αμερικανικών στρατευμάτων στην Τουρκία εξυπηρετεί περισσότερο τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον παρά αυτά της Άγκυρας. Κι όσο ο αντιαμερικανισμός, οι εντάσεις και ο διχασμός στην Τουρκία αυξάνονται τόσο οι ΗΠΑ αναμένουν ότι θα αποτελέσουν μεγαλύτερο, όχι μικρότερο στόχο.
 
Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου οι θεωρίες συνωμοσίας θέριεψαν. Το κύμα του αντιδυτικισμού έχει ξεκάθαρα φουσκώσει στην Τουρκία. Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση, το 84% των Τούρκων πιστεύει ότι οι πραξικοπηματίες είχαν βοήθεια από το εξωτερικό. Το 70% υποψιάζεται ότι η Αμερική έβαλε το χέρι της.
 
Εν μέρει, οι δυτικές κυβερνήσεις έκαναν ατυχείς χειρισμούς. Εκτός από ΗΠΑ και Γερμανία, πολλές καθυστέρησαν να καταδικάσουν την απόπειρα πραξικοπήματος, πράγμα που ερμηνεύτηκε από τους Τούρκους ως στάση αναμονής για να δουν προς τα πού «θα γείρει» η κατάσταση. Έως σήμερα κανένας αρχηγός κράτους της Ε.Ε. δεν έχει επισκεφθεί την Τουρκία.
 
Για τους Τούρκους, όσα ακολούθησαν την απόπειρα πραξικοπήματος ήταν ένα τεστ αφοσίωσης, στο οποίο η Ευρώπη απέτυχε. Το τοπίο σήμερα είναι τέτοιο ώστε η Δύση χάνει σημαντικό κομμάτι της δυνατότητας να επηρεάζει την Τουρκία σε μια στιγμή που αυτή η επιρροή είναι ίσως πιο σημαντική από ποτέ. Η Τουρκία στρέφεται ξεκάθαρα προς την αναζήτηση άλλων συμμαχιών. 
 
Το γενικευμένο αρνητικό κλίμα κατά της Δύσης και των γκιουλενιστών κατάφερε ό,τι δεν είχε πετύχει ο Ερντογάν εδώ και χρόνια. Να συσπειρώσει μια μεγάλη πλειοψηφία στο πλευρό του. Από τα τέλη Ιουνίου μέχρι σήμερα, τα ποσοστά αποδοχής του Ερντογάν εκτινάχθηκαν από το 47% στο ποσοστό - ρεκόρ 68%.
 
Όρια στη συμμαχία με Ρωσία
 
Στις 9 Αυγούστου όλος ο Τύπος παγκοσμίως ασχολούνταν με την επίσκεψη του Ερντογάν στη Μόσχα, πρώτη φορά μετά το φιάσκο του Νοεμβρίου και την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού από την Τουρκία. Όπως τότε η Δύση ανησυχούσε ότι Άγκυρα και Μόσχα μπορεί να έρθουν σε σφοδρή σύγκρουση, τώρα φοβάται ότι η Τουρκία και η Ρωσία παραέρχονται κοντά η μία στην άλλη.
 
Ερντογάν και Πούτιν, άλλωστε, έχουν και οι δυο «παράπονα» από τη Δύση. Ο Πούτιν έχει κατηγορήσει ΗΠΑ και Ευρώπη για αθέτηση συμφωνιών και κυρίως για την εξάπλωση του ΝΑΤΟ στα σύνορα της Ρωσίας. Στην Τουρκία φιλοκυβερνητικές εφημερίδες επιτέθηκαν στις ΗΠΑ για ενορχήστρωση της απόπειρας πραξικοπήματος και ο Ερντογάν απέρριψε με θυμό την κριτική των Ευρωπαίων για τις μαζικές «εκκαθαρίσεις» των τελευταίων εβδομάδων.
 
Ο Πούτιν εξέφρασε την υποστήριξή του στην κυβέρνηση Ερντογάν από τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος και παραμένει σιωπηλός όσο ο «σουλτάνος» εφαρμόζει αντίποινα σε όσους θεωρεί προδότες. 
Ευρώπη και ΗΠΑ παρακολουθούν προσεκτικά για να δουν πόσο ακριβώς θα βελτιωθούν οι σχέσεις Άγκυρας - Μόσχας. Η Τουρκία ενδέχεται να κάνει βήματα για να γίνει πλήρες μέλος στον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης, μια ρωσοκινεζική συμμαχία για την οποία το ΝΑΤΟ θεωρεί ότι κάποια μέρα μπορεί να εξελιχθεί σε στρατιωτικό συνασπισμό. Ο Ερντογάν «φλερτάρει» προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση εδώ και χρόνια.
 
