19/09/2018 22:56:30
15.11.2016 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1942 στις 10-11-2016

Από Brexit σε κυβερνητικό exit

Από Brexit σε κυβερνητικό exit - Media

Eκλογές η soft εκδοχή εξόδου − To δίστρατο για την Τερέζα Μέι

Η πρωθυπουργός της Βρετανίας Τερέζα Μέι έπαιρνε το πρωινό της στην Ντάουνινγκ Στριτ, μαζί με τον υπ. Οικονομικών Φίλιπ Χάμοντ, όταν έφτασαν τα νέα της συντριπτικής ήττας της κυβέρνησής της από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με το Brexit. Η απόφαση τριών ανώτατων δικαστών ήταν ξεκάθαρη: Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ενεργοποιήσει το άρθρο 50 για να ξεκινήσει τη διαδικασία εξόδου της χώρας από την Ε.Ε., έως το τέλος Μαρτίου, χωρίς την άδεια του Κοινοβουλίου. Στο κλειστό μίτινγκ διαχείρισης κρίσεων η Μέι κατέληξε στο ρίσκο να εφεσιβάλει την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 
 
Η πρωθυπουργός επιχείρησε εξαρχής να παρακάμψει το Κοινοβούλιο, χρησιμοποιώντας το βασιλικό προνόμιο επί μοναρχίας, και να μεταβιβάσει τη λήψη της απόφασης στην κυβέρνηση. Οι δικαστές όμως είχαν διαφορετικό σκεπτικό. Τα νομικά δικαιώματα που δόθηκαν από την Ε.Ε. στους Βρετανούς πολίτες είχαν εγκριθεί από το Κοινοβούλιο. Συνεπώς μπορούν να ανακληθούν αποκλειστικά και μόνο από αυτό.
 
Στις πρώτες τις δηλώσεις μετά τη βαριά πολιτική της ήττα, η πρωθυπουργός ζήτησε από τους βουλευτές να «μην της δέσουν τα χέρια». Η απόφαση εξόργισε τους οπαδούς του Brexit και οι εφημερίδες που το υποστηρίζουν έκαναν λόγο για «συνταγματικό πραξικόπημα των δικαστικών» και για «συνωμοσία που υπονομεύει την έξοδο από την Ε.Ε.». Την ίδια ώρα, δημόσια πρόσωπα που πρωταγωνιστούν υπέρ της παραμονής δέχθηκαν επιθέσεις οργής, με φράσεις όπως «να καείς» και «ψόφα».
 
Παρά το γεγονός ότι η δικαστική απόφαση προκάλεσε σοκ στην πρωθυπουργό, σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μη αναμενόμενη, αφού συνταγματολόγοι είχαν προειδοποιήσει τη Μέι ότι η κυβέρνηση είχε μόλις 30% πιθανότητες να κερδίσει.
 
Την Παρασκευή, η Ντάουνινγκ Στριτ εξέφρασε τη βεβαιότητά της για νίκη στην έφεση, όμως στο παρασκήνιο οι σύμβουλοι της πρωθυπουργού την προετοίμασαν για μια ακόμη ήττα, η οποία μεταφράζεται σε ακόμα μεγαλύτερο πολιτικό κόστος για την ίδια.
 
Σε περίπτωση που η κυβέρνηση χάσει την έφεση, δεν θα υποχρεωθεί μόνο να περάσει νομοθεσία για έγκριση από το Κοινοβούλιο, αλλά ενδεχομένως και να οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές.
 
Παρασκηνιακά, η Μέι εξασφάλισε ότι βουλευτές του δικού της κόμματος, οι οποίοι τάσσονται κάθετα κατά του Brexit, δεν θα επιχειρήσουν να χρησιμοποιήσουν την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να καθυστερήσουν ή να εκτροχιάσουν την έξοδο από την Ε.Ε. Όμως σε αντάλλαγμα θα απαιτήσουν από την πρωθυπουργό να δημοσιοποιήσει περισσότερες πληροφορίες για τα σχέδιά της περί των διαπραγματεύσεων εξόδου, κάτι που η Μέι αρνούνταν να κάνει μέχρι τώρα λέγοντας ότι κρατάει τα χαρτιά της κλειστά για μεγαλύτερη επιτυχία όταν αρχίσουν οι συνομιλίες με την Ε.Ε. Και οι Εργατικοί, πάντως, ανακοίνωσαν ότι δεν θα μπλοκάρουν το άρθρο 50, σεβόμενοι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. 
 
