10/12/2018 07:27:59
7.12.2009

Μαρία Σκουλά

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Από ερώτηση σε απάντηση μεσολαβούν σιωπές. Ύστερα, η επισήμανσή της φτάνει αποσπασματική και τελικά τόσο καίρια κι αποφασιστική, που αντιλαμβάνεσαι ότι η σκέψη της είχε κάνει εν τω μεταξύ ένα άλμα. Η Μαρία Σκουλά κάθεται απέναντι, κάπως νευρική, πολύ συγκεντρωμένη κι απολύτως… ξανθιά. Οι ανάγκες του ρόλου της, στον «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ, θέλουν, ενόψει της πρεμιέρας στις 18 Δεκεμβρίου, το μελαχρινό κορίτσι μια κατάξανθη «Ελένα», στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Γιάννης Χουβαρδάς για την ανακαινισμένη Κεντρική Σκηνή του Εθνικού. Η ίδια λέει ότι κάθε ρόλος την επηρεάζει και στη ζωή της. Αν θεωρήσουμε σοβαρά τα γελοιογραφικά στερεότυπα περί των «πλατινέ» γυναικών, τότε οι απαντήσεις της τη διαψεύδουν. Τίποτα το λάιτ, το χαριτωμένα ανάλαφρο και το απερίσκεπτο δεν καταγράφεται. Και τίποτα το αχνό, το «χαμένο». Διστακτικό, ναι. Ανειλικρινές, όχι. Η Μαρία ήρθε από την Κρήτη το 1990, μπήκε στη Σχολή του Εθνικού και μόλις τελείωσε τις σπουδές της άρχισε να δουλεύει δίπλα σε μεγάλους σκηνοθέτες. Εξέλιξε το ταλέντο της δοκιμάζοντάς το σε ένα ευρύτατο ρεπερτόριο, που μέχρι σήμερα δεν περιλάμβανε όμως κανέναν ρώσο κλασικό. Ε, ήρθε η ώρα...

Σε μια πρόσφατη συνέντευξή σας ευχόσασταν να κάνετε ρωσικό θέατρο. Ήταν οι ουρανοί ανοιχτοί!

Μ.Σ.: Ξέρετε γιατί; Έχω παίξει κλασικά έργα, αφηγηματικό θέατρο, νεοελληνικό έργο, αρχαίο δράμα. Με ενδιέφερε όμως πολύ και η διαδικασία μέχρι την προετοιμασία ενός τέτοιου ρεαλιστικού έργου κι ας υπάρχει χρονική απόσταση. Ένιωθα πως ήθελα να δουλέψω πάνω σε ό,τι διαισθανόμουν ότι έχει κάτι πολύ εσωτερικό. Τελικά διαπίστωσα ότι η διαδικασία είναι η ίδια, όπως και στα άλλα έργα.

Το ρωσικό θέατρο και η λογοτεχνία είναι σ’ ένα βάθρο όμως. Γιατί πιστεύετε;

Μ.Σ.: Θα απαντήσω υποκειμενικά. Εμένα μ’ αρέσει γιατί είναι σαν να ταξιδεύεις μέσα στους ανθρώπους, αλλά και πάρα πολύ κοντά στα πρόσωπά τους. Διαβάζεις Ντοστογιέφσκι και είναι σαν να πλησιάζεις τόσο κοντά στους ήρωες, ώστε να βλέπεις τις γραμμές του προσώπου, τις ρυτίδες τους ή πώς είναι τα χέρια τους. Με τον ίδιο τρόπο, σε απόσταση αναπνοής, βλέπεις και την ψυχή τους. Εγώ τουλάχιστον ταυτίζομαι μαζί τους. Έχουν κάτι γελοίο που με συγκινεί πολύ και μου θυμίζει ότι έτσι είμαι κι εγώ.

Τι εννοείτε, όταν λέτε ότι έχετε κάτι γελοίο;

Μ.Σ.: Εννοώ τη «γελοιότητα» της ανθρώπινης φύσης. Τις αντιδράσεις μας που έχουν να κάνουν με το συναίσθημα. Ο άνθρωπος που έφτασε στο τέρμα είναι έτοιμος να πει ταυτόχρονα το πιο ποιητικό, αλλά και το πιο γελοίο πράγμα. Έτσι είναι οι κανονικοί άνθρωποι: μεγαλειώδεις και ταυτόχρονα αφάνταστα ταπεινοί.

