10/12/2018 05:28:48
30.8.2011

Κερασία Σαμαρά: «Μένω πιστή στους ηττημένους ήρωές μου»

Κερασία Σαμαρά: «Μένω πιστή στους ηττημένους ήρωές μου» - Media

Συνέντευξη στην Ιωάννα Μπλάτσου

Τη γνωρίζουμε όλοι ως μία από τις πιο ταλαντούχες και χαμηλών τόνων παρουσίες της θεατρικής μας σκηνής. Όμως, πέραν της υποκριτικής, έχει ασχοληθεί και ασχολείται με πλείστες όσες δραστηριότητες. Έχει φτιάξει το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στην Οίτη, έχει δουλέψει σε ανθοπωλείο, δίδασκε Βιολογία, είναι δασκάλα υποκριτι­κής στη σχολή Βεάκη, μεταφράζει, μαθαίνει γερμανικά, είναι τεταρτοετής φοιτήτρια στη θεατρολογία. Αυτό το καλοκαίρι, η Κερασία Σαμαρά πρωταγωνιστεί στην παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης «Ανθρώπινη φωνή» του Ζαν Κοκτώ, μία θεατρική - μουσική σύνθεση κειμένων του Γάλλου δραματουργού που περιλαμβάνει τέσσερα μονόπρακτα και μικρά αποσπάσματα από άλλα κείμενά του.

Λένε ότι το όνομα ενός ανθρώπου προσδιορίζει την προσωπικότητά του. Τι «λέ­ει» το δικό σας όνομα για σας;

Όντως, το όνομά μας έχει κάποια επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας και κατά κάποιον τρόπο προκαταλαμβάνει την εικόνα μας. Το δικό μου όνομα θα έλεγα ότι στους άλλους προκαλεί ένα είδος ευχάριστης περιέργειας και εμένα με κά­νει να νιώθω κάπως ξεχωριστή. Επίσης, με συνδέει λίγο πιο έντονα με την παράδοση και τις οικογενειακές μου ρίζες, αφού είναι το όνομα της γιαγιάς μου από το Κεραμίδι Μαγνησίας. Επιπλέον, έχει γίνει αφορμή για πολύ νόστιμα σχόλια, όπως: «Κερασία: και πολλά κεράσια και μεγάλο καλάθι» ή «εσύ δεν είσαι το κερασάκι, είσαι ολόκληρη η τούρτα». Φαντάζομαι θα υπήρξαν και άλλου είδους σχόλια που, όμως, ποτέ δεν έφτα­σαν στ’ αυτιά μου…

Αν κάναμε ένα πισωγύρισμα σ την παιδική σας ηλικία, ποιες έντονες μνήμες σας συνοδεύουν από τότε;

Κάπου μετά τη χούντα, στη δεκαετία του ’70, θυμάμαι μια Ελλάδα τρομερά φτωχή, αισιόδοξη, μπερδεμένη, γεμάτη ανθρώπους - σύμβολα ενεργούς ακόμη, αθώα, αφελή και αιμοστάλαχτη. Μια Ελλάδα που έφερε ζωντανά τα τραύματα από πολιτι­κές έχθρες. Θυμάμαι, στο δημοτικό, οι συμμαθητές μας απέφευγαν τους αριστερό­χειρες γιατί ήτανε, λέει, «αριστεροί». Θυμάμαι επίσης που παίζαμε πολύ – πάρα πολύ – μέχρι που έδυε ο ήλιος. Στις γειτονιές μας, ακουγόταν φανερά ο Τσιτσάνης και κρυφά ο Θεοδωράκης. Στους δίσκους στο πικ-απ έπαιζε το «Χάρτινο το φεγγαράκι» και «Ένα μύθο θα σας πω» και όλα αυτά συνυφασμένα με την καθημερινότητά μας και αδιαχώριστα μεταξύ τους. Όχι ότι αυτός ο κόσμος ήταν αντικειμενικά όμορφος, όμως τα πράγματα άλλαξαν τόσο ραγδαία μετά, σαν να αποχωριστήκαμε βίαια από ό,τι η Ελλάδα έφερε ως μνήμη μέχρι τότε. Αυτή την εποχή τιμώ και αποχαιρετώ στην «Άδεια Ποδηλάτου», που είναι μια παράσταση που επαναλαμβάνω συχνά, αφιερω­μένη στις ρίζες και τις καταβολές μου. Μετά, γίναμε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μέσα σε ελάχιστα χρόνια βρεθήκαμε σ’ έναν νέο κόσμο με νέο ήθος, πολλά χρή­ματα και μεγάλες ευκολίες. Θυμάμαι πόσο με είχε εντυπωσιάσει τότε, το πώς αυτή η νέα τάξη συμπεριφέρθηκε στους παλιότερους, στους γέροντες κυρίως. Πώς τους άφησε έκπληκτους, αβοήθητους να υπολογίζουν τις δραχμές τους σε ευρώ. Και τότε κατάλαβα ότι αυτή η νέα εποχή θα ήταν αμείλικτη. Και ότι δεν θα μπορούσε να κρα­τήσει για πολύ.

