26/09/2018 13:08:45
10.2.2017 / ΑΝΤΡΙAΝΑ ΒΑΣΙΛA
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1956 στις 09-02-2017

Oι «μαντεψιές» των φωστήρων του ΔΝΤ για το ελληνικό ζήτημα

Oι «μαντεψιές» των φωστήρων του ΔΝΤ για το ελληνικό ζήτημα - Media

 

Οι θέσεις του Ταμείου για χρέος, μέτρα, πλεόνασμα όπως αποτυπώνονται στην  Έκθεση

Το ΔΝΤ έκανε πάλι προβλέψεις και εκτιμά ότι το επίπεδο διαβίωσης των Ελλήνων θα εξακολουθήσει να έχει πτωτική πορεία, αφού η «ψαλίδα» με την υπόλοιπη Ευρώπη θα συνεχίσει να ανοίγει, με αποτέλεσμα να φθάσει το 2040 το 55% του ευρωπαϊκού μ.ό. Λέει δηλαδή ότι την περίοδο 2022-2040 ο ευρωπαϊκός μ.ό. ανάπτυξης θα είναι 1,3%. 
 
Σε αυτή την περίπτωση, καθώς λαμβάνεται υπόψη το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, εκτιμάται ότι μέχρι το 2040 το επίπεδο διαβίωσης των Ελλήνων μετά βίας θα είναι στο 63% του ευρωπαϊκού μ.ό.!
Μάλιστα εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα καταγράφει μακροπρόθεσμα ανάπτυξη μόλις 1% τον χρόνο! Εδώ ευτυχώς σημαντικό είναι να θυμίσουμε ότι όσες προβλέψεις ή εκτιμήσεις έχει κάνει το Ταμείο είναι για τους «κάδους απορριμμάτων», αφού έχει πέσει έξω σε όλες... 
 
Όπως και να έχει, όμως, με την έκθεση αυτή το ΔΝΤ πετάει το μπαλάκι στους Ευρωπαίους, για να λύσουν εκείνοι τις επόμενες μέρες (με πρώτο «σταθμό» το EuroWorking Group σήμερα) τον «γόρδιο δεσμό» για το ελληνικό ζήτημα.
Η θέση που παίρνει το ΔΝΤ στη φάση αυτή, με βάση την έκθεση, είναι ξεκάθαρη:
Το ελληνικό χρέος είναι «εξαιρετικά μη βιώσιμο». Άρα δεν μπορεί να μετάσχει δανειοδοτικά στο ελληνικό πρόγραμμα παρά μόνον υπό όρους: μεγαλύτερη ελάφρυνση χρέους από τους Ευρωπαίους δανειστές ή/και πρόσθετα μέτρα λιτότητας από τη χώρα μας.
 Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, αλλά «μεταρρυθμίσεις»: ανατροπές σε συντάξεις, δημόσιο, φορολογία.
Οι στόχοι για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% από το 2018 και μετά, όπως προβλέπει το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα, «δεν υπάρχουν». Προβλέπει μεσο-μακροπρόθεσμα 1% - 1,5% το πολύ.
 Τονίζει πως η ελάφρυνση χρέους που προσφέρουν οι Ευρωπαίοι δεν αρκεί και ζητά μεγαλύτερη. Το «τερματίζει» όμως ζητώντας επέκταση των αποπληρωμών ακόμα και έως το 2070.
 Αν η Ελλάδα τελικώς αναλάβει δέσμευση για υψηλά πλεονάσματα μεσοπρόθεσμα (πάνω από 1,5% του ΑΕΠ), τότε θα απαιτούνταν «σκληρές αποφάσεις» (credible reforms) που θα έκλειναν την «τρύπα», επειδή δεν θα καταστεί εφικτή η ανάκαμψη.
 
