16/01/2019 11:31:41
21.12.2009

Μπέτυ Αρβανίτη

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Από την κεντρική αίθουσα του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας ακούγεται ακόμα ο ήχος των τσεκουριών που ισοπεδώνουν τον «Βυσσινόκηπο». Όσο ο θόρυβος προοιωνίζεται τις μεγάλες αλλαγές, όχι μόνο για την πατρική περιουσία της Λιούμπα Ρανιέφσκι αλλά και για την ίδια τη Ρωσία, ακούγεται κι ένα εκπληκτικό μουσικό θέμα του Θοδωρή Αμπαζή. Ο Στάθης Λιβαθηνός που σκηνοθετεί, όπως κι όλος ο θίασος, βγαίνουν ένας ένας, σιγά σιγά, κάπως μουδιασμένοι. Είναι λόγω της κορύφωσης μιας από τις συγκλονιστικότερες σκηνές της εργογραφίας του Τσέχοφ; Ίσως και λόγω της κούρασης, ενόψει της πρεμιέρας... Η Μπέτυ Αρβανίτη έρχεται με τις δαντέλες και το ύφος της Λιούμπα. Τα δάκρυα που έχουν μουντζουρώσει το ρίμελ είναι πάντως σίγουρα δικά της. Ίσως αυτό θα πει θεατρική εμπειρία για μια πολύ καλή ηθοποιό: Όσο κι αν ξέρεις τι συμβαίνει, όσο προετοιμασμένη κι αν είσαι γι’ αυτό, να μπορείς να κλάψεις αληθινά. Χαμογελαστή και ήρεμη λίγο αργότερα, διευκρινίζει πως μέχρι σήμερα η θητεία της στον Τσέχοφ έχει καταμετρήσει την Ελένα στον «Θείο Βάνια», τη Μάσα στις «Τρεις αδελφές», την Αρκάντινα στον «Γλάρο». «Μου ’μενε η Λιούμπα και, επιτέλους, φέτος ήρθε κι αυτή» λέει. 

Η Λιούμπα είναι ένας δύσκολος ρόλος;

Μ.Α.: Αχ, Παναγία μου! Φρικτά δύσκολος και εξαιρετικά πολύπλοκος. Γι’ αυτό αγωνιώ.

Ο ήχος από τα τσεκούρια που ισοπεδώνουν τον «Βυσσινόκηπο» σας έκανε να κλάψετε...

Μ.Α.: Μα είναι η στιγμή που τελειώνουν τα ψέματα. Κι αυτή η προσγείωση είναι ξεριζωμός ζωής, σπλάχνων, ονείρων...

Αρκετοί μελετητές του Τσέχοφ έχουν γράψει ότι ο Βυσσινόκηπος είναι ένας κανονικός θεατρικός ήρωας.

Μ.Α.: Σαφώς είναι ήρωας του Τσέχοφ ο Βυσσινόκηπος. Είναι η παιδική ηλικία, η αγνότητα, οι ελπίδες, οι ψευδαισθήσεις. Είναι το τελευταίο έργο του Τσέχοφ και το σπουδαιότερο, κατά τη γνώμη μου. Το έγραψε λίγο πριν πεθάνει και μοιάζει σαν να το έγραφε ξέροντας τι θα του συμβεί. Κάτι περίεργο συμβαίνει μ’ αυτό το έργο. Έχει και μια άλλη, σχεδόν μεταφυσική διάσταση.

Ο ρόλος σας, η Λιούμπα, ποια είναι;

Μ.Α.: Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που ζει εντελώς παρορμητικά. Μπορεί να τη θεωρήσεις εξαιρετικά επιπόλαιη και εξαιρετικά ανόητη. Δεν είναι. Ξαφνικά λέει μικρά σοφά πράγματα που προκύπτουν από τον ποιητικό χώρο που έχει μέσα της.

Η Λιούμπα είναι ένας ρόλος απολύτως αντιθετικός με τον περσινό σας, την Κλερ του Ντίρενματ; Και οι δυο γυναίκες επιστρέφουν στα πατρικά τους, αλλά με εκ διαμέτρου αντίθετες προθέσεις.

