20/10/2019 00:18:26
16.1.2017 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1951 στις 12-01-2017

Το μεγάλο παζάρι με Γερμανία - ΔΝΤ

Το μεγάλο παζάρι με Γερμανία - ΔΝΤ - Media

 

Όροι, προϋποθέσεις και σενάρια για παραμονή του Ταμείου στο ελληνικό μνημόνιο

Ολοκληρώνεται σήμερα στις Βρυξέλλες ο διήμερος κύκλος επαφών του Ευκλείδη Τσακαλώτου με στόχο το «ξεπάγωμα» των διαπραγματεύσεων για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης. 
 
Μετά και την προγραμματισμένη για σήμερα συνάντηση με τον Γάλλο επίτροπο Οικονομικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί, το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις θα επανέλθουν οι επικεφαλής του κουαρτέτου στην Αθήνα ώστε τουλάχιστον να κλείσει ο κατάλογος με τα προαπαιτούμενα. 
 
Δεν είναι όμως αυτό το βασικό ερώτημα. Αυτό που απασχολεί την ελληνική κυβέρνηση είναι αν ο χρόνος μέχρι την κρίσιμη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στις αρχές Μαρτίου, θα αποδειχθεί αρκετός για να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση τόσο για τους δημοσιονομικούς στόχους που θα πρέπει να εκπληρώσει η Ελλάδα μετά το 2018 όσο και για τον ρόλο που θα έχει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. 
Ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση θέτει ως απώτατο χρονικό όριο την πρώτη εαρινή συνεδρίαση της ΕΚΤ δεν είναι άλλος από τον διακαή πόθο να ενταχθούν τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. 
 
Αυτή είναι η πρώτη ώθηση που χρειάζεται η ελληνική οικονομία για να μπορέσει να αυξήσει τις ελπίδες για αυτόνομη κάθοδο στις αγορές, χρηματοδότηση των δανειακών της αναγκών και αποφυγή ενός τέταρτου μνημονίου.
 
Τα δυο προβλήματα
Ακόμη και ο πιο αισιόδοξος κυβερνητικός παράγοντας δεν πιστεύει αυτήν τη στιγμή ότι οι λίγες ημέρες που απομένουν μέχρι τη συνεδρίαση του Eurogroup της 26ης Ιανουαρίου είναι αρκετές για να βρεθεί ολοκληρωμένη λύση. Τα προαπαιτούμενα της δεύτερης αξιολόγησης δεν φαίνεται να προβληματίζουν ιδιαίτερα. Ακόμη και στα εργασιακά, που αποτελούν το φλέγον ζήτημα, οι δύο πλευρές φέρονται ικανές να τα «βρουν» κάνοντας αμοιβαίες υποχωρήσεις. Το πρόβλημα εντοπίζεται ουσιαστικά σε δύο θέματα:
Στους όρους που θέτει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για να ενταχθεί στο ελληνικό πρόγραμμα, με κυριότερους την περαιτέρω εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων παρεμβάσεων για το ελληνικό χρέος, αλλά και τη λήψη πρόσθετων μέτρων σε περίπτωση που ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος δεν πέσει κάτω από το 3,5%.
Στην επιμονή της Γερμανίας να μη γίνει ούτε ένα βήμα παρακάτω όσον αφορά τα μέτρα για το χρέος και ταυτόχρονα να διατηρηθεί για αρκετά χρόνια ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος πάνω από το όριο του 3,5%.
 
Τα προαπαιτούμενα
Για να ικανοποιηθεί και η πλευρά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και η πλευρά της Γερμανίας – δεδομένου ότι πλέον δεν υπάρχουν σύμμαχοι της Ελλάδας στην Ευρώπη όσον αφορά το αίτημα για μείωση των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος μετά το 2018 – θα πρέπει:
 
1 Η Ελλάδα να δεχτεί ότι οι προϋπολογισμοί του 2019 αλλά και των επόμενων πέντε ετών (δηλαδή πρακτικά μέχρι το 2024) θα πρέπει να κλείνουν με πρωτογενές πλεόνασμα της τάξεως του 3,5%, ποσοστό που μεταφράζεται σε περισσότερα από 6 δισ. ευρώ. Η Γερμανία έχει διατυπώσει την εκτίμηση ότι οι στόχοι του 3,5% θα πρέπει να επιτυγχάνονται για 10 χρόνια, αλλά φαίνεται ότι μπορεί να συμβιβαστεί και με την πενταετία. 
Μπορεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να υποστηρίζει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να εκτελεί προϋπολογισμούς με πλεόνασμα υψηλότερο του 1,5%, ωστόσο δημοσίως (μέσω των γνωστών άρθρων Τόμσεν) έχει ξεκαθαρίσει ότι, αν οι Ευρωπαίοι και η Ελλάδα συμφωνήσουν στα πλεονάσματα του 3,5%, τότε το ΔΝΤ θα τα αποδεχτεί ζητώντας φυσικά επιπλέον μέτρα.
 
