22/09/2018 13:17:32

Άτομο, Κοινωνία, Πολιτική: προς ακύρωση αυτονόητων σχέσεων;

Στο συντριπτικώς μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του ανθρώπου, είναι φανερή η σχεδόν συνταύτιση του Ατόμου, της Κοινωνίας και της Πολιτικής. Συνταύτιση με την έννοια της ύπαρξης κοινού στόχου, στόχου που καθόριζε την καθημερινή ζωή και πρακτική. Αυτός μάλιστα ο στόχος προερχόταν από την εκάστοτε φιλοσοφική θεμελίωση ή θέσμιση των κοινωνιών: η Ιστορία δείχνει, με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι ζωτική ανάγκη του ανθρώπου ήταν – αλλά και είναι – η πρόσδοση νοήματος στη ζωή του, ο διακαής πόθος του προς υπαρξιακή του ολοκλήρωση, αναλόγως βεβαίως του πώς θεωρεί κάθε φορά την έννοια αυτή. Αυτή δε η ανάγκη του ήταν συχνά ζωτικότερη και από αυτήν του τη ζωή, ξεπερνούσε το ίδιο το ένστικτο επιβίωσής του. Σίγουρα πάντως βρισκόταν – και εξακολουθεί να βρίσκεται – επικεφαλής των προτεραιοτήτων του, καθόριζε δηλαδή τις προτεραιότητες της καθημερινής του ζωής.

Στους προϊστορικούς χρόνους οι κυνηγοί, που διακινδύνευαν καθημερινώς τη ζωή τους, πλήρωναν, δηλαδή έτρεφαν, τους «μάγους» της φυλής τους, αντίστοιχους με τους σημερινούς σαμάν, που δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά τελετές και ζωγραφιές στο βάθος των σπηλαίων – και μάλιστα σε σημείο που δεν έφταναν τα υπόλοιπα μέλη της φυλής. Γιατί; Μα γιατί θεωρούσαν πως αυτοί μπορούσαν να έρθουν σε επικοινωνία με το μη ορατό στοιχείο της πραγματικότητας, προσδίδοντας στις κοινωνικές αυτές ομάδες εμβέλεια ευρύτερη του εδώ-και-τώρα. Το ίδιο δηλαδή που δήλωνε πως έκανε και ο ζωγράφος Klee – όπως και όλες οι τέχνες, έτσι και οι μοντέρνοι καλλιτέχνες του ΧΧου αιώνα, διακήρυτταν ρητώς πως στοχεύουν με την Τέχνη τους στην προώθηση οντολογικών θέσεων. Αυτή δε η επέκταση της εμβέλειάς τους προς την όποια θεωρούμενη ως κοσμική πραγματικότητα ή Αλήθεια, εξυπηρετείτο με τον καλύτερο τρόπο και με τη μέριμνα της επέκτασής τους πέραν της αισθητής ζωής, με τους κατάλληλους προς τούτο τάφους, που αποτελούσαν και τα πρώτα οικοδομικά έργα. Στη νεολιθική περίοδο, όρθιοι λίθοι – τα menhirs – που κατασκευάζονταν σε ατέλειωτες λιθοσειρές ή λιθοστεφάνες με ιδιαίτερη συλλογική προσπάθεια και κόπο και που έφταναν τους 300 τόνους και τα 23 μέτρα ύψος, είναι αυτοί που με σαφώς κοσμικό συμβολισμό εξέφραζαν τις κοινωνίες και τους συλλογικούς της στόχους. Αυτοί οι όρθιοι λίθοι βεβαίως ούτε πρόσφεραν καλύτερο φαΐ, ούτε προφύλασσαν από το κρύο και τη ζέστη, ούτε και βρέθηκαν τέτοιου είδους «χρήσιμες», με τη σημερινή έννοια περί χρησιμότητας, κατασκευές.