Μ.Α.: Είναι δυο ηρωίδες απολύτως άσπρο-μαύρο. Ομολογώ ότι δεν το είχα σκεφτεί. Αλλά... ναι, είναι καταπληκτικό πως μερικά πράγματα συμβαίνουν, χωρίς να τα ’χεις σκεφτεί ή προγραμματίσει.

Αναρωτιόμουν, μια που είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζετε τον ρόλο της Λιούμπα, αν έχετε βρεθεί στη θέση της. Αναγκαστήκατε να αποχαιρετήσετε κάτι δικό σας που το χάσατε με έναν βίαιο τρόπο;

Μ.Α.: Ναι. Σε άλλο χώρο, εκτός θεάτρου, μου έχει συμβεί ένας πολύ βίαιος «ξεριζωμός». Ήθελε σοβαρή αντιμετώπιση κι αυτό έκανα. Κατά τα άλλα, κάποιοι μου λένε τώρα ότι μου πάει ο ρόλος. Ίσως γιατί έχω κι εγώ κάτι πολύ παρορμητικό.

Έχοντας παίξει τόσους ρόλους στο θέατρο, ποιον αγαπήσατε περισσότερο;

Μ.Α.: Μα οι ρόλοι είναι σαν τους εραστές και τις ερωτικές ιστορίες. Κάθε φορά νομίζεις ότι η τελευταία σχέση είναι η καλύτερη. Ξέρεις, όμως, κατά βάθος πως οι σχέσεις που σε προχωράνε είναι οι πιο δύσκολες.

Αυτή η νιρβάνα της οικογένειας της Λιούμπα στο τεράστιο κύμα αλλαγής που έρχεται έχει αντιστοιχίες στο σήμερα;

Μ.Α.: Σαφέστατα. Δεν το βλέπουμε καθημερινά; Συμβαίνουν κοσμογονικές αλλαγές, αλλά κανείς μας δεν τις παίρνει είδηση και όλοι συνεχίζουμε να ζούμε «σαν να...». Όλος αυτός ο καταναλωτισμός, η τάχα μου δήθεν ευτυχία δεν έχει καμία σχέση με ό,τι συμβαίνει σήμερα. Πιστεύω ότι οι μεγάλοι ευαίσθητοι της τέχνης δεν είναι μόνο μπροστά από την εποχή τους, είναι εντός της κάθε εποχής. Απλά οι άνθρωποι εξακολουθούμε να ζούμε στο παρελθόν και όχι στο παρόν. Δεν αντιλαμβανόμαστε τι συμβαίνει τώρα. Κι αυτό δείχνει ανάγλυφα αλλά και με τρυφερότητα ο Τσέχοφ.

Άρα «Βυσσινόκηπος» είναι και η σημερινή Ελλάδα;

Μ.Α.: Ούτε καν αυτό, γιατί δεν έχει πια αυτή την ομορφιά. Βεβαίως, αν σκεφτεί κανείς πως η πρόταση για τη σωτηρία μας είναι να κόψουμε αγροτεμάχια, να πουλήσουμε θέρετρα και να γκρεμίσουμε ό,τι υπάρχει, τότε, ναι, είναι «Βυσσινόκηπος» κι η Ελλάδα. Ή τουλάχιστον ήταν κάποτε.

Ο θόρυβος απ’ τα «τσεκούρια» ακούγεται όμως ακόμα...

Μ.Α.: Πολύ έντονα. Κι όλη αυτή η καταστροφή της φύσης υπέρ του κέρδους, όλη η κακογουστιά, τι άλλο είναι; Κι από την άλλη μεριά, αυτό το παρελθόν... Εγώ δεν έχω καμία αρχαιολαγνεία, αλλά αντιλαμβάνομαι πως αν κάτι έπρεπε να σεβαστούμε είναι αυτός ο πολιτισμός που υπήρχε κάποτε. Δεν εννοώ να καθίσουμε επάνω του, αμετακίνητοι. Αλλά, βρε αδελφέ, να φερθούμε με λίγο περισσότερη στοργή.

Μένουμε, όμως, πολύ στην ομορφιά αυτού που υπήρξε ο ελληνικός μας «Βυσσινόκηπος», χωρίς να βλέπουμε πώς έχει καταντήσει σήμερα.