Πώς προσεγγίζετε κάθε ρόλο; Ενστικτωδώς; Αναζητάτε δικά σας πράγματα;

Μ.Σ.: Εγώ επηρεάζομαι. Ό,τι με απασχολεί και ό,τι παρατηρώ στη ζωή μου έχει πάρα πολύ να κάνει με το τι είναι το έργο στο οποίο παίζω εκείνη την περίοδο. Ουσιαστικά συλλαμβάνω τον εαυτό μου να παρατηρεί τον κόσμο επιλεκτικά, βάσει του ρόλου μου. Αν το έργο είναι αισιόδοξο, είμαι κι εγώ. Αν είναι όπως τώρα, που υπάρχει ένα κενό και κάτι ανολοκλήρωτο και ανεκπλήρωτο, έτσι παρατηρώ και τα πράγματα που μου συμβαίνουν. Είναι κάπως σαν να ταυτίζομαι με τον ρόλο. Ίσως να μοιάζει αστείο.

Ποια είναι η τσεχοφική Ελένα ως τώρα;

Μ.Σ.: Πρωτοδιάβασα το έργο πριν από δέκα χρόνια και ενθουσιάστηκα τόσο που το ξαναδιάβασα άλλες δύο φορές διαδοχικά. Τότε λοιπόν η εικόνα που είχα γι’ αυτό το πρόσωπο ήταν πολύ αχνή. Φανταζόμουν την Ελένα στο βάθος. Νομίζω ότι η πρώτη εντύπωση ήταν και σωστή. Είναι ένα πρόσωπο που δεν αντιστοιχεί σε ό,τι λένε οι άλλοι για εκείνη. Δεν νομίζω ότι είναι τόσο φωτεινή, έστω κι αν είναι φωτεινή στη θλίψη της.

Μου είπατε ότι στους ρόλους αναζητάτε δικά σας πράγματα. Εδώ σε ένα τόσο αχνό πρόσωπο, πού τα εντοπίζετε;

Μ.Σ.: Στην αδυναμία να αφεθώ σε κάτι που συμβαίνει. Είναι κάτι πολύ βαθύ, γιατί εξωτερικά είμαι πολύ επικοινωνιακή.

Ο Βάνιας τής λέει ότι όταν μια νεότερη γυναίκα παντρεύεται έναν ηλικιωμένο, διαπράττεται ύβρις απέναντι στην ίδια τη νεότητα. Τι πιστεύετε;

Μ.Σ.: Ότι αν μια γυναίκα είναι πραγματικά ερωτευμένη με τον άνδρα της, είτε είναι ηλικιωμένος είτε άσχημος, είναι δικαίωμά της.

Κι όμως υπάρχει ένα κοινωνικό στερεότυπο: Ότι οι νεότερες που παντρεύονται ηλικιωμένους είναι ιδιοτελείς...

Μ.Σ.: Χαζομάρες. Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να αγαπήσει και να παντρευτεί όποιον θέλει και σ’ αυτό δεν υπάρχει κανόνας. Βέβαια, ο Βάνιας έχει κι ένα δίκιο ως προς το πόσο αγνώμονες είμαστε απέναντι στη ζωή: Έχεις τα νιάτα σου, αλλά λειτουργείς σαν να ’χεις πεθάνει. Αλλά πάλι η ζωή, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι εύκολη. Το να σηκωθείς το πρωί απ’ το κρεβάτι, θέλει μερικές φορές κόπο και μεγάλη προσωπική δύναμη...

Υπάρχουν περιπτώσεις που ο άλλος μας εξυπηρετεί για να μην αναλάβουμε τη δική μας ευθύνη. Έτσι π.χ. κι ο Βάνιας μεταθέτει στον Σερεμπριάκοφ την ευθύνη που δεν έγινε σπουδαίος.

