16/10/2018 06:04:30
30.1.2017 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1953 στις 26-01-2017

Ένα μηχάνημα μνήμης

Ένα μηχάνημα μνήμης - Media
 
Ένα αναγνωστικό ρεσάλτο στο απαγορευμένο παιχνίδι των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Μια συγκινητική διήγηση για τη σχέση παίκτη και παιγνίου όσο και για το πώς πέρασε το μυθικό φλιπεράκι στην παγκόσμια και εγχώρια λογοτεχνία.
 
Πριν από όλα, έχουμε εδώ ένα νοσταλγικό κείμενο, ένα κείμενο επιστροφής στο παρόν μιας οιονεί νεότητας, όπου τα πάντα μετατρέπονται σε αιωνιότητα. Ήχοι, μέταλλα, μπίλιες, χρώματα και κυρίως η δυνατότητα ενός ακαταμάχητου ταξιδιού στους φωταγωγημένους κόσμους της Δύσης, σε λεωφόρους πολύβουες, σε σκηνές μυθικές, αναδύονται ξέγνοιαστα μέσα από ημιφωτισμένες αίθουσες σε όλες τις γωνιές του κόσμου με τα φλιπεράκια να πετάνε σπίθες ελευθερίας, χαράς και ζωής μέσα σε κάθε νέο που ζητούσε μια διέξοδο στο όνειρο. 
 
Ο Καλφόπουλος ζωντανεύει και ξαναζεί τον κόσμο των φλίπερ κι ό,τι αυτό συμβόλιζε στις γειτονιές της Αθήνας, κυρίως τη δεκαετία του ’80, μια και στην Ελλάδα είχε απαγορευτεί τη δεκαετία του ’60, απαγόρευση που κράτησε δυο δεκαετίες, για να απαγορευτεί εκ νέου το 2000. Στην αναπόλησή του αυτή ξαναζωντανεύει μια εποχή αλλά και η διαχρονική εμμονή κάθε εξουσίας να αντιστρατεύεται τη χαρά, το παιχνίδι, το άσκοπο χάσιμο χρόνου – παρεκκλίσεις τόσο απαραίτητες σε μια ψυχοφθόρο κοινωνία απαγορεύσεων… Έτσι και το φλιπεράκι κατέστη ηθικά επιλήψιμο παίγνιο από όλες τις πολιτικοθρησκευτικές αρχές. Οι μπίλιες του διέφθειραν τη νεολαία, την εκτροχίαζαν από τον ορθό δρόμο, την προκαθορισμένη διαδρομή. Ωστόσο, ο Καλφόπολουλος δεν στέκεται στις δυσάρεστες συνέπειες, αλλά στην προσωπική σχέση του με το μηχάνημα, ένα παιχνίδι-πρόγονο θα λέγαμε των άπειρων εφαρμογών που σήμερα φέρει κάθε κινητό τηλέφωνο, απενοχοποιώντας την ιδιωτικότητα από την ένοχη κοινωνικότητα των ατόμων.
 
Στο σύντομο εξομολογητικό του κείμενο, ο συγγραφέας μάς μιλά για την προσωπική σχέση που ανέπτυξε με το φλίπερ όταν σε ηλικία δεκαοχτώ ετών βρέθηκε στη Γερμανία για σπουδές. Έκτοτε, το φλίπερ συνδέθηκε με την καθημερινότητά του όταν και όποτε βρισκόταν στο εξωτερικό. 
 
Ο συγγραφέας προτιμά το τρίτο πρόσωπο διήγησης σ’ ένα αφήγημα που σε πολλά του σημεία θυμίζει δοκίμιο, λόγω των πολλών και ενδιαφερόντων παραπομπών σχετικά με το παιχνίδι και τον ρόλο του κυρίως στην παγκόσμια και εγχώρια λογοτεχνία. Παρά το τρίτο πρόσωπο, η διήγηση δεν χάνει τη ζεστασιά τής εξομολόγησης και την αμεσότητα του βιώματος. 
 
Δοκίμασε ξανά, είπε τελικά ο Ντε Σπέιν.
Τόσο ήρεμα, σα να μιλούσε σε κάποιον που έπαιζε φλιπεράκι.
Ραίημον Τσάντλερ, «Μπέϋ Σίτυ Μπλουζ» (1938) 
 
Το φλιπεράκι άδειασε. Στην γωνιά μας περιμένει. 
Το παίζουμε σκεφτικοί, συγκεντρωμένοι πάνω του, 
σα να ’ναι ένα μηχάνημα μνήμης. 
Βασίλης Βασιλικός, «Καφενείον Εμιγκρέκ» (1968). 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.