19/09/2018 03:26:57
28.2.2017 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1957 στις 23-02-2017

Τι φοβάται η Μέρκελ...

Τι φοβάται η Μέρκελ... - Media

 

Πώς η δημοσκοπική άνοδος του Σουλτς πιέζει τη Γερμανίδα καγκελάριο 

Τα νέα από το μέτωπο των γερμανικών δημοσκοπήσεων δείχνουν ότι οι έως πρότινος προβλέψιμες εκλογές του Σεπτεμβρίου γίνονται συν τω χρόνω πολύ πιο ενδιαφέρουσες. Θα μπορούσαν ακόμη και να σημάνουν το τέλος της εποχής Μέρκελ. 
 
Αποκαλύψεις όπως αυτή της «Die Welt» για «δώρο» στήριξης από την Κριστίν Λαγκάρντ προς την Άνγκελα Μέρκελ («μπαίνει τώρα το ΔΝΤ, το θέμα του ελληνικού χρέους μετατοπίζεται για το 2018») ως ανταπόδοση στη βοήθεια της Γερμανίδας στη Γαλλίδα για την εκλογή της στο ΔΝΤ δημιουργούν εντυπώσεις που, τελικά, μπορούν να γίνουν βούτυρο στο ψωμί του Μάρτιν Σουλτς. Ακριβώς επειδή το ελληνικό χρέος θα κληθεί να το αντιμετωπίσει η επόμενη κυβέρνηση, η οποία μπορεί να μην είναι της Μέρκελ.
 
Πριν αναλάβει τα ηνία ο Σουλτς, ακόμη και οι σοσιαλδημοκράτες ψηφοφόροι θεωρούσαν δεδομένη την τέταρτη θητεία της Μέρκελ αφού δεν διαφαινόταν κάποια εναλλακτική. Η «Bild» συνέκρινε τη Μέρκελ με την ανίκητη Μπάγερν Μονάχου. Τώρα, όμως, οι πιθανότητες μεταβάλλονται. Ο Σουλτς έχει σημειώσει μια πολλά υποσχόμενη αρχή. Το αν θα ξεφουσκώσει ή όχι θα διαφανεί τους επόμενους μήνες. Και πολλά θα εξαρτηθούν από τις άλλες εκλογές ευρωπαϊκών χωρών, όπως κι από τις εξελίξεις στην Ελλάδα.
 
Οι ανησυχίες του Σουλτς
Για να καταφέρει να γίνει καγκελάριος ο Σουλτς, δίχως συμμετοχή άλλου κόμματος, θα πρέπει να συγκεντρώσει απόλυτη πλειοψηφία στην Bundestag. Στη Γερμανία είναι σπάνιο να κερδίζει την απόλυτη πλειοψηφία το πρώτο κόμμα. Αυτό έχει συμβεί μόνο μια φορά, όταν ο 81χρονος χριστιανοδημοκράτης Κόνραντ Αντενάουερ συγκέντρωσε το 50,2% των ψήφων το 1957. 
 
Για να διαδεχθεί τη Μέρκελ, λοιπόν, ο Σουλτς θα πρέπει να εξασφαλίσει έναν συνασπισμό με το κόμμα των Πρασίνων, την Αριστερά (Linke) και το δικό του κόμμα, των Σοσιαλδημοκρατών. Κι ενώ κάτι τέτοιο δεν φαινόταν πιθανό, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μπορεί να συμβεί, αν η ίδια τάση συνεχιστεί. 
 
