14/12/2018 18:03:16
6.2.2017 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1954 στις 02-02-2017

Ο Τραμπ κάνει... «Κινέζα» τη Γερμανία

Ο Τραμπ κάνει... «Κινέζα» τη Γερμανία - Media

Οι ισχυροί εμπορικοί δεσμοί των δύο ατμομηχανών Ευρώπης - Ασίας γίνονται και στρατηγικοί

Οι ΗΠΑ, δημιουργός και βασικός υπερασπιστής του συστήματος παγκοσμίου εμπορίου των τελευταίων 70 ετών, έχει πια έναν πρόεδρο αποφασισμένο να το ταρακουνήσει για τα καλά. Η Κίνα βγαίνει ήδη μπροστά στην πρώτη της απόπειρα να αναλάβει αυτή ηγετικό ρόλο. 
 
Ακόμη, βέβαια, δεν είναι ξεκάθαρο αν η επιθετική στάση του Τραμπ είναι απλώς ένα σχέδιο - πυροτέχνημα για να αποσπάσει εμπορικές παραχωρήσεις από το Πεκίνο – κι όχι μόνο – ή αν πράγματι είναι προετοιμασμένος να προκαλέσει οικονομικό πόλεμο. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η μορφή της παγκόσμιας οικονομίας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το ντιλάρισμα που θα κάνουν ή δεν θα κάνουν μεταξύ τους ΗΠΑ - Κίνα - Ευρώπη.
 
Η Κίνα, με το μέγεθος, τον πλούτο και την εξωτερική πολιτική που ασκεί, αναζητεί σημαντικές αλλαγές και ακόμη ισχυρότερη θέση στον κόσμο, αλλά δεν επιθυμεί την ανατροπή της ισχύουσας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων. Διαθέτει τρισεκατομμύρια δολάρια σε συναλλαγματικά αποθέματα, τα οποία μπορούν να ανακυκλωθούν σε άμεσες επενδύσεις, και μετά την εκλογή του Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ επιχειρεί να εμφανιστεί ως ένας βράχος σταθερότητας σε έναν ταραγμένο κόσμο.
 
Για την ατμομηχανή της Ευρώπης, τη Γερμανία, τεράστιο κομμάτι των συμφερόντων της αλλά και της ίδιας της οικονομικής υπόστασής της εξαρτάται από την παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη. Το οικονομικό της μοντέλο, βασισμένο στις εξαγωγές, στηρίζεται στο εύρωστο διεθνές εμπόριο. Οι συμμαχίες της, όμως, κινδυνεύουν. Και στρέφεται πια για να βρει συμπαίκτη στον μεγαλύτερο μέχρι τώρα ανταγωνιστή της στις εξαγωγές, την Κίνα. 
 
Ψάχνει ανατολικά τη διέξοδο
Η πολιτική ταυτότητα της Γερμανίας συνδέεται άρρηκτα με μια δυνατή Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο δυτικός της προσανατολισμός προϋποθέτει μια ενεργά φιλική στάση των ΗΠΑ. Όλα τα παραπάνω, όμως, αυτή τη στιγμή μοιάζουν να κινδυνεύουν. Η επιθετικότητα του Τραμπ στοχεύει και τη Γερμανία, η οποία βλέπει μπροστά της δυο μεγάλους κινδύνους: το Brexit που θα θέσει σε δοκιμασία τη συνοχή της Ευρώπης και την Αμερική του Τραμπ, που, συν τοις άλλοις, έχει στα χέρια της βαριά χαρτιά σκανδάλων γερμανικών ναυαρχίδων, όπως η VW, η Siemens και η Deutsche Bank. 
 
Η Γερμανία γνωρίζει ότι πρόκειται να υποφέρει σε μεγάλο βαθμό αν εκλείψουν η ισχυρή Ε.Ε. και η φιλία με τις ΗΠΑ. Έτσι το Βερολίνο αναζητεί διεξόδους και εμπορικά προσανατολίζεται πλέον, σχεδόν αναπόφευκτα, προς την Ασία.
Η εκλογή Τραμπ ήταν ένα στρατηγικό σοκ για τη Γερμανία. Ο νέος πρόεδρος απειλεί να «στρίψει» το πελώριο καράβι των ΗΠΑ υπονομευτικά, αν όχι επιθετικά, προς την Ευρώπη. Αυτή η ολική μεταμόρφωση του ρόλου των ΗΠΑ κάνει αναγκαία μια «μετα-δυτική» εξωτερική πολιτική του Βερολίνου. Ήδη, εξάλλου, από την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Γερμανία συνειδητοποίησε ότι η Μόσχα δεν ενδιαφερόταν για μια ουσιαστική εταιρική σχέση με την Ευρώπη.
 