Και στα δύο βρετανικά Κοινοβούλια, των Κοινοτήτων και των Λόρδων, οι δυνάμεις της παραμονής της χώρας στην Ε.Ε. αποτελούν πλειοψηφία. Όσο οι διαδικασίες θα προχωράνε, εκτιμάται ότι θα ενωθούν και θα πιέσουν για ένα soft Brexit, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές. Το ζητούμενο θα είναι να κρατήσουν τη Βρετανία στην ενιαία αγορά της Ε.Ε. και στην τελωνειακή ένωση.
 
Πριν από λίγες ημέρες οργανώθηκε ομιλία από πολιτικούς κι ακαδημαϊκούς υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην Ε.Ε. Το συμπέρασμα ήταν ότι «όσο τα στοιχεία για τις συνέπειες του Brexit θα διασαφηνίζονται τόσο η γνώμη της πλειονότητας θα αλλάζει». 
 
Αν αυτή η συγκέντρωση ήταν μια πρόγευση όσων ακολουθήσουν και οι αντίπαλοι της Μέι αποφασίσουν όντως να ασκήσουν σοβαρές πιέσεις, είναι πολύ πιθανό το ενδεχόμενο εκλογών. Η Μέι, πάντως, όταν είχε αναλάβει, εγγυήθηκε πως εκλογές δεν θα γίνουν πριν από το 2020.
Συνεπώς θα είναι πλήγμα στην εικόνα της τυχόν αθέτηση της υπόσχεσής της. Όποιο δρόμο κι αν διαλέξει, όμως, θα έχει προβλήματα. 
 
Οι βουλευτές που τάσσονται υπέρ της παραμονής, κρίνοντας από τη μυστικοπάθεια της Μέι για τις διαπραγματεύσεις και το πώς έχει αναγάγει σε «κόκκινη γραμμή» τον έλεγχο της μετανάστευσης, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούν να την εμπιστευθούν. Από την άλλη, οι
βουλευτές υπέρ του Brexit, που προς το παρόν είναι πανευτυχείς από τη στάση που υιοθετεί η Μέι για hard Brexit, θα απογοητευτούν όταν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις και η πρωθυπουργός αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να γίνει πιο διαλλακτική. 
 
«Δικαστές, οι... εχθροί του λαού»
 
Οι τρεις δικαστές που αποφάνθηκαν στις 3 Νοεμβρίου ότι η Τ. Μέι πρέπει να πάρει την έγκριση του Κοινοβουλίου «πυροβολήθηκαν» και διαπομπεύθηκαν στα πρωτοσέλιδα όσων εφημερίδων είναι υπέρ του Brexit. Η «Daily Mail» είχε το πιο βιτριολικό πρωτοσέλιδο: «Αυτοί είναι οι εχθροί του λαού». Δεν παρέλειψε να ξεφωνίσει επιπρόσθετα κι έναν από τους τρεις δικαστές χαρακτηρίζοντάς τον «ανοιχτά ομοφυλόφιλο». Δικαστικοί και δικηγόροι διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την επίθεση στο δικαστικό σύστημα της χώρας. 
 
Τα άρθρα στον βρετανικό Τύπο είναι πρωτοφανώς διχαστικά: «Αυτοί μπλοκάρουν το Brexit: Οι τρελοί, οι πλούσιοι, οι δικηγόροι».
 
Ο Ραχίμ Κασσάμ, μέλος του UKIP και αρχισυντάκτης της ιστοσελίδας Breitbart, της οποίας το «μητρικό» σάιτ βρίσκεται στις ΗΠΑ κι έχει στενή σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ, έγραψε μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Ετοιμαστείτε για μάχη». ΜΜΕ κάλεσαν τον κόσμο ακόμα και «να βγει στους δρόμους».
 