Ο λεγόμενος «κόκκινος - κόκκινος - πράσινος» συνασπισμός συγκεντρώνει σε τελευταία δημοσκόπηση το 44% των ψήφων. Αντίθετα, το κόμμα της Μέρκελ και ο πιθανός εταίρος της σε συνασπισμό, το φιλελεύθερο FDP, «μαζεύουν» 40%. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι βέβαιο ότι στην πράξη οι κεντρώοι σοσιαλδημοκράτες θα μπορέσουν να δουλέψουν μαζί με το Linke, ακόμα κι αν λάβουν αυτά τα ποσοστά στην κάλπη. Μετά τις εκλογές του 2013 οι σοσιαλδημοκράτες είχαν αποκλείσει συνεργασία με την Αριστερά. Τότε το γεγονός ότι ηγέτης του Linke ήταν ο Όσκαρ Λαφοντέν, πρώην υπουργός Οικονομικών με τους Σοσιαλδημοκράτες, καθιστούσε αδύνατη τη συνύπαρξη για τον Ζίγκμαρ Γκάμπριελ λόγω της κριτικής του Λαφοντέν στο SPD όταν έφυγε από το κόμμα.
 
Μια άλλη ανησυχία για τον Σουλτς είναι ότι κι άλλοι υποψήφιοι σοσιαλδημοκράτες, όπως ο Φρανκ Βάλτερ Στάινμαϊερ το 2009 και ο Πέερ Στάινμπρικ το 2013, αρχικά σημείωναν πολύ υψηλές δημοσκοπικές επιδόσεις, οι οποίες, όμως, έπεσαν ραγδαία καθώς έκαναν λάθη στη διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας.
 
Οι δημοσκοπήσεις
Πριν από τις 24 Ιανουαρίου, πάντως, το SPD είχε την υποστήριξη μόλις του 21% των Γερμανών ψηφοφόρων. Το κεντροδεξιό μπλοκ της Μέρκελ είχε 37%. Γνωρίζοντας ότι έχει σίγουρη την αποτυχία, ο αρχηγός του SPD Ζίγκμαρ Γκάμπριελ αποσύρθηκε στις 24 Ιανουαρίου και παρέδωσε στον φίλο του Μάρτιν Σουλτς. Αυτή η κίνηση φαίνεται να αποδίδει, έστω και δημοσκοπικά, στην παρούσα φάση. Τα ποσοστά δημοφιλίας της Μέρκελ, από την άλλη πλευρά, έχουν ανακάμψει από τα ιστορικά χαμηλά του χειμώνα 2015-16 στον τυφώνα της προσφυγικής κρίσης. Αυτήν τη στιγμή, σύμφωνα με δημοσκόπηση του ιδρύματος Forschungsgruppe Wahlen, βρίσκονται στο 74%. 
 
Ακόμη και μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στο Βερολίνο τον Δεκέμβριο, 68% των Γερμανών δεν κατηγόρησαν την προσφυγική πολιτική της Μέρκελ για την επίθεση. Από αυτούς που τη θεωρούν υπεύθυνη, οι περισσότεροι έτσι κι αλλιώς ήδη υποστηρίζουν την AfD. Το τρομοκρατικό χτύπημα του Βερολίνου έστρεψε την πολιτική ατζέντα μακριά από την ανισότητα, το αγαπημένο θέμα του SPD, προς την ασφάλεια, το παραδοσιακά δυνατό σημείο των Χριστιανοδημοκρατών της Μέρκελ. 
 
Ο χριστιανοδημοκράτης υπ. Εσωτερικών Τόμας ντε Μεζιέρ ανακοίνωσε πρόσφατα έναν πλήρη επανασχεδιασμό της γερμανικής αρχιτεκτονικής στην ασφάλεια: συγκέντρωση των υπηρεσιών που σήμερα βρίσκονται διασκορπισμένες στα 16 ομόσπονδα κρατίδια, γρηγορότερη απέλαση όσων απορρίπτεται η αίτηση ασύλου τους και κράτηση υπόπτων για τρομοκρατία για μεγαλύτερο διάστημα. Αν έως τις 24 Σεπτεμβρίου η ασφάλεια παραμείνει το «πεδίο της μάχης» των εκλογών, ο Σουλτς θα δυσκολευτεί.
 