Μ.Α.: Και τα τσεκούρια ακούγονται. Τέλος πάντων, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν καλύτερο να ακούγονταν υπέρ μιας καινούργιας ομορφιάς κι όχι υπέρ μερικών ακόμα αυθαιρέτων.

Στη σημερινή εποχή τι σας εξοργίζει;

Μ.Α.: Πάρα πολλά. Π.χ. δεν είναι εξοργιστικό, ούτως ή άλλως, το ποσοστό του προϋπολογισμού που αντιστοιχεί στον πολιτισμό; Είναι ένδειξη τριτοκοσμικής αντίληψης. 

Το γεγονός ότι έχετε χρόνια αυτό το θέατρο που έχει δώσει το στίγμα του, αλλά εξακολουθείτε να πασχίζετε για την επιβίωσή του, τι σας κάνει να σκέφτεστε;

Μ.Α.: Ότι τα πάντα στην Ελλάδα γίνονται μέσα από την ιδιωτική πρωτοβουλία και κυρίως απ’ ό,τι λέμε «ψώνιο» – και δεν ξέρω αν αυτό είναι με την καλή ή την κακή έννοια. Ευτυχώς, όμως, μερικά «ψώνια» στην Ελλάδα συντηρούν κάποιες δονκιχωτικές προσπάθειες. Εμείς έχουμε τον Βασίλη Πουλαντζά να μας στηρίζει. Τα άλλα θέατρα που δεν έχουν τέτοια δυνατότητα, τι κάνουν άραγε; Γιατί η κρατική αντιμετώπιση είναι εντελώς αστεία. Λόγου χάρη, τώρα μας χρωστούν τις επιχορηγήσεις από πρόπερσι. Αυτό ξεπερνά τη λογική. Ειδικά μάλιστα όταν συμβαίνει στην τέχνη, που το «τόσο μπορούμε τόσο κάνουμε» αναιρεί την ίδια τη φύση της.

Ωστόσο, συχνά ο πολιτισμός είναι η καραμέλα των ιθυνόντων.

Μ.Α.: Έτσι γίνεται πάντα. Αλλά για να δούμε τώρα... Πάλι έχουμε ελπίδες. Δηλαδή αυτό είναι... εντελώς «Βυσσινόκηπος». Είναι ψευδαισθήσεις. Κι όμως, πάλι ελπίζουμε. Και μετά «δεν» και «δεν» και πάλι, μέχρι να πεθάνουμε. 

Αυτές οι μέρες είναι αναταραχής, μέρες που κάποιοι ονόμασαν «Δεκεμβριανά» του 21ου αιώνα. Πώς το βλέπετε αυτό;

Μ.Α.: Κατανοώ πολύ καλά την αντίδραση των νέων. Από κει και πέρα τα πράγματα, όπως σε όλες τις περιπτώσεις, ξεφεύγουν από την ουσία. Αυτή δεν είναι ευκαιρία να τα σπάσουμε. Είναι ευκαιρία να ταρακουνηθούν κάποια πράγματα. Από την άλλη, καταλαβαίνω την πρωτογενή ανάγκη της νέας γενιάς να αντιδράσει. Εδώ που τα λέμε, τα νέα παιδιά δεν έχουν κανάλι να διοχετεύσουν την επιθυμία για καινούργιο, για μάχη και επανάσταση. Αλλά κι όταν αυτό γίνεται χουλιγκανισμός δεν οδηγεί πουθενά.

Πέρυσι, στο πλαίσιο αυτής της αντίδρασης, διακόπτονταν κάποιες θεατρικές παραστάσεις από νέους ανθρώπους οι οποίοι ήθελαν να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους.

Μ.Α.: Δυστυχώς δεν τα πιστεύω αυτά κι ας τα καταλαβαίνω. Μακάρι να μπορούσε κανείς με ένα χάπενινγκ ν’ αλλάξει τον κόσμο. 

Ο ρόλος της τέχνης επαναπροσδιορίζεται σε τέτοιες συνθήκες;

Μ.Α.: Δεν πιστεύω ότι η τέχνη φέρνει την επανάσταση. Διότι η τέχνη είναι εκ των πραγμάτων πιο μπροστά – και από τον μέσο όρο και από την επανάσταση. Ή τουλάχιστον οφείλει να είναι.