Έτσι η Γερμανία κοιτάζει πια προς την Κίνα. Με δεδομένη την ηγεμονική θέση του Βερολίνου στην Ε.Ε., η σχέση της χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο θα καθορίσει, σε μεγάλο βαθμό, και τη σχέση της Ευρώπης ή μέρους της Ευρώπης με τον υπόλοιπο κόσμο. Η όποια στροφή της Γερμανίας θα συμπαρασύρει και κομμάτι της Ε.Ε. 
 
Η Γερμανία εξαρτάται από τις εξαγωγές και το εμπόριο. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, η συνεισφορά των εξαγωγών στο γερμανικό ΑΕΠ σκαρφάλωσε από 33% το 2000 σε 48% το 2010. Συνεπώς βασίζει και την εξωτερική πολιτική της πάνω στα οικονομικά της συμφέροντα, κυρίως στις ανάγκες των εξαγωγών. Την τελευταία δεκαετία η Γερμανία άρχισε να αναπτύσσει στενούς οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα:
  Το 2013 οι γερμανικές εξαγωγές στην Κίνα έφταναν τα 84 δισ., σχεδόν διπλάσιες από αυτές προς τη Ρωσία. Η Κίνα έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά για τις γερμανικές εξαγωγές εκτός Ε.Ε., ενώ αναμένεται να προσπεράσει και τις ΗΠΑ. 
 Η Κίνα αποτελεί ήδη τη μεγαλύτερη αγορά για τη Volkswagen, την κορυφαία αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας, και τα περισσότερα μοντέλα της Mercedes Benz.
 Η σχέση Βερολίνου - Πεκίνου άρχισε να δυναμώνει μετά την οικονομική κρίση του 2008. Ταυτόχρονα οι δυο χώρες ήρθαν πιο κοντά και πολιτικά. Το 2011 άρχισαν να διοργανώνουν ένα κοινό διακυβερνητικό συμβούλιο. Ήταν η πρώτη φορά που η Κίνα έκανε τόσο εκτενή διαπραγμάτευση με άλλη χώρα. 
 
Το Βερολίνο ως αντίβαρο
Για τη Γερμανία η σχέση είναι πρωτίστως οικονομική, όμως για την Κίνα είναι και στρατηγική. Το Πεκίνο, εν αντιθέσει με τον Τραμπ, θέλει μια ισχυρή Ευρώπη για να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις ΗΠΑ. Η Κίνα βλέπει επίσης τη Γερμανία ως το κλειδί για το είδος της Ευρώπης που επιθυμεί, εν μέρει επειδή η Γερμανία είναι ιδιαίτερα ισχυρή μέσα στην Ένωση αλλά και επειδή είναι πιο κοντά στις γερμανικές θέσεις απ’ όσο στις θέσεις άλλων κρατών - μελών, όπως της Γαλλίας.
Όσο ισχυρότερος γίνεται ο δεσμός Βερολίνου - Πεκίνου τόσο μεγαλύτερο δυνητικά πρόβλημα θα μπορούσε να αποτελέσει για τις ΗΠΑ. Το «Foreign Affairs» εκτιμά πως, αν οι ΗΠΑ βρεθούν σε διαμάχη με την Κίνα για θέματα ασφαλείας, π.χ. στην Κινεζική Θάλασσα ή αν υπάρξει μια «Ασιατική Κριμαία», υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η Γερμανία να κρατήσει ουδέτερη – άρα όχι φιλοαμερικανική – στάση. 
 
Μάλιστα, με δεδομένη την αυξανόμενη εξάρτηση της Γερμανίας από την Κίνα ως εξαγωγική αγορά, οι γερμανικές εταιρείες θα ήταν ακόμη πιο σθεναρά αντίθετες σε επιβολή κυρώσεων στο Πεκίνο από ό,τι ήταν στη Μόσχα. Στο ιστορικό ντεμπούτο της Κίνας στο Νταβός πριν από λίγες μέρες ο Σι Τζινπίνγκ διαβεβαίωσε ότι η χώρα του «θα κρατήσει την πόρτα της ορθάνοιχτη και δεν θα την κλείσει».
 
Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, η Κίνα, που κυβερνάται από το κομμουνιστικό κόμμα, η χώρα - πρώην βασικός ιδεολογικός εχθρός της Δύσης, αποτελεί τώρα τον εν δυνάμει νέο ηγέτη της παγκοσμιοποίησης. Στην πρώτη της εμφάνιση στο Νταβός η Κίνα πέρασε την εικόνα του προπυργίου του ελεύθερου εμπορίου και της παγκόσμιας οικονομίας. Το μήνυμα που θέλησε να στείλει ο Κινέζος πρόεδρος είναι ότι η παγκοσμιοποίηση δεν έχει πεθάνει, απλώς τη διαχειρίζεται μια κομμουνιστική κυβέρνηση στο Πεκίνο.
 
