26/04/2017 09:12:53
26.10.2016 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1939 στις 20-10-2016

Οι ρίζες της βίας του Εμφυλίου

Οι ρίζες της βίας του Εμφυλίου  - Media

 

Αφιέρωμα: Σχετικά με την Κατοχή

Οι ρίζες της βίας που υπάρχουν στον πυρήνα των πρακτικών που ακολούθησαν διεθνώς τα Κομμουνιστικά Κόμματα βρίσκονται στην Τρίτη Διεθνή και στις σχετικές θεωρίες που διατυπώθηκαν σχετικά με τη δράση των κομμάτων που συμμετείχαν σ’ αυτήν. 
 
Στις εργασίες του ιδρυτικού συνεδρίου, που έγιναν υπό την προεδρία του Λένιν στις 2-6 Μαρτίου 1919, μετείχαν 52 αντιπρόσωποι από 34 κομμουνιστικά ή σοσιαλιστικά κόμματα διαφόρων χωρών. Το ιδρυτικό συνέδριο ψήφισε το Πρόγραμμα της Κ.Δ. που είχε συντάξει ο ίδιος ο Λένιν, καθώς και τις θέσεις του Λένιν για τη δικτατορία του προλεταριάτου. Η αναγωγή της βίας σε εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης (ταξικής πάλης, σύμφωνα με την προσφιλή κομμουνιστική ορολογία) τεκμηριώνεται κατ’ αρχάς στο ίδιο το σώμα των κειμένων του Μαρξ και του Ένγκελς απ’ όπου αντλεί τη «νομιμοποίησή της» η κατοπινή μπολσεβίκικη πολιτική.
 
Παρ’ όλα αυτά, ορθότερο είναι να αναζητηθεί η εισαγωγή της βίας ως μια από τις μορφές πολιτικής πάλης κυρίως στα κείμενα και στην πρακτική του Λένιν. Γράφει σχετικά ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος στο βιβλίο του «Μύθοι και στερεότυπα της ελληνικής κρίσης», εκδ. Επίκεντρο, 2012: «Στον Λένιν βρίσκουμε επεξεργασμένη θεωρητικά τη θέση πως οι επαγγελματίες επαναστάτες, κάτοχοι της επαναστατικής θεωρίας, θα την εισάγουν στο αδιαμόρφωτο ιδεολογικοπολιτικά προλεταριάτο μεταμορφώνοντάς το από τη μία κοινωνική τάξη που απλώς υπάρχει σε μια τάξη που γνωρίζει τα συμφέροντά της. Μέσο και φορέας αυτής της διαδικασίας είναι το “κόμμα νέου τύπου” που οργανωμένο με στρατιωτική πειθαρχία και συνωμοτικούς κανόνες δράσης θα επιβάλλει την επαναστατική του θεωρία επί του σώματος του προλεταριάτου και τελικά επί όλης της κοινωνίας. Αυτή ακριβώς η έννοια της επιβολής αλλά και η στρατιωτικού τύπου οργάνωση του νέου κόμματος – ας σημειωθεί ότι στα κείμενα του Μαρξ, ελάχιστα βρίσκουμε για το κόμμα της εργατικής τάξης – οδήγησαν τους μπολσεβίκους στον συγκεκριμένο τρόπο δράσης, δηλαδή στην κατάληψη της εξουσίας από ομάδες άριστα οργανωμένων και συντονισμένων ένοπλων μελών του κόμματος και στρατιωτών. Είναι λογικό η εξουσία που κατακτάται με τη βία, να συντηρείται με τη βία». 
 
Λίγη σημασία έχει βέβαια το αν εισηγήθηκε την πολιτική μεθοδολογία της βίας ο Μαρξ ή ο Λένιν. Η ουσία είναι ότι η άσκηση βίας ως προϋπόθεση κατάληψης της εξουσίας επισημοποιήθηκε με την Τρίτη Διεθνή και κατέστη βασικό εργαλείο στη θεωρητική σκευή των Κομμουνιστικών Κομμάτων με αποτέλεσμα να δημιουργήσει πανομοιότυπες πρακτικές, οι οποίες κατέληγαν στο σύνολό τους στη φυσική εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων που χαρακτηρίζονταν ως ταξικοί εχθροί. Η ιδέα από μόνη της είναι ανατριχιαστικά ισοπεδωτική και κακουργηματικά απάνθρωπη και το μόνο που μπορεί να γεννήσει είναι έναν εφιαλτικό ολοκληρωτισμό, όπως τον γνωρίσαμε σε διάφορες χώρες με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Στη Ρωσία, τη Γερμανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία αλλά και στον ισπανικό Εμφύλιο, η πολιτική διαμάχη περνούσε μέσα από την ένοπλη καταστολή και σύγκρουση, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν σε φρίκη… 
 