Στην Ελλάδα είναι πιο μπροστά;

Μ.Α.: Γενικώς, όχι. Υπάρχουν, όμως, κάποιες στιγμές που βλέπεις κάτι να λάμπει και να δείχνει προς μια κατεύθυνση. Συμβαίνουν πολλά καλά πράγματα στην Ελλάδα, αλλά δυστυχώς είναι όλα αποσπασματικά. Έρχονται σαν πυροτεχνήματα, χωρίς να βρίσκουν έδαφος να καλλιεργηθούν και να ανθίσουν. 

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν εκατοντάδες θεατρικές προτάσεις από παλαιότερους ή νεότερους «αλεξιπτωτιστές», «Δον Κιχώτες», αναγνωρισμένους, τα πάντα...

Μ.Α.: Καλό είναι αυτό. Εφόσον υπάρχει διάθεση κι επιθυμία, γιατί όχι;

Άραγε, σήμερα υπάρχουν πρόσωπα όπως π.χ. ο Βολανάκης, με τον οποίο εσείς γαλουχηθήκατε θεατρικά;

Μ.Α.: Ελπίζω να υπάρχουν. Και σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται και ψάχνουν. Ο Βολανάκης είχε βέβαια μια σφαιρικότητα. Ήταν τόσο πολύ αναγεννησιακός που δεν μπορώ να πω ότι έχω εντοπίσει κάτι ανάλογο σε κάποιον σήμερα. Αλλά αυτό είχε πιθανότατα να κάνει και μ’ εμένα, που τότε ήμουν πολύ μικρότερη. Επομένως, πιθανόν να υπάρχουν τέτοιοι καλλιτέχνες που θα εξελιχθούν. Π.χ. ένας άνθρωπος που εκτιμώ βαθύτατα είναι ο Λιβαθηνός. Είναι πολύ αφιερωμένος, ψάχνει πολύ, νοιάζεται πολύ και δεν είναι δήθεν. 

Συνεπώς, πέρα από το θέμα της κρατικής στήριξης, δεν εντοπίζετε άλλο πρόβλημα στο ελληνικό θέατρο;

Μ.Α.: Υπάρχει τον τελευταίο καιρό ένα μπέρδεμα μεταξύ σύγχρονης αντίληψης των θεατρικών πραγμάτων και μοντερνιάς. Εγώ τη μοντερνιά τη σιχαίνομαι. Το σύγχρονο, όμως, με αφορά. 

Δηλαδή; Έχετε δει παραστάσεις που σας έχουν εξοργίσει από το δήθεν;

Μ.Α.: Δεν έχω τόσο εξοργιστεί από το δήθεν κάποιων παραστάσεων, όσο από το δήθεν της αντιμετώπισης του κοινού: Ένα κομμάτι του είναι τόσο πολύ απαίδευτο που δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Έχω δει ανθρώπους να περιμένουν ν’ ακούσουν αγωνιώντας τι θα πει ο τάδε για να αποφασίσουν τελικά αν κάτι τους άρεσε ή όχι. Είναι τόσο ανελεύθερη συμπεριφορά! Και στις δικές μας παραστάσεις έχω δει ανθρώπους που παραληρούν από ενθουσιασμό, ενώ αντιλαμβάνομαι ότι δεν κατάλαβαν τι είδαν. Μου ’ρχεται να πω σε ορισμένους: «Αφού έβλεπα ότι κοιμόσουν, γιατί δεν μου λες την αλήθεια;». Είναι τραγική αυτή η ανασφάλεια και η αμάθεια.

Πού οφείλεται αυτή η στάση;

Μ.Α.: Στην έλλειψη παιδείας και σε μια επιθυμία να ανήκω κάπου, είτε αυτό λέγεται κουλτούρα την οποία δεν ξέρω είτε λέγεται glamour. Έτσι δημιουργούνται διάφορες κάστες, χύμα. Προς Θεού, δεν εννοώ ότι όλοι είναι έτσι. Αν δεν υπήρχαν οι συνειδητοποιημένοι, δεν θα υπήρχαμε κι εμείς.