Μ.Σ.: Πάντα φταίμε εμείς. Η ελευθερία που έχουμε εξαρτάται από το τι επιλέγουμε. Είναι όμως κι ένας ανθρώπινος μηχανισμός να λέμε ότι άλλοι ήταν το εμπόδιο στην ελευθερία μας.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο «Βήμα» ο Γιάννης Χουβαρδάς έλεγε πως ο «Θείος Βάνιας», το κορυφαίο έργο του Τσέχοφ, «αναφέρεται σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ένα κρίσιμο στάδιο της ζωής τους. Ή θα πάνε μπροστά ή θα θαφτούν για πάντα, μεταφορικώς και κυριολεκτικώς». Εσείς τι πιστεύετε;

Μ.Σ.: Κατά κάποιο τρόπο όλοι οι ήρωες του «Βάνια» βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο: δεν είναι πολύ νέοι, ούτε γέροι ακόμα, αλλά καλούνται να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν ό,τι έκαναν ή αν θα αλλάξουν τη ζωή τους. Περνάνε δηλαδή όλοι τους μια κρίση. Αλλά όλα αυτά τα σκέφτομαι τώρα, γιατί στην πρόβα τα παίρνω κάπως σαν να είναι αυτονόητα.

Μια κριτική που ασκείται στον Χουβαρδά είναι ότι και στο Εθνικό απευθύνθηκε βασικά στο έμψυχο υλικό που είχε στο Αμόρε. Τι λέτε;

Μ.Σ.: Δεν είναι αλήθεια. Πόσοι ήταν αυτοί που είχαν δουλέψει στο Αμόρε; Το Εθνικό έχει τόσους συνεργάτες: σκηνοθέτες, σκηνογράφους... Και κάθε σκηνοθέτης που συνεργάζεται επιλέγει τους ηθοποιούς του. Αλλά κι όταν ο ίδιος ο Χουβαρδάς ανεβάζει μια παράσταση, δεν είναι φυσικό να βασίζεται σε ορισμένους ανθρώπους που ίσως με τα χρόνια εμπιστεύεται;

Διάβαζα ότι ως παιδί αγαπούσατε κυρίως τον Χατζηχρήστο και τη Βλαχοπούλου. Δυο κωμικούς...

Μ.Σ.: Κι όμως. Ενώ η Βλαχοπούλου μου άρεσε, τον Χατζηχρήστο τότε δεν τον εκτιμούσα. Τα τελευταία χρόνια ξανάδα τις ταινίες του και, με τη θεατρική μου εμπειρία πια, έπαθα πλάκα με την ενέργειά του. Συνειδητοποίησα πόσο δυνατός ήταν στο κέντρο του, για να μπορεί να αυτοσχεδιάζει χωρίς να χάνει το ρυθμό του, σε τεράστιες σκηνές που είναι μονοπλάνο. Από την άλλη πλευρά, δεν πιστεύω ότι είναι ένας ο τρόπος που πρέπει να παίζει ένας ηθοποιός. Υπάρχουν πολλοί τρόποι που μπλέκονται ή φτιάχνονται κάθε φορά εξαρχής, ανάλογα με το έργο και βέβαια με τον σκηνοθέτη.

Διάβασα επίσης ότι προτιμάτε να σας επιλέγουν για ένα ρόλο. Ο ρόλος της μητρότητας είναι κάτι που επιλέξατε εσείς, όμως.

Μ.Σ.: Πάντως είναι κι αυτός ένας ρόλος που τον μαθαίνεις. Το να είσαι γονιός δεν σημαίνει μόνο «βάζω όρια». Είναι κάτι πολύ βαθύτερο, με το οποίο μόλις τον τελευταίο καιρό έχω κατορθώσει να μαλακώσω. Στην αρχή είχα φόβο, όχι για την ευθύνη – ήξερα ότι μπορώ να τα καταφέρω. Περισσότερο με τρόμαζε το ίδιο το παιδί μου, γιατί μου φαινόταν πιο δυνατό από μένα.

Γιατί;

Μ.Σ.: Ίσως επειδή το παιδί καθορίζει πολλά πράγματα. Ίσως επειδή το ίδιο σου δείχνει πώς να το μεγαλώσεις. Μαθαίνεις μέσα από αυτό πώς να είσαι γονιός.