Αναλόγως και οι προτεραιότητες των Αιγυπτίων, όπου έχουμε τις πρώτες σαφείς εικόνες περί οργανωμένων κοινωνιών με συλλογικούς στόχους, προερχόμενες από τη φιλοσοφική τους θεμελίωση, δηλαδή από τις επικρατούσες απόψεις περί Κόσμου και ρόλου του ανθρώπου μέσα σε αυτόν. Η κοινωνία ήταν οργανωμένη υπό τον Φαραώ, τον Φαραώ που επί χιλιετίες εξασφάλιζε τη σχέση της κοινωνίας του με τον Κόσμο, δηλαδή την ολοκλήρωσή της – και είναι αστείο να μιλάμε για τον κακό βασιλιά που καταπίεζε τον λαό. Η καθημερινή ζωή εκτυλισσόταν σε ατέλειωτες συλλογικές τελετές, ζωτικές για τις κοινωνίες: οι ψυχολόγοι της Gestalt μάς εξηγούν πολύ καλά πως οι τελετές δεν εκφράζουν παρά την επιθυμία των ανθρώπων να συμμετάσχουν ή να μεταφερθούν σε ένα υψηλότερο επίπεδο ύπαρξης. Αυτό αποτελούσε τον κύριο συλλογικό στόχο, γι’ αυτό και πρώτη μέριμνα του κάθε οικογενειάρχη ήταν η κατασκευή ανθεκτικού στον χρόνο τάφου για την οικογένειά του, αντίστοιχος και ο συμβολισμός των πυραμίδων.

Στην Ελλάδα ο Περικλής – που διακήρυξε πως στην Αθήνα θεωρούνται άχρηστοι οι μη ασχολούμενοι με τα κοινά – προτίμησε να φτιάξει την Ακρόπολη παρά ένα ωραίο παλάτι. Αυτό αποτελούσε για την κοινωνία – και γι’ αυτόν βεβαίως – συλλογικό στόχο, τον οποίο η «πολιτική» πρακτική όφειλε να υπηρετήσει.

Στην ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η χριστιανική διδασκαλία εισαγάγει μία νέα θεώρηση περί Κόσμου και Ανθρώπου, που συνεπάγεται νέα μορφή κοινωνίας, που εντοπίζει βεβαίως σε αυτήν τον νέο της συλλογικό στόχο, τη θέωση του Ανθρώπου. Η «πολιτική πρακτική» στοχεύει στην ικανοποίηση αυτού του συλλογικού στόχου της κοινωνίας, κύριο μέλημα η κατασκευή ναών, δηλ. των εκκλησιών των νέων αγαπητικών κοινωνιών .

Η νεωτερική περίοδος – σχηματικώς από την πτώση της Κωνσταντινούπολης – χαρακτηρίζεται από την εγκατάλειψη των παλαιότερων θρησκειών-οντολογιών. Ο παλαιότερος Κόσμος στον οποίο ο άνθρωπος είχε πρόσβαση προς υπαρξιακή του ολοκλήρωση ή σωτηρία, όπως έλεγαν οι χριστιανοί (εκ του σώος= ο σε απαρτία ευρισκόμενος, ο ολοκληρωμένος), χάνεται. Τη θέση του παλαιότερου λοιπόν Κόσμου παίρνει ένας χώρος γεωμετρικοποιημένος και άπειρος, χωρίς ιεράρχηση αξιών και όπου όλα του τα στοιχεία βρίσκονται στο ίδιο οντολογικό επίπεδο, μετά την επικράτηση της νευτώνειας φυσικής. Η συνεπής προς αυτήν δαρβίνεια θεωρία επιτείνει την απογοήτευση των ανθρώπων: ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα τυχαίο φυσικό συμβάν, καμία ελπίδα ευρύτερης εμβέλειας της ζωής του. Η αναγωγή της κατανάλωσης σε οντολογικό επίπεδο προέρχεται καταδήλως από τη νέα αυτή φιλοσοφική θεμελίωση της ανθρωπότητας. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντλήσουν νόημα υπάρξεως παρά μόνο μέσα στο στενό χρονικό περιθώριο μεταξύ ζωής και θανάτου, τουλάχιστον αυτή είναι η φιλοσοφική εισήγηση της νεωτερικότητας. Εδώ είναι λοιπόν που μπορεί να αναζητηθεί το νόημα της ευτυχίας, εδώ επικεντρώνεται και η φαινομενικά επικρατούσα διανόηση. Εδώ επικεντρώνονται και τα διάφορα κοινωνικοπολιτικά προταθέντα ιδεολογήματα που ήρθαν – εις μάτην – να αναπληρώσουν το οντολογικό κενό που προέκυψε από την οπισθοχώρηση των παλαιοτέρων οντολογιών, ιδεολογήματα που οδήγησαν στα πολιτικά προτάγματα, καλύτερα δημοκοπικά συνθήματα, τους δύο τελευταίους αιώνες.

