15/11/2018 21:59:11
7.12.2009

Τσουνάμι

Αλέκος Φασιανός: Λίγο κρασί, λίγη θάλασσα κι ο ζωγράφος μου

Η γραμμή του Φασιανού, από τη δική της πλευρά, πολύ σύντομα έπαψε να είναι μαρτυρία του ελληνικού φολκλόρ, έγινε η ίδια ελληνικό φολκλόρ.

Αν πάει κανείς ταξίδι στην Τζιά, στη Χώρα, στα ταβερνάκια του κέντρου, θα αναγνωρίσει το στυλ. Ο Αλέκος Φασιανός λατρεύει το νησί και έχει αφήσει τα αποτυπώματά αυτής της λατρείας του εκεί: ζωγραφιές. Αναγνωρίσιμες ζωγραφιές. Χρωματιστά ανθρωπάκια, κόκκινα, μπλε, χρυσαφιά, με πρόσωπα πάντα προφίλ. Στυλιζαρισμένα πουλιά που πετούν σε μονόχρωμο, ολοφώτεινο φόντο. Φρούτα, κτίρια σαν παιδικά σκαριφήματα, στάχυα, μπαλόνια σαν αυτά των κόμικς που βγαίνουν από τα στόματα των ανθρώπων – καπνός ή μήπως ένδειξη αναπνοών; Αυτά κι άλλα πολλά στολισμένα με λεζάντες, μικρά κείμενα με τη χαρακτηριστική καλλιγραφία του. Το σύμπαν του Φασιανού είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα εικαστικά σύμπαντα στη νέα Ελλάδα – πολύ πιο αναγνωρίσιμο από το σύμπαν του Τσαρούχη, του Εγγονόπουλου, του Μόραλη… Πώς τα κατάφερε το θηρίο; Πολύ απλά, είναι η απάντηση. Η ζωγραφική του έφτασε παντού, έγινε λαϊκή και συνώνυμη μιας ευρύτερης καλαισθησίας, ακριβώς επειδή περιόρισε το αίτημά της σε ένα και μόνο: προορισμός της είναι να στολίζει, να διακοσμεί. Ο μοντερνισμός του Μόραλη, η ταύτιση των εικόνων του Τσαρούχη με τα αιτήματα πνευματικότητας της γενιάς του ’30, ο ελλαδοκεντρικός σουρεαλισμός του Εγγονόπουλου διηγούνται μια πνευματική περιπέτεια. Η γραμμή του Φασιανού, από τη δική της πλευρά, πολύ σύντομα έπαψε να είναι μαρτυρία του ελληνικού φολκλόρ, έγινε η ίδια ελληνικό φολκλόρ. Πολύ σύντομα, σχεδόν δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση στις γκαλερί το 1959, με τη μεταπολίτευση, έπειτα από μερικές εκθέσεις και μερικές εικονογραφήσεις (έκανε, π.χ., τα εξώφυλλα των βιβλίων του Ταχτσή και μερικών του Βασιλικού, κι υπήρξε συνεργάτης του εκδοτικού οίκου Ερμής), είχε πάρει τις αποστάσεις του από τους συγγενείς καλλιτέχνες της στυλιζαρισμένης εικόνας: ο Μίνως Αργυράκης και ο Αντώνης Κυριακούλης ουδέποτε έπαψαν να σαρκάζουν και την ελληνική κοινωνία και τις επιφανειακές εμμονές της, ο Γαΐτης έκανε πολιτικές αλληγορίες, ο Χουλιαράς δεν έκρυβε τη τρικυμία της ηπειρωτικής φλέβας του, ο Κυριτσόπουλος ήταν κομψός καρικατουρίστας… Ο Φασιανός, όμως, έγινε γνωστότερος και εμπορικότερος επειδή δεν ζορίστηκε να βρει σύνθετο αίτημα. Αρκέστηκε στο προφανές. Υπάρχει πολλή ασχήμια εδώ, ας τη διορθώσουμε ζωγραφίζοντας εικονίτσες. Υπάρχει πολύ γκρίζο, ας το αλλάξουμε βάζοντας πολύ χρώμα. Και πινελιά την πινελιά, λεζάντα τη λεζάντα, κολακεύοντας αυτό στο οποίο απευθύνεται, ο Αλέκος Φασιανός καταξιώθηκε. Απέκτησε ακόμα και επιγόνους, με πιο διάσημο τον Σταθόπουλο. Αυτές τις μέρες, στο Ίδρυμα Θεοχαράκη ολοκληρώνει τον κύκλο της μια έκθεση με τις σκηνογραφικές δουλειές του Φασιανού – εργάστηκε και για το θέατρο. Όλες του οι δουλειές, και στο θέατρο, και στις εικονογραφήσεις, και στη χαρακτική και στις αφίσες έχουν το ίδιο αίτημα: βάλε χρώμα και μη σκας. Στο τέλος θα πας παντού. Απ’ αυτή την άποψη, ο Φασιανός πρέπει να εκφράζει πειστικότερα απ’ όλους τους ομοτέχνους του την τουριστική Ελλάδα της ανασυγκρότησης από το 1960 και μετά. Τι (πρέπει να φαίνεται ότι) είναι αυτή η Ελλάδα; Λίγο κρασί, λίγη θάλασσα και λίγος Φασιανός – ο εικαστικός Zorba the Greek.