Η Κίνα υπολογίζεται ότι θα είναι η μεγαλύτερη ενιαία οικονομία της αγοράς έως το 2050. Αναπόφευκτα η ηγεσία της διεθνούς οικονομίας κλίνει προς την Ασία. Μια τέτοια μεταστροφή θα ερχόταν με ή χωρίς τον Τραμπ. Όμως, τώρα που ο Τραμπ διαλέγει την Κίνα και την Ευρώπη ως στόχους του, ισχυρές χώρες μπορεί να βρουν αποκούμπι στην Κίνα αντί του Τραμπ.
 
Ο μεγάλος καταναλωτής
Οι εκτιμήσεις των αναλυτών συμφωνούν πως η κινεζική μεσαία τάξη θα γίνει η κινητήριος δύναμη του παγκόσμιου εμπορίου. Γι’ αυτό ο Τραμπ πασχίζει να ανεβάσει το μέσο εισόδημα στις ΗΠΑ. Όμως οι Κινέζοι της μεσαίας τάξης βρίσκονται μόλις στην αρχή της μετάλλαξής τους σε ένα καταναλωτικό έθνος – τάση που υπόσχεται ακόμα περισσότερες εισαγωγές από τη Γερμανία. 
 
Να σημειωθεί ότι οι τέσσερις κορυφαίες κατηγορίες γερμανικών εξαγωγών είναι σε: αυτοκίνητα με 163 δισ. δολ. ετησίως, εξαρτήματα οχημάτων με 63,2 δισ., φάρμακα με 52 δισ., αεροπλάνα - ελικόπτερα - διαστημικά οχήματα με 31,8 δισ.
Οι Κινέζοι, συγκριτικά, δεν άρχισαν να ξοδεύουν ακόμα, αντίθετα αποταμιεύουν. Τα ποσοστά αποταμίευσης είναι στο 49% σήμερα, αλλά αναμένεται να πέσουν σε μονοψήφια νούμερα έως το 2050. Όπως εκτιμούν οι οικονομικοί αναλυτές, η Κίνα βρίσκεται μόλις στην απαρχή της μεγαλύτερης καταναλωτικής έξαρσης που έχει να δει ο κόσμος από τις ΗΠΑ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
 
Προς το παρόν δεν είναι βέβαιο αν η Κίνα θα κέρδιζε σε έναν εμπορικό πόλεμο. Το κινεζικό παράδοξο έγκειται στο ότι η χώρα είναι ζωτικής σημασίας για το παγκόσμιο εμπόριο την ίδια στιγμή που αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες κλειστές οικονομίες και διοικείται με έναν τρόπο παντελώς αντίθετο με τη Δύση, που πρωτοδημιούργησε την παγκοσμιοποίηση.
 
Το Πεκίνο βλέπει το κενό που δημιουργείται από την πολιτική Τραμπ και σπεύδει να παίξει τον ρόλο σταθεροποιητή και εγγυητή του ελεύθερου εμπορίου. Φυσικά αναζητώντας νέες συμμαχίες. 
Πριν από λίγες μέρες υπήρξε τηλεφωνική συνομιλία της Άνγκελα Μέρκελ με τον Κινέζο πρωθυπουργό Λι Κετσιάνγκ. Όπως μετέδωσε το Reuters, ο Λι Κετσιάνγκ ζήτησε από τη Γερμανία να παίξει, μαζί με την Κίνα, ηγετικό ρόλο για να διασφαλίσουν από κοινού τη σταθερότητα των αγορών μέσα σε «ένα αβέβαιο διεθνές πολιτικο-οικονομικό κλίμα». Κάτι που θα επιτευχθεί, όπως ειπώθηκε, «μέσω του εμπορίου και της απελευθέρωσης των επενδύσεων».
Ο Κινέζος πρωθυπουργός πρόσθεσε, μάλιστα, ότι η Κίνα θα συνεχίσει να είναι «ένθερμος υποστηρικτής» της ευρωπαϊκής ενοποίησης, την ίδια στιγμή που η Ε.Ε. δέχεται τεράστιες εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις. Με τον Τραμπ να χαρακτηρίζει το Brexit «εξαιρετικό».
 
Το Πεκίνο ως επενδυτής
Το Πεκίνο δεν ενδιαφέρεται μόνο για τον οικονομικό του ρόλο. Αρχίζει να ψάχνει αγωνιωδώς και για «στρατηγικό» σεβασμό. Ρίχνει βάρος στο ίματζ της Κίνας στον έξω κόσμο κι επιδίδεται σε μια πολιτική soft power, δηλαδή σε προσέγγιση των διεθνών θεμάτων μέσω της πειθούς, συνήθως με εργαλεία την οικονομική και πολιτιστική επιρροή. Για να υποστηρίξει αυτή την επιρροή ρίχνει αφειδώς χρήμα:
  50 δισ. δολάρια για την Ασιατική Τράπεζα Επενδύσεων και Υποδομών.
  41 δισ. δολάρια για τη Νέα Αναπτυξιακή Τράπεζα.
  40 δισ. δολάρια για την Οικονομική Ζώνη του Δρόμου του Μεταξιού.
  25 δισ. δολάρια για τον Θαλάσσιο Δρόμο του Μεταξιού.
  Επιπρόσθετα, το Πεκίνο ανακοίνωσε ότι θα επενδύσει 1,25 τρισ. δολάρια παγκοσμίως έως το 2025.
 