Η νεωτερική διανόηση που αποστέρησε από τον άνθρωπο κάθε δυνατότητα, δηλαδή ελπίδας, αναζήτησης ευρύτερης εμβέλειας της ζωής του, ήταν μοιραίο να τον στρέψει στην αναζήτηση νοήματος ζωής και ατομικής ευτυχίας, εδώ-και-τώρα, μια και δεν υπάρχει εκεί και ύστερα. Αυτό βρέθηκε στην ηδονή της κατανάλωσης, αποδυναμώνοντας τους παλαιότερους μεγάλους συλλογικούς στόχους, τους οποίους η παλαιότερη πολιτική πρακτική προωθούσε. Οι παλαιότερες κοινωνίες που στόχευαν σε έναν κατ’ Αλήθεια βίο προς αναζήτηση μιας υπαρξιακώς ανώτερης εμβέλειας, πέραν δηλαδή των στενών οριζόντων του ορατού, μετετράπησαν σταδιακώς σε κάτι σαν εταιρικά σχήματα με σκοπό την αποκομιδή καταναλωτικών αγαθών και γήινης ευημερίας. Δεν είναι τυχαίο που στα λατινικά η κοινωνία ονομάστηκε societas, ίδια λέξη με την εταιρία, όπως στα γαλλικά sociétés και στα αγγλικά society, η νέα συλλογική ζωή κανονίζεται με εταιρικά συμβόλαια –δες τα διάφορα «κοινωνικά συμβόλαια» των 17ου και 18ου αιώνων. Οι παλαιότερες οντολογίες που υπήρξαν τα πεδία αναφοράς της ανθρωπότητας μετετράπησαν σε θρησκείες, που εισαγάγουν την έννοια της ηθικής ως κανονιστικές της καθημερινής ζωής αρχές, με πρώτο θύμα τον χριστιανισμό που τον θρησκειοποίησε η Δύση. Βεβαίως είχε τους λόγους της: για να επικρατήσει ειρήνη και να ελεγχθούν τα άτακτα εναπομείναντα βαρβαρικά στίφη της δυτικής και βόρειας Ευρώπης έπρεπε να εφευρεθεί ένας τιμωρός, που θα επέβαλλε, επί ποινή κολάσεως, την ειρήνη και μία κανονιστική ηθική, που σημειωτέον ως όρος ήταν ανύπαρκτος στη χριστιανική ορθοδοξία.

Στη Δύση λοιπόν και μέσα σε αυτό το κλίμα και με μια διαδικασία που κράτησε 4-5 αιώνες, πλάστηκαν τα μορφώματα των εθνών-κρατών, όπως παρουσιάζονται δηλαδή σήμερα τα δυτικά κράτη (πρέπει πάντως να πούμε πως κακώς τα μεταφράζουμε έτσι, ο όρος έθνος δεν ταυτίζεται με τον όρο nation). Πρόκειται σαφώς περί εταιρικών σχημάτων, societas, με αφεντικά, μάνατζερ, υπαλλήλους και απολυμένους, τους μη αρεστούς ή παραγωγικούς. Οι μεγάλοι συλλογικοί στόχοι του παρελθόντος αφήνουν τη θέση τους σε στόχους ολοένα και στενότερα ατομικούς, η πολιτική πρακτική μετατρέπεται σε διαχειριστική πρακτική αυτών των εταιρικών σχημάτων, ασκείται όμως και αυτή από ανθρώπους που δεν διαφωνούν φιλοσοφικά με την εποχή τους, άρα και αυτοί στοχεύουν στη στενή ατομική τους ευτυχία. Δεν είναι ανάγκη να αναφερθώ εδώ στη δήθεν αντιπροσωπευτικότητα της πολιτικής διοίκησης, είναι φανερό πως αυτή ολοένα και περισσότερο αποδεικνύεται πως πρόκειται περί φάρσας, είναι φανερό πως μέσω αυτής έχουμε οδηγηθεί σε μια νέου τύπου φεουδαρχία και σε μια νέου τύπου βαρβαρότητα.