Τι κρατήσατε και τι αφήσατε πίσω, από την παιδική σας ηλικία, στον δρόμο για την ενηλικίωση;

Νιώθω σαν προίκα τη λαϊκή καταγωγή μου και τους απόηχους από τις μνήμες των γονιών μου. Το ήθος μιας άλλης εποχής ή τη μνήμη του ήθους της. Κράτησα τις αξίες και τα ιδανικά εκείνης της εποχής και όχι της δικής μας. Θυμάμαι πόσο είχα σοκαριστεί όταν πρωτοείδα αυτά τα φρικτά κατασκευάσματα τύπου reality στην τηλεόραση, όπου νικούσε αυτός που θα εξουδετέρωνε τους άλλους. Οι δικοί μας ήρωες ήταν ακρι­βώς αυτοί που αρνούνταν τον εαυτό τους για χάρη των άλλων! Οι επιφανειακά ηττημέ­νοι δηλαδή. Αυτοί που δεν «έδωσαν» κανέναν, όχι εκείνοι που επέπλευσαν ως φελλοί και δήθεν νίκησαν. Αυτή είναι η τεράστια διαφορά ανάμεσα στις εποχές: απαξιώθηκε η έννοια της αυταπάρνησης. Ίσως σ’ αυτό να φταίει και η απαξία κάθε συλλογικότητας μετά την αποτυχία του πολιτικού συστήματος. Εγώ πάντως μένω πιστή στους ηττη­μένους ήρωές μου. Γιατί πιστεύω ότι την αγαπημένη Ελλάδα τίμησαν δύο έννοιες που εκφράζονται με λέξεις «τσιφορικές»: η μπέσα και η τσίπα. Αυτά τα δύο, όταν χάθηκαν, σήμανε τέλος εποχής.

Ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη σε μια δύσκολη και οριακή εποχή σαν αυτή που βιώνουμε;

Η διαδικασία του να πέφτουν όλα τα φώτα πάνω σ’ έναν άνθρωπο επί σκηνής ενώ όλοι οι άλλοι μένουν στο σκοτάδι, τον καθιστά «ιερό σφάγιο», με την έννοια ότι γίνεται ο ίδιος είδωλο των θεατών. Είναι μεγάλη ευθύνη να γίνεσαι ο καθρέφτης του άλλου και μέσα από σένα να βλέπει τι πραγματικά σκέφτεται, πώς συμπεριφέρεται, τι εντύπωση δίνει, ποιες είναι οι κρυφές επιθυμίες του. Σε μια ιδανική κατάσταση, ο θεατής θα ’πρε-πε να φεύγει απ’ το θέατρο πιο σοφός όσον αφορά στη διαχείριση της ψυχής του. Και σε καταστάσεις όπως αυτή που ζούμε, η ευθύνη είναι μεγαλύτερη. Ο καλλιτέχνης πρέ­πει να στηλιτεύει, αλλά και να δείχνει κάποιον δρόμο διεξόδου. Κι όλα αυτά έμμεσα, δηλαδή μέσα από τα λόγια κάποιου άλλου, με τη φυσική του παρουσία ως μόνη άμεση προσωπική συμβολή.

Η τέχνη, το θέατρο είναι πολυτέλεια ή ανάγκη αυτή την περίοδο, όταν όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας βρίσκονται στα όρια της ανέχειας;

Ίσως σε τόσο ακραίες καταστάσεις όσο αυτή, που τα λεγόμενα «κοινά» έχουν αποτύ­χει, οι άνθρωποι να επαναπροσδιορίσουν την έννοια της συλλογικότητας και να στρα­φούν σε χώρους πιο υγιείς από την πολιτική των πολιτικών. Μπορεί το θέατρο ως χώ­ρος συγκέντρωσης και κοινής περισυλλογής να ξαναγίνει «πολιτική», όπως ήταν στην αρχαιότητα. Και ίσως αυτό να είναι γενικότερα μια λύση. Αν το καλοσκεφτείς, ο καλός πολίτης σήμερα θα έπρεπε να ταυτιστεί με τον καλό θεατή. Αντί να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε ξύλινους κυρίους που χαιρετούν από μπαλκόνια υποβασταζόμενοι και τηλεκατευθυνόμενοι, να γίνουμε περίσκεπτοι θεατές της ζωής μας και να στραφούμε με προσοχή και δέος στην ίδια μας την εικόνα επάνω στη σκηνή, για να μαντέψουμε πώς θα τελειώσει αυτό το έργο. Αν κάτσουμε όλοι μαζί στις κερκίδες, σιωπηλοί, ο ένας ακουμπώντας τον άλλον, αποφασισμένοι να πάψουμε για λίγο να είμαστε εμείς το κέντρο του κόσμου μας, τότε ίσως και να βρούμε έναν τρόπο να αντιμετωπίσουμε αυτή την παράνοια. Ας διδαχθούμε από το θέατρο. Είναι αναγκαίο αυτήν ακριβώς τη στιγμή.