Αυτά τα επίπεδα επενδύσεων είναι πρωτοφανή. Ακόμη και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση μαζί δεν είχαν ξοδέψει τόσα όσα δαπανά σήμερα η Κίνα. Συνολικά, οι υποσχέσεις του Πεκίνου φτάνουν τα 1,41 τρισ. δολάρια. Συγκριτικά το σχέδιο Μάρσαλ είχε κοστίσει 103 δισ. σε σημερινές τιμές δολαρίου.
 
Τα επενδυτικά πρότζεκτ του Πεκίνου αποτελούν μόνο μια πτυχή της ατζέντας της κινεζικής soft power που εξαπλώνεται σε ΜΜΕ, σπορ, τέχνες και άλλους τομείς. Το Πανεπιστήμιο G. Washington, αναλύοντας τα στοιχεία από το πρόγραμμα κινεζικής πολιτικής, εκτιμά ότι σε τέτοιες δραστηριότητες «εξωτερικής προπαγάνδας» το Πεκίνο δαπανά 10 δισ. δολάρια ετησίως, όταν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ ξόδεψε το 2014 μόλις 666 εκατομμύρια δολάρια για «εξωτερική διπλωματία».
 
Στο μεταξύ το Βερολίνο φλερτάρει σταθερά με το Πεκίνο. Χοντρικά, το 45% των εξαγωγών της Ε.Ε. προς την Κίνα προέρχονται από τη Γερμανία και το 28% των εισαγωγών της Ε.Ε. από την Κίνα αφορούν τη Γερμανία. Από την άλλη, όπως ο ίδιος ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έχει πει, «το ένα στα τρία κοντέινερ στο λιμάνι του Αμβούργου είναι κινέζικο». Υπάρχουν πάνω από 5.200 γερμανικές εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κίνα και περισσότερες από 900 κινεζικές στη Γερμανία, με αυξητικές τάσεις.
 
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Κομισιόν, το εμπόριο μεταξύ Ε.Ε. - Κίνας αυξήθηκε ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Η Κίνα είναι η μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών για την Ε.Ε. και έχει γίνει μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Αυτή τη στιγμή Ευρώπη και Κίνα εμπορεύονται πάνω από 1 δισ. ευρώ την ημέρα. Τα περισσότερα απ’ αυτά τα χρήματα αφορούν γερμανοκινεζικές συναλλαγές. 
Η μεγάλη στροφή προς την Κίνα σε εξαγωγικό επίπεδο έγινε μετά το κραχ της Lehman Brothers. Προβλέποντας ότι η δεξαμενή της Ευρώπης για τα γερμανικά προϊόντα θα καταρρεύσει, προφανώς και λόγω της επιβαλλόμενης από το Βερολίνο λιτότητας, έγινε επανασχεδιασμός με το βλέμμα στον ασιατικό γίγαντα. 
 
  Το 2009 οι γερμανικές εξαγωγές ύψους 1 τρισ. ευρώ αφορούσαν κυρίως την Ευρώπη και πολύ λιγότερο άλλες ηπείρους. Μάλιστα, το 50% των εξαγωγών κατευθύνθηκαν στις χώρες της Ευρωζώνης συν τη Μ. Βρετανία. Συνολικά η Ευρωπαϊκή Ένωση απορροφούσε το 60% των γερμανικών προϊόντων. Οι εξαγωγές στην Κίνα απέφεραν μόνο 34 δισ. 
  Μόλις έξι χρόνια μετά, το 2015, το νέο γερμανικό μοντέλο εξαγωγών εκτίναξε στα 100 δισ. τα οφέλη από την Κίνα. Ουσιαστικά τα τριπλασίασε, παρά την επιβράδυνση στην κινεζική οικονομία. Το ίδιο διάστημα η ζήτηση για γερμανικά προϊόντα στην ασθμαίνουσα Ευρώπη παραμένει στα Τάρταρα.
Όχι μόνο ο Τραμπ, αλλά και η ευρωπαϊκή οικονομία, για την οποία εν πολλοίς ευθύνεται η ίδια η πολιτική Μέρκελ - Σόιμπλε, ρίχνουν στην αγκαλιά της Κίνας τη Γερμανία. Και στρατηγικά πια...

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.