2 Για να ικανοποιηθεί η πλευρά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η Ελλάδα θα πρέπει να ψηφίσει μέτρα της τάξεως των 4,2 δισ. ευρώ με ορίζοντα εφαρμογής το 2019. Η πλευρά του Ταμείου έχει ξεκαθαρίσει ότι αυτήν τη φορά τα μέτρα θα πρέπει να κινούνται στην κατεύθυνση της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης μέσα από τη μείωση της έκπτωσης φόρου που προβλέπεται σήμερα για μισθωτούς, συνταξιούχους και αγρότες, αλλά και της περικοπής των υφιστάμενων συντάξεων μέσα από το ψαλίδισμα της λεγόμενης «προσωπικής διαφοράς».
 
3 Η Ελλάδα θα πρέπει να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι δεν θα υπάρξει περαιτέρω εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους παρά μόνο η εφαρμογή του πακέτου με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα (σ.σ.: τα οποία βεβαίως έχουν χρονικό ορίζοντα υλοποίησης μέχρι το 2040, ενώ το όφελος για την Ελλάδα θα αρχίσει να φαίνεται μετά το τέλος αυτής της δεκαετίας).
Προφανώς το σενάριο ικανοποίησης της άλλης πλευράς είναι καταστροφικό για την Ελλάδα. Όχι μόνο επειδή η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να ψηφίσει νέα μέτρα, αλλά και για το γεγονός ότι δεν θα φαίνεται καν στον ορίζοντα η προοπτική ένταξης των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (σ.σ.: η ΕΚΤ έχει ξεκαθαρίσει ότι, εκτός από την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, θέλει να έχει στα χέρια της στοιχεία που να πιστοποιούν τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, κάτι που δεν είναι εξασφαλισμένο μόνο με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα).
 
Πρόταση συμβιβασμού...
Η ελληνική πλευρά δεν θέλει να προχωρήσει στη νομοθέτηση επιπλέον μέτρων για την περίοδο μετά το 2018, ειδικά μετά τις δηλώσεις που έχει κάνει το τελευταίο διάστημα σε όλους τους τόνους περί του αντιθέτου. Το κόστος θα είναι κατά κύριο λόγο πολιτικό, καθώς η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να προχωρήσει στην ψήφιση ενός μέτρου το οποίο θα ενεργοποιηθεί, πρακτικά, την Πρωτοχρονιά του 2019.
 
Αντί λοιπόν η κυβέρνηση να προετοιμάζεται για την κάλπη (στην περίπτωση που υιοθετηθεί η επιλογή της εξάντλησης της κυβερνητικής θητείας) με το επιχείρημα ότι η χώρα αφήνει πίσω της τα μνημόνια, θα πηγαίνει από εκλογική περιφέρεια σε εκλογική περιφέρεια για να δικαιολογήσει τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος σε αυτούς που υποτίθεται ότι θέλει να υπερασπιστεί: τους πιο αδύναμους, που προσπαθούν να επιβιώσουν με ετήσιο εισόδημα της τάξεως των 7.000 - 8.000 ή και 9.000 ευρώ ετησίως.
 
Τις τελευταίες ημέρες φέρεται να έχει πέσει στο τραπέζι μια συμβιβαστική πρόταση που συνδυάζει την απαίτηση του ΔΝΤ για επιπλέον μέτρα και την ανάγκη της ελληνικής πλευράς να μην υποχρεώσει τους βουλευτές να ψηφίσουν συγκεκριμένα μέτρα για το 2019. Πρόκειται για το σχέδιο «εξειδικευμένου» δημοσιονομικού κόφτη, ο οποίος, εφόσον ενεργοποιηθεί, θα οδηγεί σε αυτόματο «κούρεμα» των υφιστάμενων συντάξεων αλλά και σε ψαλίδισμα του αφορολόγητου.
 
Τι προβλέπει ειδικότερα το συγκεκριμένο σχέδιο;
1 Την παράταση του δημοσιονομικού κόφτη και για μετά το 2019 και προφανώς για όλο το χρονικό διάστημα για το οποίο η Ελλάδα θα δεσμευτεί με παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξεως του 3,5%
2 Την «εξειδίκευση» της διάταξης του κόφτη με τέτοιον τρόπο ώστε να προβλέπει τι ακριβώς θα πρέπει να γίνει σε περίπτωση που εντοπιστούν δημοσιονομικές αποκλίσεις. 
 