ΑΧΙΝΟΙ

1. Υπάρχει ένα ριάλιτι στον ΑΝΤ-1, το «Next top model», που δείχνει μια υπέροχη, διαφορετική, εξαιρετική Ελλάδα. Νέα κορίτσια επιδιώκουν καριέρα στο μόντελινγκ. Δεν είναι όλα καλλονές, δεν είναι όλα καθαρόαιμες Ελληνίδες – κι αυτό είναι το ύψιστο προτέρημά του, καθρεφτίζει την κοινωνία που φεύγει, ανοιχτή, χωρίς προκαταλήψεις, προγονοπληξίες, αποκλεισμούς. Τα κορίτσια μαθαίνουν να είναι ανταγωνιστικά – αλλά κι αυτό μεγάλο προτέρημα είναι: οι σύγχρονες κοινωνίες είναι εκ των πραγμάτων ανταγωνιστικές, κανείς δεν πάει παντού με νοοτροπία δημοσίου υπαλλήλου, άσε που έτσι θα συνεχίσει να σέρνεται η χώρα. Τελικά, ακόμα κι οι δυσκίνητες μορφές του ριάλιτι, η Βίκυ Καγιά για παράδειγμα, συνεισφέρουν στο ρεαλισμό της αφήγησής του. Πόσες φορές δεν έχουν αισθανθεί οι νεότεροι άνθρωποι σε δουλειές την ασφυκτική πίεση που ασκεί πάνω τους ο επιφανειακός ξερόλας.

2. Προσωπικά, προτιμώ τα ριάλιτι από τα σίριαλ. Έχουν πραγματικούς χαρακτήρες, βγαλμένους απ’ τη ζωή, που εξασφαλίζουν περισσότερη αληθοφάνεια στην πλοκή η οποία, σιγά σιγά, χτίζεται με την αλληλουχία των επεισοδίων. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό είναι κακό για τους σεναριογράφους, που προσπαθούν να επινοούν σύμπαντα και δεν αφήνουν έγκλειστους ανθρώπους να υποδύονται τους εαυτούς τους. Ας είναι. Το πρόβλημα των ελληνικών σεναρίων είναι ότι γράφονται με μπανάλ συνταγές – και τελικά βυθίζονται μέσα στην τηλεοπτική κοινοτοπία. Ενώ, αντίθετα, οι οργανωμένες ενότητες των ριάλιτι έχουν περισσότερες ρωγμές μέσα από τις οποίες εισδύει η πραγματική ζωή, πολύ πιο σύνθετη και, εντέλει, πολύ πιο γοητευτική.

Λία Παραλία

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.