16/12/2018 00:04:04
7.12.2009

Θέατρο: Η ευκαιρία της μάνας

Τον μονόλογο του Βασίλη Κατσικονούρη, «Το μπουφάν της Χάρλεϊ… ή Πάλι καλά», ερμηνεύει η Άννα Παναγιωτοπούλου, υποδυόμενη μια μάνα που τα «χώνει» στον γιο της

Κωμική, όπως οι περισσότερες ελληνίδες μάνες. Ματαιωμένη, όπως πολλές ελληνίδες γυναίκες. Τραγική. Η ηρωίδα του μονολόγου του Βασίλη Κατσικονούρη «Το μπουφάν της Χάρλεϊ… ή Πάλι καλά» έρχεται από την ίδια περίοδο που γράφτηκε «Το γάλα», με την ίδια δύναμη, την ίδια λαχτάρα για ζωή, την ίδια συντριβή από την ακύρωσή της. «Την ίδια ιδιομορφία και ένταση», όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο συγγραφέας. Το ότι και στις δύο περιπτώσεις η ηρωίδα είναι μια μητέρα πρόκειται για «δραματουργική λύση». Το έργο «δεν μιλάει για την κατάσταση του να είσαι μητέρα, αλλά για την αίσθηση της ζωής που χάνεται και ακυρώνεται». Το θέμα του έχει να κάνει με «κάτι που μοιάζει με ζωή που θα μπορούσε να είναι μια δυνατότητα, η οποία κερδήθηκε κάθε μέρα και κάθε στιγμή». Μια γυναίκα, νύχτα, έξω από το κουβούκλιο του φρουρού στον Άγνωστο Στρατιώτη, στην πλατεία Συντάγματος. Μέσα εκεί, για να προφυλαχθεί από τη βροχή, στέκεται ο εύζωνας στρατιώτης. Είναι ο γιος της. Η γυναίκα τού μιλάει. Είναι η μόνη της ευκαιρία. Πάντα, όποτε προσπαθούσε να του μιλήσει, αυτός έφευγε. Άρπαζε το μπουφάν του, της Χάρλεϊ, κι ορμούσε έξω στο δρόμο. Απόψε όμως, σκοπός ακίνητος κι αμίλητος στο μνημείο-μνήμα, δεν μπορεί να φύγει. Είναι εγκλωβισμένος σ’ εκείνο το σημείο καμπής απ’ όπου ο καθένας μας περνάει κάποια στιγμή, βγαίνοντας από την ελευθερία του και μπαίνοντας στο πόστο του. Εγκλωβισμένος σ’ αυτήν, ακριβώς τη στιγμή όπου η πέτρα που κυλάει καλείται να σταματήσει ήσυχα ήσυχα σε μια γωνιά και να χορταριάσει. Θέλει δεν θέλει, σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται τώρα. Θέλει δεν θέλει, ακούει τη μάνα του τώρα. Κι αυτή θα του μιλήσει. Όχι τόσο για να νουθετήσει, να γκρινιάξει, να κάνει κήρυγμα ή να κλαφτεί «σαν μάνα». Θα μιλήσει μόνο. «Σαν κοπέλα». Και θα του τα πει όλα. Για την γκρίζα, θαμπή ζωή της, πώς ξεκινώντας από τα καπνοχώραφα της Μακεδονίας στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και φτάνοντας στην Αθήνα του σήμερα της ξέφυγε στη διαδρομή. Για την πολύχρωμη κι όμως πάλι θαμπή ζωή των νέων παιδιών εδώ, τώρα, πως παρόμοια βλέπει να ξεγλιστράει μέσα και από τα δικά τους χέρια. Για τη ζωή που ξεκινάει σαν ένα υπέρλαμπρο θαύμα και σύντομα καταλήγει στον κλαυσίγελο του «Πάλι καλά». Είναι αυτό το «Πάλι καλά» που «λίγο πολύ μας βασανίζει αλλά και μας σώζει σε αυτή τη ζωή. Θα μπορούσε να είναι παρ’ ολίγον, παρά τρίχα, αλλά είναι… πάλι καλά! Η άλλη του όψη είναι το γαμώτο. Είναι αυτό το σημείο μεταξύ ονείρου και καθημερινότητας. Όταν χάνουμε το όνειρο βρισκόμαστε στο “γαμώτο” κι όταν βολευόμαστε στην καθημερινότητα έρχεται το “Πάλι καλά”»! Εδώ και μερικά χρόνια, σχεδόν κάθε χρόνο, παρακολουθούμε στη σκηνή έργα του Βασίλη Κατσικονούρη. Αισθάνεται καθιερωμένος, ότι το κοινό τον αγαπάει; «Δεν το σκέφτηκα ποτέ αυτό. Το ότι εισπράττω μία επικοινωνία με τον κόσμο το έχω διαπιστώσει. Αυτό είναι πραγματικά η πιο βαθιά και ευχάριστη αμοιβή μου». Περί καθιέρωσης και άλλων τινών, «όλα αυτά μου φαίνονται λίγο αμερικάνικα». Ωστόσο, η αμεσότητα υπάρχει. «Δεν είναι πάντως ο στόχος. Προκύπτει. Όταν κάτι γίνεται στόχος χάνει και το νόημά του. Γίνεται κάτι άλλο. Από τη στιγμή που το θέατρο είναι ένας τόπος συνάντησης των ανθρώπων στον οποίον ο πρώτος που προσέρχεται με ειλικρινή διάθεση είναι ο συγγραφέας –γιατί από το έργο ξεκινάνε όλα–, πιστεύω ότι ένα έργο γραμμένο με τέτοια διάθεση θα προσελκύσει ανθρώπους με το ίδιο ζητούμενο επικοινωνίας». Τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση, που σκηνοθετεί ο Πέτρος Ζούλιας, έχει η Άννα Παναγιωτοπούλου. Για τον σκηνοθέτη δεν είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετεί μονόλογο. Όμως, στο «Μπουφάν της Χάρλεϊ» υπάρχει «μια ανατροπή, ένα εύρημα», ενώ «είναι και οι ισορροπίες του κειμένου που με δυσκόλεψαν», εξηγεί. «Πρόκειται για έναν μονόλογο που κινείται σε δύο άξονες: το κωμικό και το τραγικό. Έχει πολύ γέλιο και πολύ κλάμα ταυτόχρονα». Δεν φοβήθηκε όμως για το αποτέλεσμα, «λόγω της χημείας μου με την ηθοποιό. Στον μονόλογο δεν μοιράζεσαι την αγωνία του αποτελέσματος με πολλούς, όπως γίνεται σε άλλα είδη θεάτρου. Την Άννα (Παναγιωτοπούλου) την αγαπώ και την εκτιμώ. Έχουμε μια σχέση ζωής». Δεν είναι η πρώτη φορά που δουλεύει με μια ηθοποιό που έχει οριοθετήσει τα εκφραστικά της μέσα. Με μία ηθοποιό κατασταλαγμένη πόσο μπορεί να επέμβει στις ερμηνευτικές της ευκολίες; «Αυτό έχει να κάνει με τη διαθεσιμότητα του ηθοποιού», απαντά ο Πέτρος Ζούλιας. «Το προσωπικό μου στοίχημα κάθε φορά που ανεβάζω μια παράσταση είναι να εξαντλήσω τις δυνατότητες του ηθοποιού, να τον οδηγήσω από το γνωστό στο άγνωστο. Η Άννα εδώ μπαίνει σε μία άλλου είδους περιπέτεια, ερμηνευτική και εκφραστική». * «Το μπουφάν της Χάρλεϊ… ή Πάλι καλά» του Βασίλη Κατσικονούρη. Σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας. Πρωταγωνιστεί η Άννα Παναγιωτοπούλου. Θέατρο Δημήτρης Χορν. Προγραμματισμένη πρεμιέρα: 7 Δεκεμβρίου.

Χαρά Αργυρίου

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.