23/05/2017 20:40:38
17.5.2017 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1968 στις 11-05-2017

Η πόλη του Κωνσταντίνου

Η πόλη του Κωνσταντίνου - Media
Με την «τετραρχία», δηλαδή τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας από τέσσερις άνδρες, η αυτοκρατορία διαιρέθηκε ουσιαστικά σε δύο μεγάλα τμήματα, τα οποία διοικούνταν από δύο αυτοκράτορες που δρούσαν από κοινού μαζί με δύο ακόμα συγκυβερνήτες, οι οποίοι θα αναλάμβαναν πλήρη εξουσία μετά τον θάνατο των ηγεμόνων. Όμως, με την πρώτη ματιά γίνεται φανερό ότι οι ηγετικές φιλοδοξίες των αυτοκρατορικών γόνων, οι οποίοι αποκλείονταν από κάθε δικαιοδοσία, θα στέκονταν ο υπ’ αριθμόν ένα παράγοντας υπονόμευσης του συστήματος της τετραρχίας, που εγκαινιάστηκε από τον Διοκλητιανό προκειμένου να εξασφαλιστεί η ενότητα της αυτοκρατορίας στον αχανή ρωμαϊκό κόσμο. 
 
Έχοντας διαδεχτεί τον πατέρα του, Κωνστάντιο Χλωρό, που ήταν ένας από τους τέσσερις διορισμένους διοικητές της αυτοκρατορίας από τον Διοκλητιανό, ο Κωνσταντίνος ο Α’ ήταν ο πρώτος που αμφισβήτησε τη σταθερότητα της τετραρχίας. Αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του, το 306, τα στρατεύματά του τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του Λίκνιου, που ήταν αυτοκράτορας του πλούσιου ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας.
 
Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, τρεις στρατιωτικοί αρχηγοί βρέθηκαν να διεκδικούν ο καθένας για τον εαυτό του τον αυτοκρατορικό τίτλο στη Δύση. Τότε ήταν που άρχισε η πραγματική μάχη του Κωνσταντίνου, προκειμένου να κατακτήσει μόνος του την εξουσία της αχανούς αυτοκρατορίας. Αρχικά, κατεβαίνοντας νότια από την Αγγλία, ο Κωνσταντίνος πολέμησε και νίκησε τους άλλους δύο διεκδικητές της αυτοκρατορικής εξουσίας.
 
Το 312 έφτασε να αναμετρηθεί με τον Μαξέντιο, που ήταν ηγεμόνας της Ρώμης και της Ιταλίας στη Μουλβία Γέφυρα. Εκεί, ο Κωνσταντίνος πέτυχε μεγάλη νίκη και εισήλθε θριαμβευτής στην Αιώνια Πόλη, όπου τον υποδέχτηκε με τιμές η Σύγκλητος. Ο Κωνσταντίνος απέφυγε να ευχαριστήσει τους θεούς στον Βωμό της Νίκης για τη στρατιωτική του επιτυχία, όπως συνέβαινε κατά παράδοση από τους νικητές αυτοκράτορες που εισέρχονταν στην πόλη. Με αυτές τις στρατιωτικές επιτυχίες του, ο Κωνσταντίνος κατάφερε να γίνει αυτοκράτορας της Δύσης. Του έμενε πλέον να διαπραγματευτεί με τον Λίκνιο, τον αυτοκράτορα της Ανατολής, για τα ζητήματα της διοίκησης της αυτοκρατορίας. 
 
Κωνσταντίνος και Λίκνιος 
Οι δύο άνδρες συμφώνησαν να συναντηθούν το 313 στα Μεδιόλανα, όπου και επισφράγισαν την κοινή διακυβέρνηση ενοποιώντας την αυτοκρατορία με γαμήλια συμμαχία. Εκεί συμφώνησαν να εκδώσουν και το Διάταγμα της Ανεξιθρησκίας, γνωστό ως το Διάταγμα των Μεδιολάνων. Στο διάταγμα διακηρυσσόταν η ελεύθερη λατρεία όλων των θρησκειών, ανάμεσά τους και της σχετικά νεοσύστατης θρησκείας των χριστιανών. Βασική προϋπόθεση για την αναγνώριση όλων των θρησκειών ήταν η προσευχή για την ευημερία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και των αυτοκρατόρων της. Από τότε, οι χριστιανοί ανελλιπώς προσεύχονταν για το καλό και τη μακροημέρευση του εκάστοτε μονάρχη.
 
Ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Κωνσταντίνου, το βέβαιο είναι πως με την απόφασή του αυτή το 313 έκανε το πλέον αποφασιστικό βήμα για την αναγνώριση της χριστιανικής πίστης ως επίσημης θρησκείας της αυτοκρατορίας, που θα αποτελούσε το συνεκτικό υλικό για τη συνέχειά της. Παρ’ όλες τις συνεννοήσεις τους, Λίκνιος και Κωνσταντίνος επέδειξαν πνεύμα έντονης αντιπαλότητας, η οποία θα φτάσει έντεκα χρόνια μετά το κοινό Διάταγμα των Μεδιολάνων σε μια στρατιωτική σύγκρουση στην πόλη Χρυσούπολη, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου.
 