Διακεκριμένοι δικαστές και πανεπιστημιακοί στη Βρετανία δηλώνουν σοκαρισμένοι αφού δεν έχουν ξαναδεί τέτοιου τύπου υβρεολόγιο κι επιθέσεις ενάντια στους δικαστές από ΜΜΕ. Οι αντικειμενικοί παρατηρητές αναδεικνύουν και το εξής παράδοξο: Οι υποστηρικτές της εξόδου είχαν δώσει σε όλη τους την καμπάνια σκληρές μάχες για την ακεραιότητα και ανεξαρτησία των βρετανικών δικαστηρίων, αλλά τώρα τους επιτίθενται μανιωδώς επειδή μια δικαστική απόφαση δεν είναι βολική. 
 
Παρά την πρωτόγνωρη, για τα δεδομένα της χώρας, επίθεση στο δικαστικό σύστημα, η κυβέρνηση δήλωσε, μέσω της εκπροσώπου της πρωθυπουργού, ότι «δεν υπονομεύεται ο δικαστικός κόσμος της Βρετανίας».
 
Η έφεση 
 
Τα φώτα τώρα στρέφονται σε αυτούς που θα εξετάσουν την έφεση της κυβέρνησης. Από τα 11 μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα βέλη δέχονται τέσσερις δικαστές που από μερίδα των ΜΜΕ χαρακτηρίζονται από «έχοντες σχέση με την Ευρώπη» έως «ευρώφιλοι». Πρόκειται για τους Κόρνγουοθ, Ριντ, Κερ και Μανς που στη διάρκεια της καριέρας τους είχαν εργαστεί για δικαστήρια της Ε.Ε. 
 
Το Ανώτατο Δικαστήριο θα εξετάσει την έφεση μεταξύ 5-8 Δεκεμβρίου και η απόφαση δεν αναμένεται πριν από τον Ιανουάριο 2017. Που σημαίνει ότι, ακόμη κι αν αποφανθεί υπέρ της κυβέρνησης, το Brexit θα καθυστερήσει έτσι κι αλλιώς.
 
Η Ευρώπη
 
Οι Βρυξέλλες προειδοποίησαν τη Βρετανία να μη χαλάσει το μεγαλύτερο πάρτι της Ε.Ε. και να μην ενεργοποιήσει το Brexit κοντά στις 25 Μαρτίου, ημέρα του εορτασμού της 60ής επετείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στα τέλη Μαρτίου πρόκειται να πραγματοποιηθεί σειρά εορταστικών εκδηλώσεων, συμπεριλαμβανομένης μιας συνάντησης των Ευρωπαίων ηγετών στη Ρώμη. Εκεί θα ανακοινωθούν νέες πρωτοβουλίες για την ασφάλεια και το μεταναστευτικό με σκοπό να περάσει το μήνυμα της ενότητας απέναντι στο σοκ του Brexit και τις άλλες παράλληλες κρίσεις που πλήττουν την Ε.Ε. 
 
Η έκρηξη οργής στη Βρετανία μπροστά στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έπεισε πλέον απόλυτα τις Βρυξέλλες ότι οποιαδήποτε απόπειρα να αντιστραφεί η απόφαση του δημοψηφίσματος της 23ης Ιουνίου για το Brexit θα μπορούσε να προκαλέσει εξέγερση του κόσμου στη χώρα. 
 
Στις Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι η διαδικασία του Brexit θα μπορούσε να καθυστερήσει λόγω νομικής διαμάχης, ιδίως αν χρειαστεί να εξεταστούν και νομικά ζητήματα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Κάτι που θα συμβεί εφόσον το Βρετανικό Ανώτατο Δικαστήριο ρωτήσει το Ευρωπαϊκό «αν το άρθρο 50 είναι ανακλητό». Στην περίπτωση που τεθεί τέτοιο ζήτημα, οι Βρυξέλλες θα το αντιμετωπίσουν ως πολιτικό ερώτημα και όχι ως νομικό. Επί της ουσίας, αν σε οποιοδήποτε σημείο των διαπραγματεύσεων η Βρετανία αποφασίσει να ανακαλέσει το άρθρο 50, η Ε.Ε. περνάει ήδη το μήνυμα ότι δεν πρόκειται να εναντιωθεί.
 