Συχνά γίνεται αναφορά σ τα «θεατρικά κυκλώματα». Πισ τεύετε πως εσάς σας έχουν παρεμποδίσει απ’ το να κάνετε περισσότερα πράγματα στο θέατρο;

Λέμε «κυκλώματα» και στην ελληνική πραγματικότητα μπορεί να είναι δέκα φίλοι που μαζεύονται σ’ ένα εξοχικό και τα λένε. Κάποιες παρέες είναι, με κοινά οικονομικά συμφέροντα, εμπιστοσύνη μεταξύ τους, που ανοίγουν και κλείνουν πόρτες ανάλογα με τις διαθέσεις τους. Από παρέες βέβαια στο παρελθόν έχουν προκύψει και σπουδαία πράγματα. Εδώ όμως έχουμε δύο θέματα: πρώτον, ότι δεν έχουμε παντού το δικαίωμα να λειτουργούμε με την παρέα μας και, δεύτερον, ότι δεν γίνονται σπουδαία πράγμα­τα. Τώρα, για το αν παρεμποδίστηκα, μπορεί. Ή μπορεί απλώς στη θέση μου να προτι­μήθηκαν άλλα πρόσωπα, όπως συνέβη φαντάζομαι σε πάρα πολλούς συναδέλφους μου που δεν έτυχαν της αρεσκείας των διαμορφωτών του καλλιτεχνικού χώρου. Δεν ασχολούμαι με πράγματα που, ούτως ή άλλως, αδυνατώ να ελέγξω. Ας μην ξεχνάμε ότι έχει καταντήσει γραφικό, για να μην πω γελοίο, το γεγονός ότι στην Ελλάδα είμαστε όλοι ή υποτιμημένοι λόγω «κυκλωμάτων» ή υπερτιμημένοι λόγω «κυκλωμάτων» και πάλι. Την αληθινή αξία θα την αποδώσει μόνο η θεατρική επιμόρφωση του κοινού και η διαμόρφωση ουσιαστικού καλλιτεχνικού κριτηρίου. Εν τω μεταξύ, θα είμαστε έρ­μαια εμπορικών συμφωνιών. Γιατί η αισθητική διαμορφώνεται κι αυτό είναι το μεγάλο έγκλημα της πολιτικής των μέσων.

Καθώς τα πάντα περικόπτονται στην εποχή μας, ήταν αναπόφευκτο να γίνουν περικοπές και στις θεατρικές επιχορηγήσεις. Θεωρείτε πως οι επιχορηγήσεις είναι αναγκαίες για την επιβίωση της τέχνης του θεάτρου;

Είναι ίσως χαρακτηριστικό το ότι νιώθω πως η ερώτηση αυτή δεν με αφορά. Αυτό από μόνο του σημαίνει κάτι νομίζω. Και όχι κάτι προσωπικό. Θέλω να πω ότι κανονικά θα ’πρεπε να μας αφορά όλους… Κι όμως, πολύ συγκεκριμένοι άνθρωποι είναι, καλώς ή κακώς, συνδεδεμένοι με το θέμα αυτό. Άλλοι απ’ αυτούς δικαίως και άλλοι όχι.

Με το 90% των συναδέλφων σας να είναι άνεργο αυτή την περίοδο, πόσο ασφα­λής αισθάνεστε οικονομικά και καλλιτεχνικά για το μέλλον σας;

Καθόλου ασφαλής. Αλλά και πότε ένιωθα ασφαλής σ’ αυτή τη δουλειά; Έμενα, όπως και οι περισσότεροι συνάδελφοί μου, τρεις φορές τον χρόνο άνεργη και πολλές φορές για μήνες. Εμείς είχαμε κρίση ανέκαθεν.

Στα τέσσερα μονόπρακτα του Κοκτώ υποδύεστε κάθε φορά μια γυναίκα που είτε εγκαταλείπεται μέσα από ένα τηλεφώνημα, είτε βιώνει τον τρόμο της απόρρι­ψης, είτε αναζητά τον μεγάλο έρωτα. Σε προσωπικό επίπεδο, εσάς η απόρριψη σας καθηλώνει ή σας ενεργοποιεί;

Έχω τη σπάνια τύχη να μ’ εκτιμούν όλοι οι άνθρωποι που εκτιμώ. Για τους άλλους δεν με πολυνοιάζει κι έτσι η όποια απόρριψη εκ μέρους τους δεν με απασχολεί. Σε προσω­πικό επίπεδο, η απόρριψη με απομακρύνει αμέσως συναισθηματικά αντί να με ενερ­γοποιεί. Δεν την αντέχω μάλλον, γι’ αυτό.

INFO«Ανθρώπινη φωνή» από το ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης: 27/8 Παπάγου, 31/8 Βέροια, 4/9 Ηλιούπολη, 5/9 Λιβαδειά, 7/9 Τρίκαλα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.