Ωστόσο μετά και τη συνεδρίαση του Εκτελεστικού Συμβουλίου του Ταμείου που αφορούσε την έκθεση για την Ελλάδα φάνηκε από το ανακοινωθέν που εξεδόθη πως υπάρχουν μέλη του Συμβουλίου που αφενός υιοθετούν τον στόχο 3,5% του πρωτογενούς πλεονάσματος το 2018 του ελληνικού προγράμματος, παρά την εκτίμηση της ίδιας της εισηγητικής έκθεσης ότι η δημοσιονομική πορεία της χώρας δεν μπορεί να είναι πλέον τόσο σκληρή, αφετέρου εκτιμούν ότι δεν χρειάζεται μία περαιτέρω ελάφρυνση του χρέους στη βάση των προτάσεων του τεχνικού κλιμακίου.
 
Το πλεόνασμα
«Τα περισσότερα μέλη του Δ.Σ. συμφώνησαν ότι δεν απαιτείται περαιτέρω δημοσιονομική εξυγίανση αυτή τη στιγμή από την Ελλάδα, με δεδομένη την εντυπωσιακή προσαρμογή που αναμένεται να φέρει το μεσοπρόθεσμο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα στο περίπου 1,5% του ΑΕΠ, ενώ ορισμένοι διευθυντές τάχθηκαν υπέρ της καταγραφής πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2018», σημειώνει η ανακοίνωση. 
Στο σημείο για το χρέος αναφέρει: «Τα περισσότερα μέλη του Δ.Σ. θεώρησαν ότι, παρά τις τεράστιες θυσίες της Ελλάδας και τη γενναιόδωρη υποστήριξη των Ευρωπαίων εταίρων, θα απαιτηθεί περαιτέρω ελάφρυνση για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους».
 
Το γεγονός αυτό, πέραν του ότι καταδεικνύει πως ακόμα και μέσα στο ίδιο το Ταμείο δεν υπάρχει μία ενιαία θέση για το πώς πρέπει να γίνει η διαχείριση του ελληνικού ζητήματος, ταυτόχρονα δίνει «ελπίδες» και στους Ευρωπαίους, και κυρίως στο Βερολίνο, πως τελικά θα μπορούσε να βρεθεί μία συμβιβαστική φόρμουλα για να προχωρήσει η συμφωνία. Ιδίως καθώς οι Ευρωπαίοι επιμένουν και στα δύο παραπάνω ζητήματα, τους υψηλούς δημοσιονομικούς στόχους σε συνάρτηση με τις δράσεις για το χρέος.
 
Για να γίνει βέβαια κάτι τέτοιο μόνο εύκολο δεν είναι, καθώς η πλειοψηφία του Δ.Σ. τάσσεται, σύμφωνα με την ανακοίνωση, με τη γνωστή θέση του Ταμείου, ότι δηλαδή πρέπει ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος να μειωθεί, να υπάρξουν πιο γενναίες παρεμβάσεις στο χρέος και παράλληλα πιο γενναίες δράσεις στο μέτωπο της περιστολής της συνταξιοδοτικής δαπάνης, της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης με μείωση του αφορολόγητου ορίου, μεγαλύτερη ευελιξία της αγοράς εργασίας με έμφαση μεταξύ άλλων στις ομαδικές απολύσεις αλλά και πλήρη απελευθέρωση των αγορών με βάση και τις προτάσεις της «εργαλειοθήκης ΙΙ» του ΟΟΣΑ.
 
Σε κάθε περίπτωση η ανακοίνωση του Ταμείου δεν αναφέρει πόσα και ποια μέλη διαφοροποιήθηκαν απ’ τα βασικά συμπεράσματα της εισηγητικής έκθεσης που κατέθεσε η ομάδα Βελκουλέσκου με το μεγάλο ερώτημα να παραμένει στη στάση του μεγαλομετόχου του Ταμείου, τις ΗΠΑ, μετά και τη στροφή της οικονομικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. 
 
Το σενάριο που συνεχίζει να παίζει είναι η παραμονή του Ταμείου στο πρόγραμμα με τον ρόλο του τεχνικού συμβούλου, κάτι όμως που θα σήμαινε πως και η πλευρά του Βερολίνου θα έπρεπε να βρει τη «χρυσή τομή» ώστε, παρά τα... τελεσίγραφα Σόιμπλε, να συνεχίσει να είναι σε ισχύ το πρόγραμμα.
 