Ο νικητής Κωνσταντίνος συνέλαβε τον αντίπαλό του και τον εξόρισε στη Θεσσαλονίκη, όπου ύπουλα διέταξε τη δολοφονία του. Έτσι, το 324 ο Κωνσταντίνος έμεινε μόνος του αυτοκράτορας της δυτικής και ανατολικής αυτοκρατορίας, έχοντας διασχίσει έφιππος όλα τα μήκη και πλάτη του ρωμαϊκού κόσμο, ενός κόσμου που θα διοικούσε απρόσκοπτα πλέον άλλα δεκατρία χρόνια, μέχρι τον θάνατό του… 
 
Η νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας
Μετά τη νίκη και επί του τελευταίου του αντιπάλου και την ουσιαστική επιβολή της νέας χριστιανικής θρησκείας, ο Κωνσταντίνος αποφάσισε ότι η αυτοκρατορία χρειαζόταν μια πρωτεύουσα στην Ανατολή, που να βρίσκεται πλησιέστερα στον κύριο αντίπαλό της, που ήταν η Περσία και απειλούσε συστηματικά τα ρωμαϊκά σύνορα. Έτσι, έγιναν αρχικά σκέψεις για την Τροία, ωστόσο τελικά ο Κωνσταντίνος έκανε ακόμα μια ιστορικής σημασίας επιλογή να διαλέξει την αποικία που είχαν ιδρύσει οι Έλληνες τον 7ο μόλις π.Χ. αιώνα στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου.
 
Η πόλη του Βυζαντίου ήταν κτισμένη σε ύψωμα και διέθετε ένα ιδιαίτερα προστατευμένο λιμάνι στο Χρυσό Κέρας. Ο Κωνσταντίνος αντελήφθη την εξαιρετικά σημαντική στρατηγική σημασία του σημείου, καθώς το Βυζάντιο περιβαλλόταν από θάλασσα από τρεις πλευρές, βόρεια από το Χρυσό Κέρας, ανατολικά από τον Βόσπορο και νότια από τη θάλασσα του Μαρμαρά. Έμενε να οχυρωθεί επαρκώς με ένα τείχος η δυτική πλευρά της πόλης. Στο σημείο που βρισκόταν, το Βυζάντιο ήλεγχε πλέον τις πιο επικερδείς θαλάσσιες διαδρομές εμπορίου από τον μακρινό Βορρά (κεχριμπάρι, γούνες, ξυλεία) και από τη Μεσόγειο (λάδι, σιτηρά, πάπυρο, λινάρι και μπαχαρικά που έρχονταν από την Άπω Ανατολή). Εκτός αυτών, βρισκόταν σε εξαιρετικό σημείο για τις χερσαίες συναλλαγές Δύσης και Ασίας. 
 
Όπως ακριβώς ο Μέγας Αλέξανδρος, έτσι κι ο Κωνσταντίνος μεταμόρφωσε το ασήμαντο μέχρι τότε Βυζάντιο σε πρωτεύουσα, δίνοντας στην πόλη το όνομά του. Έτσι, γεννήθηκε η Κωνσταντινούπολη, που θα διαδεχόταν τη Ρώμη σε δόξα και θα την ξεπερνούσε σε μακροζωία και δύναμη. Όπως αναφέρει ο βυζαντινός ιστορικός Ζώσιμος, στις παραδοσιακές τελετές που πραγματοποιήθηκαν το 324 χαράχτηκε με άροτρο η γραμμή που όριζε τα νέα χερσαία τείχη, τα οποία τετραπλασίαζαν την έκταση της πόλης και μεγιστοποιούσαν το δυναμικό της τοποθεσίας, περικλείοντας μια περιοχή με έκταση περίπου οκτώ τετραγωνικών χιλιομέτρων.
 
Σχεδιάστηκαν πύλες στο δυτικό τείχος, καθώς και κατά μήκος της θάλασσας του Μαρμαρά και του Χρυσού Κέρατος. Έξι χρόνια οργιώδους οικοδόμησης χρειάστηκαν για να ολοκληρωθεί η πόλη του Κωνσταντίνου, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν στις 11 Μαΐου 330. Οι τελετές που ακολούθησαν ήταν αντάξιες του ιστορικού ρόλου που θα έπαιζε η πόλη. Όσοι είχαν το προνόμιο να κατοικούν στη νέα πρωτεύουσα, υιοθέτησαν το όνομα «Βυζαντινός» προς χάριν της παλιάς πόλης του Βυζαντίου, που έγινε το διακριτικό γνώρισμα των πολιτών της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, επικράτησε ο κάτοικος της Κωνσταντινούπολης να ονομάζεται «Βυζαντινός». 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.