Η παρουσία ενός παιδιού δεν δηλώνει πώς μεγαλώνουμε; Αισθάνεστε ότι μεγαλώνετε;

Μ.Σ.: Συνυπάρχει το «μεγάλωσες» με το «δεν μεγάλωσες». Ενώ αλλάζει η εικόνα σου, μέσα σου μένουν όλα ίδια. Στην ουσία παραμένω το παιδάκι που έτρεχα με τη σχολική τσάντα στο δρόμο. Όλο το άλλο είναι ένας ρόλος.

Ένα παιδί είναι ο «σκηνοθέτης» της ζωής του γονιού του;

Μ.Σ.: Σαφώς καθορίζει τις επιλογές που θα κάνεις, από τη γέννησή του και μετά. Εγώ αυτή τη στιγμή αισθάνομαι συμπρωταγωνίστρια με την κόρη μου στη ζωή μας. Αλλά η ζωή δεν είναι μόνο το παιδί. Είναι κι άλλα πράγματα κι εσύ περνάς μια σκληρή διαδικασία για να το συνειδητοποιήσεις. Είναι μεγάλο λάθος να παραμελήσεις τη ζωή σου ή τη σχέση με τον σύντροφό σου.

Η ισορροπία είναι όμως δύσκολη.

Μ.Σ.: Κι η ενοχή μεγάλη. Αν βγεις π.χ. το βράδυ και περάσεις καλά αισθάνεσαι ένοχος. Εγώ, τα πρώτα χρόνια ένιωθα άσχημα ακόμα και στην πρόβα, επειδή ήταν ένας χώρος που δεν «χώραγε» και το παιδί μου. Μετά άρχισα να βάζω τεχνητά όρια: από δω μέχρι εκεί πρόβα, από κει μέχρι εκεί βγαίνω έξω... Αλλά και μ’ αυτό τρελαίνεσαι. Τελικά αποφάσισα ότι όλα είναι ανακατεμένα, όλα ταυτόχρονα κι εσύ τα συνδέεις.

Η ενοχή τι είναι;

Μ.Σ.: Χάσιμο χρόνου. Μας καθυστερεί από τη δράση. Εγώ που είμαι πολύ ενοχικό άτομο, άρχισα τελευταία να σκέφτομαι ότι είναι σαν να επέβαλα μόνη μου την ενοχή στον εαυτό μου, γιατί «έτσι είναι το σωστό».

Τα παιδικά σας χρόνια ήταν στην Κρήτη. Επιστρέφετε εκεί;

Μ.Σ.: Φυσικά. Είναι εκεί οι γονείς μου, οι αδελφές μου. Αλλά όταν ανέβηκα στην Αθήνα το 1990, σταμάτησα, κατά κάποιο τρόπο, τη σχέση μου με το νησί μου. Ενθουσιάστηκα με το καινούργιο, τη μεγαλούπολη. Μεγάλωσα σε ένα προάστιο του Ηρακλείου. Θυμάμαι ότι βγαίναμε και παίζαμε στο δρόμο. Τώρα, για να παίξουν τα παιδιά, κλείνουν οι μαμάδες ραντεβού μια βδομάδα πριν. Θέλω, δηλαδή, να πω ότι εγώ μεγάλωσα με ένα τρόπο ζωής που εμπεριείχε τη φυσιολογική εκπλήρωση των παιδικών μου επιθυμιών. Και βρέθηκα σε ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, που ήταν στην αρχή συναρπαστικός. Τότε διέκοψα και τη σχέση με την Κρήτη, ίσως γιατί έπρεπε να ανοιχτώ προς τα έξω.

Και τώρα;

Μ.Σ.: Τώρα πια προσπαθώ να επιστρέψω.

Δεν είναι πια συναρπαστικός ο κόσμος της Αθήνας;

Μ.Σ.: Όχι τόσο. Βέβαια επιλέγω να ζω εδώ, γιατί εδώ είναι η οικογένειά μου κι η δουλειά μου. Βαθιά μέσα μου, όμως, θα επιθυμούσα κάτι άλλο.