Όμως ο Σουλτς έχει το μεγάλο αβαντάζ ότι δεν βαρύνεται από κυβερνητικές φθορές του παρελθόντος, αν και αποτελεί μέρος της γερμανικής πολιτικής ελίτ. Δεν ήταν μέλος του μεγάλου συνασπισμού, άρα μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν ευθύνεται για τις μειώσεις και τα προγράμματα λιτότητας. Ούτε έχει προσωπικά «προηγούμενα» με το Linke, που τώρα έχει διαφορετική ηγεσία.
 
Το μεγάλο κάδρο της Ε.Ε.
Με την πρώτη ματιά οι εκλογές στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο δείχνουν πάνω - κάτω όπως όλες οι προηγούμενες στη χώρα, με τη διαφορά ότι μοιάζουν οι πιο κρίσιμες, λόγω συγκυρίας, για το ευρωπαϊκό κοινό μέλλον. Μέχρι στιγμής η ατζέντα της προεκλογικής περιόδου είναι η στάνταρ, άρα κυρίως εσωτερικού ενδιαφέροντος: η γερμανική οικονομία, η ασφάλεια, η μετανάστευση και οι δουλειές. Τα δύο πρώτα κόμματα, το CDU (Μέρκελ) και το SPD (Σουλτς), δεν απέχουν πολύ σε κανένα από τα προαναφερθέντα θέματα, αλλά ούτε και στα ζητήματα εξωτερικής (άρα και ευρωπαϊκής) πολιτικής. Και πολλοί εκτιμούν ότι εν τέλει η μπίλια θα κάτσει πάλι σε έναν μεγάλο συνασπισμό CDU - SPD.
 
Σε αυτές τις γερμανικές εκλογές παίζονται πολλά παραπάνω. Θα διεξαχθούν στο ευρύτερο κάδρο μιας Ε.Ε. που βουλιάζει ακόμη περισσότερο στη βαθύτερη κρίση από την ίδρυσή της. Απρόβλεπτοι αυταρχικοί ηγέτες σε Τουρκία και Ρωσία υποδαυλίζουν διαμάχες στην περιφέρεια της Ευρώπης και, στην περίπτωση του Πούτιν, επιχειρούν να σαμποτάρουν την Ευρωπαϊκή Ένωση. 
 
Και η μεγαλύτερη απειλή όλων, όπως ήδη έχουμε αναφέρει στο προηγούμενο φύλλο μας, ο Τραμπ. Ο καινούργιος πρόεδρος των ΗΠΑ συγκλονίζει τα θεμέλια της ατλαντικής συμμαχίας, ρίχνει νερό στον μύλο των λαϊκιστικών κομμάτων στην Ευρώπη και επιχαίρει για μελλοντικές αποχωρήσεις κρατών από την Ε.Ε.
 
Η Γερμανία δεν είναι προετοιμασμένη να αναλάβει ρόλο ηγέτη της ατλαντικής συμμαχίας, ρόλο που ιστορικά είχε η Ουάσιγκτον. Όμως είναι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, που ουσιαστικά την κρατάει ενωμένη. Στην πράξη, είναι το Βερολίνο, και όχι οι Βρυξέλλες, που έχει γίνει η πρωτεύουσα της Ευρώπης και ο εγγυητής της ευρωπαϊκής σταθερότητας. Και οι γερμανικές πολιτικές έχουν συνέπειες που φτάνουν πολύ πέρα από τα σύνορα της χώρας. 
Με τους ευρωσκεπτικιστές να κερδίζουν έδαφος στη Γαλλία και με τη Βρετανία να μπαίνει στην τροχιά του Brexit η Γερμανία παίρνει τη θέση του θεματοφύλακα των ευρωπαϊκών αρχών, ρόλο που δεν επιδίωξε αλλά και που, ιστορικά, δεν της ταιριάζει. Κάθε χώρα της Ευρώπης έχει συμφέροντα να διακυβεύονται στην προεκλογική καμπάνια της Γερμανίας.
 
