19/10/2018 04:53:14
21.12.2009

Τσουνάμι

Χριστόφορος Παπακαλιάτης: Ο Φώσκολος την εποχή του ντιζάιν

Η διαφορά είναι πολιτισμική, αλλά στην ουσία αισθητική, αφού το πεδίο της ακαλλιέργητης πλειονότητας του ελληνικού κοινού διαφέρει πια μόνο στο πεδίο της αισθητικής. Με άλλα λόγια, ο Φώσκολος εκφράζει τη γενιά του σκρίνιου, ο Παπακαλιάτης τη γενιά του IKEA

Τι είναι ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, το νέο σίριαλ του οποίου, «Τέσσερα», κάνει επιτυχία; Ένας άνθρωπος που ξέρει τη συνταγή της επιτυχίας, θα πείτε. Σεναριογράφος και σκηνοθέτης και ηθοποιός, που στήνει σύγχρονες ιστορίες σε γυαλιστερά ολοφώτεινα περιβάλλοντα, ιστορίες τα δραματικά στοιχεία των οποίων περνούν σε δεύτερη μοίρα – και αυτό που κυριαρχεί είναι ο εντυπωσιασμός και, καμιά φορά, η επιτηδευμένη πρόκληση. Σύμφωνοι. Και, όσο κι αν σας φανεί παράξενο, στην πραγματικότητα ο κληρονόμος του Φώσκολου. Ποια ήταν η μεγάλη ικανότητα του Νίκου Φώσκολου στο σινεμά και, αργότερα, στην τηλεόραση; Η μεγάλη ευκολία να επινοεί απίθανες καταστάσεις, υπερβολές, τερατώδεις αυθαιρεσίες και, παρά τα λογικά αφηγηματικά χάσματα, τις ανακολουθίες, τους αναχρονισμούς, να καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του μεγάλου κοινού. Τμήμα του σταρ σίστεμ, ο Φώσκολος ήξερε τη δοσολογία: τόσο μελόδραμα, τόσο πομπώδης μπαρουφολογία, τόσο κλάμα, τόσο γέλιο, τόσο αστέρες του θεάματος. Ο Φώσκολος εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο το μεγάλο λαϊκό θέαμα, όπως διαμορφώθηκε μετά τα δεκαετία του 1960. Τα τελευταία χρόνια, μετά την απόσυρσή του, όλοι είχαν καταλάβει ότι είχαν πλέον αλλάξει και οι τρόποι με τους οποίους προσεγγίζεται το θέαμα. Ο κόσμος του Φώσκολου, οι συντηρητικές μετααγροτικές ελληνικές κοινωνίες, άρχισαν να μετασχηματίζονται ραγδαία. Όταν ξεκίναγε εκείνος δέσποζε το κοντογούνι, σήμερα είναι τρεντ η Βαλενσιάγκα. Το 1960, ο Αθηναίος ήταν φρεσκοφερμένος κι είχε το χωριό τιμή του και καμάρι του, σήμερα το χωριό είναι για τις γιορτές και τα καλοκαίρια, αλλά ο λίγο πιο περπατημένος ονειρεύεται να ζήσει στο μεγάλο παγκόσμιο χωριό – Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη… Αυτό το σήμερα βρέθηκε να το εκφράσει ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, και η αλήθεια είναι ότι τα καταφέρνει με την ίδια ευκολία που τα κατάφερνε και ο Φώσκολος. Φαινομενικά, τα δυο πρόσωπα και τα δυο αφηγηματικά ύφη έχουν βαθιές διαφορές. Υπάρχει, όμως, ένα ενοποιό χαρακτηριστικό που φέρνει πολύ πιο κοντά τους δυο ανθρώπους του θεάματος. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι η κενότητα του περιεχομένου τόσο του κόσμου του Φώσκολου όσο και εκείνου του Παπακαλιάτη. Τα έργα του Φώσκολου δέσποζαν ανάμεσα στους θεατές που δεν είχαν ειδικές απαιτήσεις από το θέαμα, τους αρκούσε ένα θέαμα παιγμένο με υπερβολές για να ταυτιστούν. Οι άλλοι, οι λίγοι, λακάγανε – προτιμούσαν Φασμπίντερ, Μπέργκμαν, Χίτσκοκ, Αγγελόπουλο… Το ίδιο συμβαίνει και με τον Παπακαλιάτη. Κι οι δικοί του θεατές ψάχνουν τον εντυπωσιασμό και την ταύτιση. Η διαφορά είναι πολιτισμική, αλλά στην ουσία αισθητική, αφού το πεδίο της ακαλλιέργητης πλειονότητας του ελληνικού κοινού διαφέρει πια μόνο στο πεδίο της αισθητικής. Με άλλα λόγια, ο Φώσκολος εκφράζει τη γενιά του σκρίνιου, ο Παπακαλιάτης τη γενιά του IKEA. Ο Φώσκολος είχε πιο ατμοσφαιρικούς φωτισμούς, στα σκοτάδια κρύβονταν οι ενοχές και τα κλάματα. Ο Παπακαλιάτης έχει φλατ φωτισμούς, οι ενοχές σήμερα κρύβονται στο ατσαλάκωτο πρόσωπο αυτών που ποζάρουν την επιτυχία τους στη ζωή, στη μάσκα που κρύβει απολύτως το συναίσθημα. Διότι στο σύστημα αξιών που δοξάζει ο Παπακαλιάτης μετράει πιο πολύ η πόζα.

AXINOI

1. «Ποθώ να είμαι εγώ / στάμπα από φως και ουρανό / απάνω στο κορμί σου / ό,τι κρυφό και φανερό / τραγούδι στη ζωή σου». Αυτό είναι το ρεφρέν της μεγάλης αγάπης του Τόλη Βοσκόπουλου προς την Άντζελα Γκερέκου, διά χειρός Ιωάννου Τζουανόπουλου, ο οποίος εστιχούργησεν το άσμα «Ποθώ». Μελίρρυτος και ποιητικός, με μια εσάνς ρομαντισμού, ο Τόλης επιστρέφει στη δισκογραφία, κι αυτή τη φορά ο ύμνος του έχει απήχηση στο πιο θεσμικό πεδίο του πολιτισμού. Οι τολισταί πανηγυρίζουν, όχι μόνο επειδή ο Τόλης μένει πιστός στο αισθητικό ιδανικό τους, αλλά και επειδή ο τίτλος του νέου δίσκου του γεμίζει ρίγη τους σινεφίλ εξ αυτών. Ε, ναι, λοιπόν! Ο νέος δίσκος του Τόλη έχει τον ίδιο τίτλο με την ωραιότερη ασπρόμαυρη ταινία του Βιμ Βέντερς «Το πέρασμα του χρόνου».

2. Φυσικά ποθώ τα πράγματα να ακολουθήσουν τη φυσική φορά τους, η ζωή στη χώρα να εξελιχθεί ομαλά, το ίδιο να συμβεί και στην ελληνική κουλτούρα. Ίσως τότε, μια ωραία ημέρα, να αναγνωρισθεί ένας άλλος θεσμός του αθάνατου ελληνικού πολιτισμού, η Άννα Βίσση. Προσδοκώ την πολιτική συγκυρία που ένας άλλος βάρδος θα αποτίει σπονδές στους θεσμούς που έρχονται. Το γκροτέσκο στην Ελλάδα δεν τελειώνει ποτέ.

Λία Παραλία

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.