Όταν πρωτοήρθατε από την Κρήτη εντοπίσατε διαφορές μεταξύ σας και όσων συμφοιτητών σας είχαν μεγαλώσει στην Αθήνα;

Μ.Σ.: Καθόλου. Αισθανόμουν ότι είχαμε κοινές προσλήψεις. Αλλά και τώρα δεν νομίζω ότι ένα παιδί από την επαρχία είναι διαφορετικό. Απλώς έχουμε αλλάξει εμείς σε σχέση με την εποχή. Δηλαδή η κόρη μου ασχολείται με εντελώς διαφορετικά πράγματα απ’ ό,τι εγώ στην ηλικία της. Η ζωή της είναι αναγκαστικά πολύ πιο καθιστική και μες στο σπίτι. Στη γειτονιά μας δεν έχει παιδιά στην ηλικία της. Μια μέρα είδαμε μια παρέα αγοριών που έπαιζαν με ψεύτικα σπαθιά στο δρόμο. Και η Μαίρη γύρισε έκπληκτη και μου είπε: «Κοίτα, μαμά. Τα παιδιά παίζουν μέσα στο δρόμο!».

Είναι μια γενιά που δεν ξέρει να παίζει στο δρόμο, όπως δεν ξέρει τη δραχμή και το βινύλιο και που ίσως δεν θα μάθει παρά πολύ αργότερα ποιοι ήταν ο Κουν και ο Χατζιδάκις, αλλά θα ξέρει την Παπαρίζου. Προφανώς αυτό δεν είναι κακό..

Μ.Σ.: Όχι, βέβαια. Κι εμείς δεν ακούγαμε κάποτε τραγούδια στυλ Παπαρίζου; Εγώ –ντρέπομαι που το λέω τώρα– μικρή άκουγα πολύ Άννα Βίσση. Φυσικά δεν έπαθα τίποτα. Απλώς μεγάλωσα κι έκανα τις επιλογές μου.

Ο χρόνος που περνάει σας απασχολεί;

Μ.Σ.: Πάρα πολύ. Νιώθω ότι βρίσκομαι στη μέση της ζωής μου κι ότι ο χρόνος περνάει πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι παλαιότερα. Αλλά πάλι χρόνος δεν υπάρχει. Απλά αλλάζουν τα πράγματα γύρω μας. Τώρα πια ξέρω ότι ακόμα και δυο ώρες μπορεί να είναι αρκετές.

Προλαβαίνετε να είστε και νοικοκυρά;

Μ.Σ.: Μοιάζω προφανώς πολύ στη μαμά μου. Κάνω δουλειές, σιδερώνω ευχαρίστως, απλώνω ρούχα, μαγειρεύω. Μερικές φορές που τελειώνει η μέρα μου κι έχω κάνει τα πάντα (έχω ταυτόχρονα μελετήσει ένα ρόλο), αισθάνομαι μεγάλη ικανοποίηση.

Ο φόβος της οικονομικής κρίσης σάς επηρεάζει;

Μ.Σ.: Πολύ. Η κρίση είναι πλέον πολύ φανερή. Βλέπεις ξεκάθαρα μέχρι πού μπορείς να πας. Και συνειδητοποιείς ότι, όπως φτιάξαμε τη ζωή μας, οι «ανάγκες» ξεπερνούν την οικονομική μας δυνατότητα να τις ικανοποιήσουμε.

Κάποτε τα καινούργια παπούτσια ήταν γεγονός...

Μ.Σ.: Μα τι λέτε τώρα! Εγώ ρούχα αγόραζα Χριστούγεννα και Πάσχα και αγοράζαμε και μια φόρμα ή ένα τζιν, όταν ξεκινούσε το σχολείο. Τώρα το παιδί μου λέει «βαρέθηκα τις μπότες μου. Θέλω καινούργιες». Και ξέρω ότι έτσι είναι τα περισσότερα παιδάκια. Εμείς φταίμε. Εγώ θυμάμαι ότι δεν ψώνιζα ούτε μεγάλη. Άρχισα μετά τα 25 μου, όταν συνειδητοποίησα ότι βγάζω τα λεφτά μου. Τότε σταμάτησα να έχω ενοχή, όταν περνάω από ένα μαγαζί και αγοράζω κάτι.

Η καταναλωτική ψευδοευδαιμονία είναι αναστρέψιμη;

Μ.Σ.: Έτσι πιστεύω. Θα μάθουμε ξανά να αισθανόμαστε πλήρεις πηγαίνοντας μια βόλτα στο πάρκο κι όχι στο Mall.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.