Αυτή η διεθνής επαναστατική πρακτική της βίας υιοθετήθηκε και στην Ελλάδα στις ειδικές συνθήκες της γερμανικής Κατοχής αλλά και της απελευθέρωσης που ακολούθησε. Γράφει χαρακτηριστικά ο Σάκης Μουμτζής στο βιβλίο του «Η κόκκινη Βία 1943-1946, Η μνήμη και η λήθη της Αριστεράς», εκδ. Επίκεντρο: «Τα όσα έγιναν λοιπόν το 1943 και το 1944, δεν ήταν απόρροια των ιδιομορφιών της συντηρητικής και βασιλόφρονος Πελοποννήσου ή του συμπαγούς αστικού κράτους της Αθήνας. Η αφετηρία της πρωτοφανούς βίας που σάρωσε όλες τις περιοχές της Ελλάδας, περιοχές με ανόμοια χαρακτηριστικά η κάθε μια, που προσδιόρισε και χαρακτήρισε αυτή την περίοδο ως “Εαμοκρατία”, βρισκόταν ακριβώς στη θεωρία και την πρακτική, που έφερναν στις ιδεολογικοπολιτικές τους αποσκευές τα κόμματα της Γ’ Διεθνούς, στα κείμενα των πρωτεργατών της μπολσεβίκικης εξέγερσης και κυρίως στη μέθοδο που αντιμετώπιζαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους». 
 
Συνεπές στα προτάγματα της Γ’ Διεθνούς και σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική των Κ.Κ., το ΚΚΕ ως ανερχόμενη πολιτική δύναμη μέσα από την πολύπλευρη δραστηριότητά του στην κατοχική περίοδο, επέλεξε την ένοπλη βία για να διεξάγει τον πολιτικό του αγώνα: «Επιλογή σαφώς και αυστηρώς προσδιορισμένη από τα ιδεολογικά προτάγματα, τις πολιτικές πρακτικές και την τεχνική της βίας, που προέκυψαν από το πραξικόπημα των μπολσεβίκων τον Οκτώβρη του 1917 και τον εμφύλιο που ακολούθησε και, στη συνέχεια, κωδικοποιήθηκαν και αποτέλεσαν τον οδηγό δράσης όλων των κομμουνιστικών κομμάτων. 
Στη σκέψη λοιπόν του Λένιν και κυρίως στον τρόπο της πολιτικής του δράσης, κατά την άποψή μου, πρέπει να αναζητήσουμε την εισδοχή της βίας στον χώρο των αποδεκτών μορφών άσκησης πολιτικής και κυρίως στην τριγωνική σχέση “επαγγελματίες επαναστάτες - κόμμα νέου τύπου - κοινωνία”, σχέση υποταγής και υποδούλωσης της τελευταίας στους δυο άλλους παράγοντες». 
 
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ίσχυαν εκείνες οι κοινωνικές συνθήκες που θα οδηγούσαν αναπότρεπτα σε μιαν εμφύλια σύρραξη, έναν αδελφοκτόνο αγώνα, μια εμφύλια πληγή… Για να υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες μιας τέτοιας (απευκταίας) εξέλιξης θα πρέπει να μην μπορούν να επιλυθούν οι κοινωνικές αντιπαραθέσεις με το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς. Επίσης, αυτή η εξέλιξη θα πρέπει να είναι αποδεκτή από μια διακριτή κοινωνική πλειοψηφία, η οποία αδυνατεί να υπάρξει πολιτικά στις κυρίαρχες συνθήκες. 
 
Είναι ξεκάθαρο ότι μετά τις εκλογές του 1946 τίποτε δεν προμήνυε τη θλιβερή αιματοχυσία που θα ακολουθούσε. Αντίθετα, η χώρα προσπαθούσε να ανασυγκροτηθεί από τα ερείπια που άφησε πίσω του ο πόλεμος. Ήδη υπήρχε μια στοιχειώδης κρατική εξουσία στα περισσότερα μέρη της χώρας, όπως υπήρχαν ακόμα θύλακες και της ΕΑΜικής εξουσίας που λειτουργούσαν σε μερικές περιπτώσεις φανερά και σε άλλες παράνομα. Υπήρχαν διεκδικήσεις στις πόλεις που σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβητούσαν τα όρια του κοινωνικού καθεστώτος, έχοντας μάλιστα και τη μνήμη των Δεκεμβριανών νωπή. Ό,τι ακολούθησε, ήταν αποτέλεσμα μιας τυφλής ιδεοληψίας στην οποία σύρθηκε ο κόσμος της Αριστεράς δίχως να έχει καμιά διάθεση να ξαναπολεμήσει, σε αντίθεση με τον ανεκδιήγητο Ζαχαριάδη που από τον Μάρτιο του 1946 αναζητούσε μεθοδικά, μέσω των επαφών του σε διάφορες γειτονικές χώρες, εκείνα τα στρατιωτικά ερείσματα και τις συμμαχίες που θα του επέτρεπαν να οργανώσει τον ένοπλο και κατά φαντασία ταξικό αγώνα του, που στοίχισε και εξακολουθεί να στοιχίζει ανυπολόγιστα στη χώρα. 
 
Προτεινόμενο βιβλίο: Σάκη Μουμτζή «Η κόκκινη Βία 1943-1946, Η μνήμη και η λήθη της Αριστεράς», εκδ. Επίκεντρο.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.