Πόσο δεξιά θα πάει η Μέρκελ;
Οι άνευ προηγουμένου συνθήκες που αντιμετωπίζει η Ευρώπη θεωρείται ότι ήταν ένας από τους λόγους που η Μέρκελ αποφάσισε να κατέβει για μια ακόμη θητεία, παρότι έχει διατελέσει καγκελάριος επί σχεδόν 12 χρόνια. Παραμένει δημοφιλής, αν και το μεταναστευτικό κόστισε σε υποστήριξη και στην ίδια και στο κόμμα της. Κανένα από τα γερμανικά κόμματα δεν πρόκειται να συνεργαστεί με την AfD μετά τις εκλογές. Η AfD ξεκίνησε ως κόμμα διαμαρτυρίας κατά των γερμανικών προγραμμάτων διάσωσης των χρεωμένων χωρών της Νότιας Ευρώπης, αλλά τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σε απροκάλυπτο αντιευρωπαϊκό εθνολαϊκιστικό κόμμα που υιοθετεί τις θέσεις Τραμπ και Πούτιν. 
 
Προς το παρόν, η AfD έχει συγκεκριμένο «ταβάνι». Οι Γερμανοί πολιτικοί αναλυτές υπολογίζουν ότι θα συγκεντρώσει στην κάλπη μεταξύ 8% και 12%, με πιθανότητες να πάρει παραπάνω μόνο σε περίπτωση που υπάρξει τρομοκρατικό χτύπημα. Όμως η σχεδόν βέβαιη είσοδος της AfD στο Κοινοβούλιο θα σηματοδοτήσει μια «μαύρη» στιγμή για την πολιτική της Γερμανίας: πρώτη φορά μετά το 1949 ένα κόμμα στα δεξιά των CDU και CSU θα μπει στη Βουλή.
 
Όπως εκτιμά η εφημερίδα «Die Zeit», τα μεγαλύτερα θέματα της προεκλογικής ατζέντας θα αφορούν τα δεξιά του πολιτικού φάσματος: τη μετανάστευση, το ευρώ, την ευρωκρίση, την ασφάλεια και τις σχέσεις με τη Ρωσία. Το θέμα είναι πόσο μακριά (ή, μάλλον, πόσο δεξιά) είναι διατεθειμένα να φτάσουν το CDU της Μέρκελ και το CSU για να δελεάσουν ψηφοφόρους που θα στρέφονταν στην AfD. 
 
Θα κάνει η καγκελάριος περαιτέρω υποχωρήσεις στο μεταναστευτικό, όπως π.χ. μια απαγόρευση της μπούρκας (υπάρχει ήδη τέτοια πρόταση), ή θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τις μεταναστευτικές της πολιτικές; 
Θα «χαλαρώσει» τα λουριά στην Ελλάδα ή θα προχωρήσει με την ίδια ή και μεγαλύτερη αυστηρότητα; 
Θα υποστηρίξει περισσότερη αστυνόμευση; 
Πολλά θα κριθούν από το πώς θα προσεγγίσει αυτά τα θέματα. 
 
Δίχως όραμα για την Ε.Ε.
Ο Σουλτς, ο βασικός αντίπαλος της Μέρκελ, έχει φτιάξει το όνομά του στο Ευρωκοινοβούλιο, πράγμα ασυνήθιστο για Γερμανό πολιτικό. Ο δρόμος του Σουλτς προς τις Βρυξέλλες υπήρξε ανορθόδοξος. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια της εργατικής τάξης, προτίμησε – αντί να τελειώσει το σχολείο – να παίξει ημιεπαγγελματικά ποδόσφαιρο και έπειτα έγινε πωλητής βιβλίων. Μετά την προσχώρησή του στο SPD υπήρξε επί μια δεκαετία δήμαρχος μιας μικρής πόλης στα σύνορα με την Ολλανδία και έπειτα μετακινήθηκε στο Ευρωκοινοβούλιο στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Για τους Γερμανούς είναι ένα πρόσωπο που γνωρίζουν, αλλά δεν τον έχουν τεστάρει ως πολιτικό.
 
