17/01/2019 14:36:12
6.12.2016 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1945 στις 01-12-2016

Διαμορφώνοντας τη νεοελληνική συνείδηση

Διαμορφώνοντας τη νεοελληνική συνείδηση - Media
 
Αφιέρωμα: Η λογοτεχνία της Ελληνικής Επανάστασης έως το 1880
 
Ήδη από την τελευταία δεκαετία του 18ου αιώνα και τις δυο πρώτες που ακολούθησαν έως την Ελληνική Επανάσταση του 19ου, όλα δείχνουν πως έχουν αρχίσει στο σκλαβωμένου έθνος οι διεργασίες που τελικά θα οδηγήσουν στην απελευθέρωσή του.
 
Ήδη από την εποχή των Ορλωφικών και παρά την αποτυχία τους με τις τρομερές καταστροφές που επέφεραν κυρίως στην Πελοπόννησο, οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες αρχίζουν να αλλάζουν εντυπωσιακά. Στις παραδουνάβιες περιοχές, έχει δημιουργηθεί γύρω από τους Φαναριώτες πρίγκιπες μια ελληνική πεφωτισμένη αριστοκρατία, ενώ η παιδεία απλώνεται παράλληλα σε όλο και περισσότερα στρώματα με τα σχολεία που, όπως στις Κυδωνίες έτσι και αλλού, ανανεώνονταν σύμφωνα με τις νέες ιδέες του Διαφωτισμού.
 
Είναι μια εποχή που οργανώνεται το εξαγωγικό εμπόριο και ιδρύονται από Έλληνες αντιπροσωπείες στο εξωτερικό, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση πλούτου στα χέρια των Ελλήνων. Τα ναυτικά νησιά Χίος, Ύδρα, Σπέτσες δημιουργούν έναν δικό τους εμπορικό στόλο. Διάφορες εμπορικές επιχειρήσεις από τη Θεσσαλία έως τη Βόρεια Ελλάδα συνδέονται απευθείας με τη Βιέννη αλλά και με άλλες περιοχές της Αυστροουγγαρίας. Σχεδόν σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο χτίζονται αρχοντόσπιτα που διακοσμούνται σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές τάσεις σε συνδυασμό με την κατά τόπους λαϊκή τέχνη.
 
Σημειώνει ο Λίνος Πολίτης στην «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας»: «Οικονομική ευμάρεια, άνοδος της μεσαίας τάξης, άπλωμα των ενδιαφερόντων, δίψα για παιδεία – και παράλληλα βαθύτερη συνείδηση εθνική και πόθος για απελευθέρωση. Αυτόν τον πόθο για απελευθέρωση, όχι μόνο από τον τουρκικό ζυγό, αλλά και από κάθε είδους κοινωνική και άλλη καταπίεση, εκφράζει ένα σημαντικό κείμενο που εκδόθηκε ανώνυμα το 1806, η “Ελληνική Νομαρχία”, αφιερωμένο στη μνήμη του Ρήγα». 
 
Τα γεγονότα της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής περιόδου αποβαίνουν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης ως σύμβολα μιας ανεπανάληπτης δημιουργικής στιγμής. «Στο σύνολό της η λογοτεχνία υπακούει στο κάλεσμα των καιρών· γίνεται εθνεγερτήριο σάλπισμα, πατριωτικός ύμνος, επικαιρικός αυτοσχεδιασμός, διδαχή, παραίνεση, ρητορεία. Θα ήμαστε ανιστόρητοι, αν υποτιμούσαμε τέτοιες “στρατεύσεις” που, ανεξάρτητα από τα οποιαδήποτε αισθητικά τους επιτεύγματα, αποτελούν ό,τι πιο ζωντανό και συλλογικό περικλείει η συνείδηση της επαναστατικής γενιάς. Η τέχνη λοιπόν υπηρετεί την πράξη». (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ. ΙΓ’) Έτσι, τα τραγούδια του Ρήγα, όπως και άλλων μπαίνουν μέσω της ψυχαγωγίας στην υπηρεσία του αγώνα. Ιδού ένα δημοφιλές στιχούργημα του 1818 με πατριωτικό μήνυμα γραμμένο από τον Πελοποννήσιο Παναγιώτη Ανδρόνικο (+ 1820): 
 
Ω παιδιά μου, 
ορφανά μου, 
σκορπισμένα 
εδώ κι εκεί.
 
Και δεν είναι ο μόνος στιχοπλόκος που εμπνέεται από πατριωτισμό και πάθος για τον αγώνα. Παρόμοια στιχουργήματα συνέθεσαν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης (1792 - 1828), ο Ι. Ρίζος Νερουλός (1778 - 1850), ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788 - 1873) και ο εκ Κρήτης Μανουήλ Βερνάρδος (+ 1852). 
 
Ένας από τους πλέον χαρακτηριστικούς συνεχιστές του Ρήγα, ο Στέφανος Κανέλλος (1792 - 1823):
 
Παιδιά Ελλήνων, τι καρτερείτε; 
Τ’ άρματα πιάστε, ήρθε ο καιρός…
Ο Κ. Κοκκινάκης (1781 - 1831) με επιρροές κοραϊκές στιχουργεί:
Ως πότε, ω αδέλφια, να είμεθα ημείς
Οι πάλαι δοξασμένοι, τώρα εκτός τιμής. 
 