Το διακύβευμα
 
Αν και στους Βρετανούς είχε ειπωθεί ότι η ψήφος τους στο δημοψήφισμα του Ιουνίου θα ήταν καθοριστική, βρισκόμαστε μπροστά σε θολό τοπίο. Ο νόμος για τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος όριζε ότι το αποτέλεσμα θα ήταν συμβουλευτικό και η επακόλουθη διαδικασία δεν έχει οριστεί ως αμετάκλητη. 
 
Η Βουλή θεωρείται απίθανο, υπό τις παρούσες συνθήκες, να ανακαλέσει το Brexit αφού κάτι τέτοιο θα θεωρηθεί εναντίωση στην επιθυμία της πλειονότητας των Βρετανών και θα προκαλέσει οργισμένες αντιδράσεις, σαφώς μια επικίνδυνη εξέλιξη για τη δημοκρατία στη χώρα.
 
Όσοι τάσσονται υπέρ της παραμονής, απλώς εξακολουθούν να ελπίζουν σε ένα δεύτερο δημοψήφισμα. Όμως αυτό θα απαιτούσε μια καθοριστική αλλαγή στη στάση των πολλών, δίχως προς το παρόν να υπάρχουν τέτοια σημάδια. Τυχόν ριζική αλλαγή της βρετανικής κοινής γνώμης θα προϋπέθετε ανατρεπτικές αλλαγές στην Ε.Ε., ειδικά για την ελεύθερη μετακίνηση. Ως γνωστόν, το πρόβλημα των Βρετανών δεν είχε να κάνει με οικονομία και λιτότητα, αφού το νησί έχει δικό του νόμισμα και νομισματική πολιτική. Το Brexit κέρδισε παίζοντας δυο «χαρτιά»:
 
1 Αυτό της μετανάστευσης και της εισόδου Ανατολικοευρωπαίων στη Βρετανία. 
 
2 Και αυτό της γενικής εναντίωσης όσων αισθάνονται ότι «ξέμειναν» εκτός του τρένου της παγκοσμιοποίησης, με συνέπεια να θεωρούν ότι χειραγωγούνται από «ξένα κέντρα αποφάσεων» που στερούν κυριαρχία από τη Βρετανία.
 
Η αρχή της ελεύθερης μετακίνησης είναι από τις σημαντικότερες και πιο θεμελιώδεις στην Ε.Ε., προϊόν της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992. Όμως αρχίζει να ακούγεται στην Αγγλία ότι ακόμη και οι θεωρητικά ακλόνητες ευρωπαϊκές συνθήκες για την ελεύθερη μετακίνηση τελικά ίσως να μην ήταν αδύνατο να τροποποιηθούν κάποτε, σε μια μετα-Μέρκελ Ευρωπαϊκή Ένωση.
 
Το βασικό συνταγματικό ζήτημα που έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν αυτό της κυβέρνησης εναντίον του Κοινοβουλίου. Όμως είναι ίσως η πρώτη φορά στη βρετανική Ιστορία που το Κοινοβούλιο καλείται να πραγματοποιήσει μια πολιτική (Brexit) στην οποία εναντιώνεται. Στην ουσία η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επικύρωσε ότι το δημοψήφισμα ήταν, σύμφωνα με τον νόμο, συμβουλευτικό. Συνεπώς, η κυβέρνηση ήταν αυτή που επέλεξε να δεσμευτεί από το αποτέλεσμα. 
 