Εκτός από το να ανταγωνιστούν μεταξύ τους και να αντιμετωπίσουν την Ακροδεξιά, Μέρκελ και Σουλτς θα πρέπει επιπρόσθετα να πείσουν τους Γερμανούς ότι η Ε.Ε. έχει ένα βιώσιμο μέλλον. Αν οι Γερμανοί εγκαταλείψουν την Ε.Ε., τότε η Ένωση ουσιαστικά μένει βορά σε κάθε συμφέρον που την πολεμάει. 
 
Όμως ούτε η Μέρκελ ούτε ο Σουλτς δείχνουν να διαθέτουν ένα όραμα για το μέλλον της Ε.Ε. το οποίο να μπορούν να «πουλήσουν» στους Γερμανούς ψηφοφόρους. Και τελικώς θα πρέπει να «πουλήσουν» την Ε.Ε. εκτός Γερμανίας, δηλαδή στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η κυριαρχία της Γερμανίας στην Ένωση μεγάλωσε μετά την ευρωκρίση και συχνά θεωρείται ότι το Βερολίνο προωθεί τα δικά του συμφέροντα εις βάρος των άλλων κρατών - μελών. Μέτρα που θα μαλάκωναν αυτήν την εικόνα θα ήταν βήματα για να μετριαστούν τα μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας ή να επενδυθούν για να στηριχθούν οικονομίες εκτός Γερμανίας.
 
Πάντως, μεταξύ του Φεβρουαρίου και του Σεπτεμβρίου πολλοί παράγοντες θα μπορούσαν να ανατρέψουν την ευαίσθητη πολιτική ισορροπία. Μια νίκη της Λεπέν στις γαλλικές εκλογές, νέες προσφυγικές ροές, ένα τρομοκρατικό χτύπημα, μια κλιμάκωση στο μέτωπο της Ουκρανίας ή ακόμα και μια αποσκίρτηση του CSU από το CDU θα μπορούσαν να βυθίσουν τη Μέρκελ και το κόμμα της. 
 
Το έως τώρα σκηνικό κινούμενης άμμου εκτός Γερμανίας μάλλον βοηθάει την καγκελάριο, καθώς οι Γερμανοί αναζητούν μια άγκυρα σταθερής ηγεσίας. Τα tweets του καινούργιου Αμερικανού προέδρου Τραμπ καθημερινά προκαλούν ταραχή στους Γερμανούς. Και οι διαπραγματεύσεις για το Brexit πρόκειται να αρχίσουν την άνοιξη. Κατά τους Γερμανούς και ο Τραμπ και το Brexit απειλούν να διαλύσουν τη δυτική παγκόσμια τάξη εντός της οποίας ενσωματώθηκε επιτυχώς η μεταπολεμική Γερμανία, στηριγμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, στις οποίες υπολογίζουν οι Γερμανοί εξαγωγείς. 
 
Οι Γερμανοί σέβονται τον Σουλτς επειδή έχει καταφέρει να ξεπεράσει αρκετές δυσκολίες στη ζωή του. Αφότου υπέστη έναν τραυματισμό στο γόνατο που τερμάτισε το όνειρό του να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, ο Σουλτς έγινε αλκοολικός, όμως το ξεπέρασε και από το 1980 δεν πίνει καθόλου αλκοόλ. Ως προς την εκλογή του καγκελαρίου τους, όμως, οι Γερμανοί είναι πιθανόν να ποντάρουν, τελικά, στην επιλογή που βλέπουν ως την πιο ασφαλή, στην τωρινή καγκελάριό τους.
 
Είτε καταλήξουν να κυβερνούν μαζί, πάντως, είτε όχι, Μέρκελ και Σουλτς θα πρέπει να συναισθάνονται ότι η μοίρα της Ευρώπης πέφτει πάνω τους.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.