Απέναντι στη στιχοπλοκή δεν έμειναν αδιάφοροι και γενναίοι οπλαρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης, ο Θεοδωράκης Γρίβας και άλλοι. 
 
Το γλωσσικό μωσαϊκό 
 
Στη συγκριμένη χρονική περίοδο δεν υπάρχει ενιαία αντίληψη της γλώσσας ούτε στη λόγια μορφή της ούτε στη λαϊκή εκφορά της όπου κυριαρχούν οι ντοπιολαλιές. Η ανάγκη μιας ενιαίας γλώσσας θα γεννηθεί με την οργάνωση του νεοελληνικού κράτους αργότερα. Η γλωσσική ανομοιογένεια γίνεται αντικείμενο μιας κωμωδίας της εποχής (1836) του Δ.Κ. Βυζάντιου (1790 - 1853) όπου οι γλωσσικές παρεξηγήσεις δημιουργούν ένα κλίμα θυμηδίας. Το έργο του Βυζάντιου εξελίσσεται στο Ναύπλιο το 1827 όπου η ετερόκλιτη κοινωνία της πόλης έρχεται αντιμέτωπη από την πρώτη στιγμή της ελευθερίας της με το νόημα των λέξεων και των πραγμάτων! Λίγο πριν από την Επανάσταση, στο θέατρο εμφανίζονται έργα γραμμένα με έντονο πατριωτικό περιεχόμενο.
 
Μετά την Οδησσό και το Βουκουρέστι, στο Ναύπλιο (1826) παρατηρείται έντονη θεατρική κίνηση. Ωστόσο, μέσα σ’ αυτές τις μέτριες καλλιτεχνικά προσπάθειες, μεγαλύτερη πρωτοτυπία παρουσιάζει ο περίφημος Καραγκιόζης από την προεπαναστατική περίοδο έως και τις αρχές του 20ού αιώνα. Το εξελληνισμένο αυτό θέατρο σκιών αποκτά εθνικά χαρακτηριστικά, με τους ήρωές του να σκιαγραφούν μιαν αυθεντική εικόνα της κοινωνίας μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Όπως ήταν φυσικό, η Επανάσταση σημάδεψε και επηρέασε καθοριστικά τη λογοτεχνική θεματολογία και κυρίως δημιούργησε τις πλέον κατάλληλες συνθήκες για τη συγγραφή απομνημονευμάτων. Άνθρωποι που έχουν ζήσει και δράσει στη διάρκεια του Αγώνα, ωθούνται στην εξιστόρηση των κορυφαίων αυτών γεγονότων έχοντας πλήρη συνείδηση της ιστορικότητάς τους. Πρώτος δίνει το σύνθημα ο Χρ. Περραιβός το 1836, για να ακολουθήσουν ο Καλλίνικος Καστόρχης, ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ο Κολοκοτρώνης, ο Γ. Τερτσέτης, ο Μακρυγιάννης, ο Σπηλιάδης, ο Φωτάκος, ο Ν. Κασομούλης και διάφοροι άλλοι. Η πληθώρα των απομνημονευμάτων απηχούν ωστόσο την ατομική εμπειρία και μνήμη. Ένα μεγάλο βήμα επιχειρείται με την ιστοριογραφία, η οποία μπορεί να εκφράσει ένα ευρύτερο όραμα μέσα από την καταγραφή των συλλογικών πράξεων και βιωμάτων. Οι πρώτοι ιστοριογράφοι ενεργούν ταυτόχρονα ως ερευνητές και ως μάρτυρες. Στο είδος εμφανίζονται ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Ι. Φιλήμων. Η θεωρία του Φαλμεράιερ κλονίζει τα θεμέλια του νεοσύστατου κρατιδίου. Η μεμονωμένη προσήλωση στα γεγονότα του Αγώνα πρέπει να ενταχτεί σε ένα διαχρονικό όραμα που να συνδέεται με την αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνισμού. Αυτή την εθνική αναγκαιότητα αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν δυο λόγιοι της εποχής: Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος (1813 - 1881) και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (1815 - 1891). 
 
Ο Ζαμπέλιος το 1852 δημοσίευσε έκδοση ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, τα «Άσματα Δημοτικά της Ελλάδος. Εκδοθέντα μετά μελέτης ιστορικής περί Μεσαιωνικού Ελληνισμού». Στην εκτενή εισαγωγή διατύπωσε την άποψη για την ενότητα του ελληνισμού από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή και εισηγήθηκε την τριμερή διαίρεση της ελληνικής ιστορίας σε αρχαία, μεσαιωνική και νέα. 
 
O Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος υπήρξε ο θεμελιωτής της αντίληψης της ιστορικής συνέχειας της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως σήμερα, και επιδίωξε να αναιρέσει τις κυρίαρχες εκείνη την εποχή απόψεις ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν περίοδος παρακμής και εκφυλισμού που δεν αναγνωριζόταν ως τμήμα της ελληνικής Ιστορίας. Θεωρείται ότι έθεσε τις βάσεις για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας της νεοελληνικής κοινωνίας. 
 
Η άποψη αυτή των δύο λόγιων βρήκε αρκετούς επικριτές, μεταξύ των οποίων τον Στέφανο Κουμανούδη και τον Γ. Βλαχογιάννη. 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.