Αν και πολλοί βουλευτές εκτιμούν ότι το δημοψήφισμα ήταν ασύμφωνο με στάνταρ και κανόνες, αφού η παρεχόμενη πληροφόρηση για όλες τις συνέπειες ήταν ανεπαρκής, αν όχι παραμορφωμένη, δεν αναμένεται να πάνε ενάντια στην επιθυμία των ψηφοφόρων. 
 
Άρα, το βάρος θα πέσει αλλού πλέον. Το διακύβευμα θα είναι, δηλαδή, αν η Βρετανία καταλήξει σε ένα soft Brexit ή σε ένα hard Brexit. Η διαφορά τεράστια σε θέματα οικονομίας, εμπορίου και πρόσβασης στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Όμως ένα soft Brexit θα σήμαινε αυτόματα και την υποχρέωση αποδοχής της ελεύθερης μετακίνησης, κάτι που δεν θα «κάτσει» καλά στα 17,4 εκατ. που ψήφισαν υπέρ της εξόδου.
 
Αν και οι υποστηρικτές του Brexit υπόσχονταν να πάρουν πίσω εξουσίες από Βρυξέλλες και Λουξεμβούργο για να τις επιστρέψουν στο Κοινοβούλιο, εναντιώνονταν σταθερά στη μεγαλύτερη συμμετοχή του Κοινοβουλίου στη διαδικασία. Κι αυτό επειδή η πλειοψηφία και στα δύο σώματα, στη Βουλή των Κοινοτήτων και στη Βουλή των Λόρδων, ήταν υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε. 
 
Μετά την απόφαση του δικαστηρίου να ληφθεί υπόψη η κοινοβουλευτική κυριαρχία, οι οπαδοί του Brexit την απορρίπτουν πλέον ως αντιδημοκρατική. Η ένταση και ο διχασμός, όμως, θα φτάσουν στο αποκορύφωμά τους, όταν το Κοινοβούλιο θα πρέπει επίσης να εγκρίνει τους όρους της βρετανικής αποχώρησης και της μελλοντικής σχέσης με την Ε.Ε. 
 
Οι επιλογές της κυβέρνησης Η Μέι έχει δύο επιλογές: 
 
Η μία είναι η αποδοχή της ήττας, αν τελικώς το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίψει την έφεσή της. Σε αυτήν την περίπτωση οι σχεδιασμοί της για την επίκληση του άρθρου 50 ώς το τέλος Μαρτίου θα καθυστερήσουν. Αυτό δεν θα ήταν καταστροφικό, αφού σημασία έχει όχι ένα γρήγορο, αλλά ένα «καλό», στους όρους, Brexit. Τυχόν καθυστέρηση θα σημαίνει ακόμα ότι η διαδικασία θα πάει μετά τις εκλογές σε Γερμανία και Γαλλία, πριν από τις οποίες δεν αναμένεται έτσι κι αλλιώς πρόοδος στα του Brexit. Πάντως, η Μέι θέλει να έχει αποχωρήσει η Βρετανία ώς τον Μάρτιο του 2019, δηλαδή πριν από τις επόμενες ευρωεκλογές.
 
Η άλλη επιλογή είναι να πάει σε πρόωρες εκλογές. Αν και τονίζει ότι δεν θα υπάρξουν εκλογές πριν από το 2020, ωστόσο με δύο βουλευτές του κόμματός της να έχουν ήδη αποχωρήσει, η ισχνή της πλειοψηφία θα εξελιχθεί σε ασήκωτο βαρίδι. 
Ό,τι κι αν αποφασίσουν τελικά οι δικαστές, ό,τι κι αν αποφασίσει, ως πολιτικό ελιγμό, η Μέι, ακόμη και αν ρίξει τη βόμβα των εκλογών, στην Ευρώπη έχει σχηματιστεί η πεποίθηση, μετά την απόφαση της 3ης Νοεμβρίου, ότι οι Βρετανοί δεν είναι ούτε αποφασισμένοι ούτε έτοιμοι για το Brexit. Κάτι που σίγουρα θα δυσκολέψει περαιτέρω τη Βρετανή πρωθυπουργό στις διαπραγματεύσεις.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.