Η φιλοσοφική θεμελίωση της νεωτερικότητας είναι λοιπόν αυτή που έχει νομοτελειακώς οδηγήσει στη χαλάρωση, αν όχι ακύρωση, των παλαιότερων δεσμών ατόμου, κοινωνίας και πολιτικής, στον βαθμό βεβαίως που αυτή η φιλοσοφική της πρόταση έχει καταστεί συνείδηση των λαών και εδώ βρίσκεται και ο αντίλογος, που θα ήθελα επίσης να παρουσιάσω: ανατρέχοντας στους νεωτερικούς χρόνους, εύκολα διαπιστώνουμε πως η «επίσημη» διανόηση δεν μπόρεσε να οικοδομήσει πεδίο αναφοράς της ανθρωπότητας, δεν μπόρεσε να οικοδομήσει νέα φιλοσοφική της θεμελίωση: Η αποστέρηση της ζωής κάθε βαθύτερου νοήματος επεκτεινομένου πέραν της χωρικής και χρονικής παρουσίας του «φυσικού» ανθρώπου δεν έγινε ποτέ πραγματικώς αποδεκτή. Δεν έγινε αποδεκτή μήτε καν από τους οπαδούς των λεγομένων αντι-μεταφυσικών ή υλιστικών ιδεολογιών: Λαμπρά μαυσωλεία αφιερώθηκαν π.χ. σε όλους τους κομμουνιστές ηγέτες, το μεγαλύτερο ταφικό μνημείο μετά τις πυραμίδες οικοδομήθηκε στη Μόσχα για τον Λένιν. Οι παλαιότερες οικουμενικές Παραδόσεις επιζούν στη σύγχρονη καθημερινή ζωή όλων των λαών, η δε σημερινή φιλοσοφική σκέψη και έρευνα – δηλαδή η Φυσική, που μετά τον θρίαμβο της νευτώνειας φυσικής πήρε αυτόν τον ρόλο παραιτουμένων από αυτόν των παραδοσιακών φιλοσόφων – φτάνει συχνά σε παρόμοια με αυτές οντολογικά συμπεράσματα. Τα παλαιότερα πεδία αναφοράς της ανθρωπότητας δείχνουν πως κατισχύουν των προταθέντων από τη νεωτερική διανόηση, το «κοινό και το κύριο των λαών» – αυτό για το οποίο μίλαγε ο Σολωμός, επιζεί στο συλλογικό ασυνείδητο των λαών – όπως το περιέγραφε ο Jung – και πιστεύουμε πως αυτό είναι τελικώς που σιωπηρώς και ανεπαισθήτως δημιουργεί την Ιστορία, εις πείσμα των πρόσκαιρων φαινομένων και ακόμα των πιο πρόσκαιρων εξουσιών. Όσον αφορά στη Δύση, δαιμόνιοι και εγκληματικοί πολιτικοί, εκμεταλλευόμενοι αυτήν τη ζωτική ανάγκη του ανθρώπου να συμμετάσχει σε συλλογικούς στόχους προς μεγάλα νοήματα, οδήγησαν τους πιστούς τους σε πράξεις «λογικά» αδιανόητες, από προσφορά της ίδιας τους της ζωής έως ειδεχθή εγκλήματα. Όσον αφορά στην Ανατολή, λαοί με διαφορετική φιλοσοφική θεμελίωση, άλλη αντίληψη περί της κοινωνίας και άλλη αντίληψη περί πολιτικής – και εξαιτίας αυτών – προελαύνουν δυναμικά στο παγκόσμιο στερέωμα και θα αποτελέσουν τους κύριους παράγοντες της μελλοντικής Ιστορίας – που δεν τελείωσε, όπως προανήγγειλε ο Hegel και επικύρωσε ο Fukuyama, αλλά θα συνεχιστεί εκεί.

Για να έρθουμε δε στα καθ’ ημάς, είναι φανερό πως η ίδια η ύπαρξη της σημερινής Ελλάδος οφείλεται στην ύπαρξη ενός υπερτοπικού και υπερχρονικού συλλογικού ασυνείδητου – ή «κοινό και κύριο» κατά Σολωμό – που διατηρήθηκε επί αιώνες, στήριξε τη Δύση στα οντολογικά της αδιέξοδα, δημιούργησε και θα εξακολουθεί να δημιουργεί Ιστορία, εις πείσμα των εμμονών των σε αγαστή συνεργασία ευρισκομένων πολιτικών και οικονομικών εξουσιών και των κάθε είδους κρατούντων.

Το αρχικό μας τελικώς ερώτημα παραμένει ως τέτοιο, δηλαδή ως ερώτημα, αν και, προσωπικώς τουλάχιστον, βλέπω ή θέλω να βλέπω τα πράγματα μέσα από μια πιο αισιόδοξη προοπτική.

O Δρ. Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων, Καθηγητής ΤΕΙ, Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού Αντικειμένων.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.