Ο κόφτης, όπως έχει ψηφιστεί τον περασμένο Μάιο, ούτως ή άλλως προβλέπει τη λήψη εξειδικευμένων μέτρων, τα οποία – με τη σημερινή μορφή της διάταξης – εντοπίζονται στον περιορισμό των δαπανών του Δημοσίου με συγκεκριμένες εξαιρέσεις (π.χ. κοινωνικά επιδόματα, δαπάνες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων κ.λπ.). 
 
Θα μπορούσε, κάλλιστα, ο νέος κόφτης να ορίζει ότι το όποιο κενό θα μπορούσε να καλυφθεί και από την περιοχή των συντάξεων (σ.σ.: σχετική αναφορά έχει ήδη γίνει από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο στην επιστολή προς τους θεσμούς για το θέμα του έκτακτου επιδόματος που δόθηκε τον Δεκέμβριο στους συνταξιούχους) ή από την περικοπή της έκπτωσης φόρου για τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους. 
 
Η διαφορά του συγκεκριμένου σχεδίου με την άμεση νομοθέτηση της μείωσης του αφορολόγητου ή της περικοπής των συντάξεων έχει να κάνει με το ότι οι Έλληνες βουλευτές δεν θα κληθούν να ψηφίσουν ένα συγκεκριμένο μέτρο (π.χ. τη μείωση της έκπτωσης φόρου στα 1.500 ευρώ που θα φέρει επιβαρύνσεις 400 - 500 ευρώ ετησίως σε όλους τους μισθωτούς και στους συνταξιούχους της χώρας), αλλά μια διάταξη η οποία θα ορίζει ότι, σε περίπτωση απόκλισης από τους δημοσιονομικούς στόχους, τότε θα περικόπτεται (μεταξύ άλλων μέτρων που θα μπορούσε να συμφωνήσει η κυβέρνηση με τους θεσμούς) η έκπτωση φόρου.
 
Μένει να φανεί αν η πλευρά των δανειστών – και ειδικά η πλευρά του ΔΝΤ – θα μπορούσε να συμφωνήσει σε μια τέτοια «επαναδιατύπωση» του κόφτη ή θα υπάρξει επιμονή στην «εδώ και τώρα» νομοθέτηση των συγκεκριμένων μέτρων, κάτι που, ακόμη και αν αποδεχόταν η κυβέρνηση, είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι θα περνούσε από τη Βουλή.
 
...με αντάλλαγμα το χρέος
Σε κάθε περίπτωση, και μόνο η παράταση του κόφτη για την περίοδο μετά το 2019 ισοδυναμεί στην πράξη με την ανάληψη μιας δέσμευσης τύπου... μνημονίου. Όσο και αν αυτό διαψεύδεται, το γεγονός είναι ότι η παράταση του κόφτη (και μάλιστα με ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων για περικοπές συντάξεων ή εκπτώσεων φόρου) θα διατηρήσει την Ελλάδα σε μια τροχιά αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας και υποχρεωτικής λήψης μέτρων σε περίπτωση αποκλίσεων.
 
Μένει να φανεί ποιο θα είναι το «αντάλλαγμα» που θα εξασφαλίσει η Ελλάδα αν αναλάβει τη συγκεκριμένη δημοσιονομική δέσμευση. Προφανώς στο τραπέζι θα πέσει η «εγγύηση» από την πλευρά των δανειστών για την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους, αλλά και η δέσμευση για ενεργοποίηση του πακέτου των μεσοπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων μέτρων που θα καταστήσουν βιώσιμο το ελληνικό χρέος. 
 
Μια τέτοια προοπτική συμβιβασμού έχει αρκετά πλεονεκτήματα πέραν του προφανούς μειονεκτήματος της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας για πέντε χρόνια:
1 Εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις για ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ λόγω των δεσμεύσεων για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους.
2 Δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για ένταξη του ΔΝΤ καθώς αυτό θα λάβει δεσμεύσεις και για συντάξεις και αφορολόγητα αλλά και για διευθέτηση του χρέους.
3 Ικανοποιείται η γερμανική πλευρά, η οποία θα εξασφαλίσει τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα χωρίς να χρειαστεί να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους εδώ και τώρα.
 
Όλα αυτά, βέβαια, δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα σενάριο. Μένει να φανεί αν μπορεί να υλοποιηθεί και – το κυριότερο – μέσα σε χρονικά περιθώρια που δεν θα έχει προκληθεί ζημιά για την ελληνική οικονομία.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.