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με πληροφορίες, η ευρωπαϊκή ηγεσία έχει αναλάβει πρωτοβουλίες, σε συνεννόηση με την ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να καταλήξουν σε συγκεκριμένη συμφωνία, πολιτικής φύσεως και χαρακτηριστικών, που δεν θα συμπεριλαμβάνει το ΔΝΤ στο χρηματοδοτικό σκέλος και θα χαράσσει τον οδικό «χάρτη» ολοκλήρωσης της αξιολόγησης. Το τελευταίο σενάριο που «διαρρέει» από τις Βρυξέλλες κάνει λόγο για «σπάσιμο» της συμφωνίας – για την αξιολόγηση – σε δύο χρονικά μέρη.
 
Η πρόταση Γιούνκερ
Πρόκειται για πρόταση που έβαλε στο τραπέζι ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και έχει τύχει θετικής αποδοχής από την ελληνική κυβέρνηση. Το «σχέδιο» Γιούνκερ, όπως αναφέρουν «πηγές» του ΥΠΟΙΚ, προβλέπει άμεσο κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης – πριν από το κρίσιμο Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου – και χρονική μετακύλιση της θέσπισης μέτρων που θα συμπεριληφθούν στον «κόφτη» από το 2018, όπως είναι για παράδειγμα το... πολυθρύλητο αφορολόγητο.
 
Στόχος του Γιούνκερ αλλά και των λοιπών «αντίστοιχων» προτάσεων, όπως της πρωτοβουλίας Ντάισελμπλουμ, είναι να παραμεριστούν τα τεχνικής φύσεως εμπόδια, όπως είναι για παράδειγμα το ακριβές ποσό μείωσης του αφορολόγητου, και να επισπευσθούν οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Προτάσεις που έχουν ως κοινό παρονομαστή την απουσία του ΔΝΤ από το χρηματοδοτικό σκέλος και την ευρωπαϊκή σύμπραξη-πολιτική συμφωνία ανάμεσα σε θεσμούς και την ελληνική κυβέρνηση.
 
Υπέρμαχος της άμεσης διευθέτησης της αξιολόγησης, μέσω αυτού του μοντέλου πολιτικής συμφωνίας και παράκαμψης των επιμέρους τεχνικών χαρακτηριστικών, είναι και ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι. Ο τελευταίος πιέζει προς αυτή την κατεύθυνση, σημειώνοντας στις δημόσιες τοποθετήσεις του ότι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και ο καθορισμός των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος θα ανοίξουν τον δρόμο στην Ελλάδα για ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.
 
Οι ευρωπαϊκοί σχεδιασμοί, λοιπόν, που γίνονται επί χάρτου δεν περιλαμβάνουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, γεγονός που κάθε άλλο παρά δυσαρεστεί την κυβέρνηση. Χωρίς την παρουσία του ΔΝΤ και την τεχνοκρατική «εμμονή» σε αριθμούς, στόχους και οικονομικά μεγέθη, η έννοια της πολιτικής συμφωνίας – που αποτελεί σημαντικό κομμάτι στην κυβερνητική στρατηγική – μπορεί να μετουσιωθεί σε πράξη.
 
Παράλληλα, εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου, το Μαξίμου εκτιμά ότι θα μπορέσει – αν ευοδωθεί η πρόταση για «σπάσιμο» της αξιολόγησης – να διαπραγματευτεί με ευνοϊκότερους όρους και συνθήκες επιμέρους ζητήματα της αξιολόγησης, όπως για παράδειγμα τα εργασιακά ή τα ενεργειακά. Αυτό ισχύει και για το τι τελικά θα… εμπεριέχει ο «κόφτης» μετά το 2018, όπου το ΔΝΤ – όπως διαφάνηκε και στις πρόσφατες εκθέσεις του –, εκτός από το αφορολόγητο, επιμένει και στη νέα περικοπή των συντάξεων.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.