Όμως υπάρχουν και όρια για το πόσο μπορεί να τραβήξει το σχοινί η Άγκυρα πονοκεφαλιάζοντας τη Δύση. Ο Ερντογάν εκτιμάται ότι δεν πρόκειται να αποσυρθεί από το ΝΑΤΟ, ούτε και να κόψει πραγματικά τους δεσμούς με τις ΗΠΑ. Αλλά θα φροντίσει να βελτιώσει τις σχέσεις της Τουρκίας και με τη Ρωσία και με την Κίνα, για να κάνει τη Δύση να... ιδρώσει με όποιον τρόπο μπορεί. 
 
Το «reset» που επιχειρεί να κάνει η Άγκυρα στην εξωτερική της πολιτική είναι θεαματικό. Και στη γειτονιά της (μας), μάλιστα, τη Μ. Ανατολή.
Σταυρόλεξο η Συρία
 
Από τις δυσκολότερες «πιρουέτες» που θα πρέπει να εκτελέσει ο Ερντογάν θα είναι στη Συρία. Η Τουρκία συνεχίζει να θεωρεί τον Σύρο πρόεδρο Άσαντ υπεύθυνο για τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων Σύρων. Συνειδητοποιεί, όμως, ότι ο Άσαντ δεν πρόκειται να ανατραπεί στο κοντινό μέλλον. 
 
Ήδη η Άγκυρα δείχνει να ασχολείται λιγότερο με τον Άσαντ και περισσότερο με το να εμποδίσει τους Κούρδους να αποκτήσουν μια μόνιμη οντότητα στον Βορρά της χώρας. Η επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία σημαίνει ότι η Τουρκία ίσως πάψει να στηρίζει την αλλαγή καθεστώτος στη Συρία. Για τις συριακές ομάδες ανταρτών, όμως, που μάχονται τον Άσαντ και βομβαρδίζονται από ρωσικά και συριακά αεροσκάφη, μια τουρκική κωλοτούμπα θα θεωρηθεί προδοσία.
 
Αποστάσεις με την Αίγυπτο
 
Ο Αμπντέλ Φατάχ Αλ Σίσι, ο στρατηγός που κατέλαβε την εξουσία με πραξικόπημα, βρίσκεται σε σύγκρουση με τον Ερντογάν λόγω της υποστήριξης του προέδρου της Τουρκίας προς τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος οι εφημερίδες στην Αίγυπτο είχαν σπεύσει να βγουν με τίτλους που εκτιμούσαν ότι ο Ερντογάν ανατράπηκε.
 
Για να αποκαταστήσει δεσμούς με την Αίγυπτο, ο Ερντογάν θα πρέπει να χαλαρώσει τη σχέση του με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, δηλαδή με όσους βρήκαν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη μετά την επικράτηση του Αλ Σίσι το 2013. Για μια κυβέρνηση που επί χρόνια παρουσιαζόταν ως η φωνή των απανταχού καταπιεσμένων μουσουλμάνων αυτό θα είναι δύσκολο.
 
Ρευστότητα με το Ιράν
 
Το Ιράν είναι ένα από τα πιο «ρευστά» σημεία της πρόσφατης «επίθεσης φιλίας» της Τουρκίας. Η εκτίναξη της ιρανικής οικονομίας, λόγω της άρσης κυρώσεων για τα πυρηνικά, θα ωφελούσε πολλούς κλάδους της τουρκικής οικονομίας. Όμως, αν η οικονομία του Ιράν συνεχίσει να αναπτύσσεται, αυτό θα δημιουργήσει σφοδρό ανταγωνισμό μεταξύ Άγκυρας - Τεχεράνης και θα επιβαρύνει τις οικονομικές τους σχέσεις, που έως τώρα βασίζονταν στην αμοιβαία ανάγκη. 
 
Αν η οικονομία του Ιράν «ανοίξει» στις ξένες επενδύσεις, μοιραία θα μειωθούν οι ανάγκες της Τεχεράνης για το τουρκικό εμπόριο, ενώ παράλληλα οι ενεργειακές ανάγκες της Τουρκίας θα αυξάνονται. Εκτός από τους οικονομικούς δεσμούς, ανάμεσα σε Τουρκία και Ιράν υπάρχουν σοβαρές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές που παγίως δημιουργούν καχυποψία και ίσως αποτελούν το ταβάνι στην όποια περαιτέρω αλλαγή. 
 
Έσπασε ο πάγος με το Ισραήλ
 
Η επαναπροσέγγιση με το Ισραήλ έχει προχωρήσει σημαντικά, αν και η καχυποψία παραμένει. Ο πάγος, πάντως, έχει σπάσει. Και οι δυο πλευρές αναγνωρίζουν ότι η διαμάχη δεν ωφελεί σ’ αυτό το τάιμινγκ. Είναι πρόωρο, πάντως, να θεωρηθεί ότι οι δυο χώρες θα μετατραπούν ξαφνικά στους στενούς συμμάχους που ήταν κάποτε.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.