Έτσι αντιμετωπίζουμε και το ξένο θέατρο;

Μ.Α.: Έχω δει ανθρώπους να παραληρούν π.χ. για κάποια ακραία πράγματα του γερμανικού θεάτρου που είδαν στο Φεστιβάλ Αθηνών. Μα δεν έχουν πάρει πρέφα. Κι οι ίδιοι μπορεί να δουν ένα αριστούργημα και να περάσει έτσι.

Έχετε ασχοληθεί πολύ με ό,τι ονομάζουμε, γενικά, κλασικό θέατρο. Τι λέτε για την τάση αποδόμησής του;

Μ.Α.: Αποδομείς κάτι για να οικοδομήσεις κάτι άλλο. Αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε δεν καταλαβαίνω την αποδόμηση. Έχω δει πολύ θέατρο, κι εδώ και στο εξωτερικό. Έχω δει εξαιρετικά πράγματα που δεν χρειάζεται να «συστηθούν». Αρκεί να αφήσεις τον εαυτό σου ελεύθερο και να μη σκέφτεσαι εξαρχής τι θα πρέπει να πεις όταν θα βγαίνεις από την αίθουσα. 

Υπάρχουν και στο ελληνικό θέατρο υπερεκτιμημένες περιπτώσεις;

Μ.Α.: Εμ, δεν υπάρχουν; Αλλά δεν πειράζει. Εγώ προσωπικά δεν αισθάνομαι να απειλούμαι από κάτι. Απλώς απορώ.

Είστε μια ηθοποιός που έγινε μια εποχή δημοφιλής μέσω του ελληνικού σινεμά, χωρίς αυτό να συντρίψει τη θεατρική σας πλευρά.

Μ.Α.: Ίσως γιατί το σινεμά δεν το πήρα ποτέ στα σοβαρά. Τότε ήταν κάτι πολύ ευχάριστο. Μια διασκεδαστική κατάσταση για εκείνη την ηλικία κι εκείνη την εποχή. Ποτέ όμως δεν αισθάνθηκα σταρ, παρ’ όλο που έκανα κι εγώ τα εξώφυλλά μου. Κι από τη στιγμή που βγήκα στο θέατρο είδα τη διαφορά. Αισθανόμουν ότι εκεί είναι το σπουδαίο κι όχι στο ελληνικό σινεμά. Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος είναι άλλωστε υπερεκτιμημένος. Εκτός από μερικές περιπτώσεις, το μόνο καταπληκτικό που είχε ήταν οι εξαιρετικοί κωμικοί. Κατά τα άλλα, τρίχες!

Το νέο ελληνικό σινεμά πώς σας φαίνεται;

Μ.Α.: Έχω αρχίσει να πιστεύω πολύ σ’ αυτό. Υπάρχουν παιδιά που μπορούν να τα πάνε εξαιρετικά καλά. Μου άρεσε πάρα πολύ, λ.χ., η τελευταία ταινία του Λάνθιμου. Επίσης, μου αρέσει πολύ ο Οικονομίδης. Παλαιότερα μου άρεσε πολύ κι ο Γιάνναρης. Βέβαια, δεν ξέρω όλους τους νέους κινηματογραφιστές, άρα κάποιους αδικώ. Είμαι όμως σίγουρη ότι το νέο σινεμά έχει μέλλον. 

Για τη φωτογράφηση αυτής της συνέντευξης δεν διστάσατε να παίξετε ακραία με την εικόνα σας. Με τα χρόνια εμείς έχουμε, ωστόσο, μια σταθερή εικόνα σας. Αυτή μιας πολύ καλής ηθοποιού του θεάτρου και μιας σκεπτόμενης αστής.

Μ.Α.: Οι ρίζες μου είναι πράγματι αστικές. Αλλά αυτό τι σημαίνει; Με ενδιαφέρει κι εμένα, όπως και κάθε ηθοποιό, να παίζω με την εικόνα μου. Εμένα ίσως ακόμα περισσότερο, γιατί αλλιώς βαριέμαι. Θέλω να δοκιμάζω πράγματα και να στήνω παγίδες στον εαυτό μου. Πιστεύω άλλωστε ότι κανείς μας δεν είναι μόνον αυτό που δείχνει. Υπάρχει πάντα και κάτι άλλο να ανακαλύψεις. Και κάτι ακόμα που δεν τελειώνει σχεδόν ποτέ.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.