12/12/2019 16:17:17
27.5.2017 / ΥΠΑΤΙΑ ΚΟΚΚΙΝAΚΗ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1970 στις 25-05-2017

Ο θρήνος για τη σφαγή

Ο θρήνος για τη σφαγή - Media

 

Αίμα και δάκρυα στη γη του Πόντου

Για μέρες περπατούσαν χωρίς νερό, χωρίς φαγητό, σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης. Γυναίκες, γέροι και παιδιά. Οι άνδρες ακολουθούσαν τα τάγματα εργασίας «Αμελέ Ταμπουρού» και οι περισσότεροι δεν άντεχαν την εξάντληση και την ασιτία, πέθαιναν. 
 
Στα «Αμελέ Ταμπουρού» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων. Υπήρχαν στιγμές που πίστευαν ότι η κατάσταση θα καλυτέρευε, αλλά υπήρχαν και μέρες που το αίμα και τα δάκρυα έλουζαν το χώμα που πατούσαν. Αυτοί ήταν Έλληνες του Πόντου.
 
Η γενοκτονία
Όλα ξεκίνησαν το 1915, όταν τα ευρωπαϊκά κράτη μπήκαν για τα καλά στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε, οι Τούρκοι ετοίμασαν ένα σχέδιο εκτουρκισμού της ευρύτερης περιοχής του Πόντου. Ένα σχέδιο που ξεκίνησε με εκτοπίσεις των Ελλήνων και Αρμενίων που κατοικούσαν στις περιοχές αυτές και συνεχίστηκαν με σφαγές. Δύο λαοί που οδηγήθηκαν σε γενοκτονία…
 
Άνδρες σφαγιάστηκαν στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας, ενώ τα γυναικόπαιδα εξορίστηκαν στα ενδότερα της Ανατολής. Επίσης, πολλοί κάτοικοι των περιοχών της Σινώπης και της Κερασούντας εκτοπίστηκαν στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας και έγιναν εξαναγκαστικοί εξισλαμισμοί.
 
Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει από τη μανία των Τούρκων γιατί είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον ρωσικό στρατό. Ύστερα από συνθηκολόγηση της Ρωσίας, τα στρατεύματα εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918. Μετά, ξέσπασε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος…
 
Σε μια Τουρκία υπό διάλυση το 1919, ο σουλτάνος καθαιρείται και αναλαμβάνει το κίνημα των Νεοτούρκων με επικεφαλής τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (σημ.: πατέρας των Τούρκων). Ο Κεμάλ επιχειρεί διά της βίας την απομάκρυνση όλων των ευρωπαϊκών δυνάμεων, και της Ελλάδας, αλλά και του ελληνικού πληθυσμού από τα τουρκικά εδάφη.
 
Στις 29 Μαΐου, ανέθεσε στον τσέτη Τοπάλ Οσμάν την αποστολή για μαζικές επιχειρήσεις κατά του τοπικού πληθυσμού του Πόντου και έτσι άρχισαν οι σφαγές, οι θηριωδίες και οι εκτοπίσεις των Ελλήνων στη Σαμψούντα και σε 394 χωριά της περιοχής. 
 
Το 1920, έγινε η πυρπόληση της Πάφρας και μαζική εξόντωση των 6.000 Ελλήνων που είχαν καταφύγει εκεί. Από τους 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Πάφρας και του Ααζάμ, το 90% δολοφονήθηκε, ενώ οι υπόλοιποι εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. 
 
Οι Έλληνες διανοούμενοι
Τον Νοέμβρη του 1921, γνωστοί Έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Άννινος, ο Καζαντζάκης και η γυναίκα του Γαλάτεια, ο Καμπούρογλου, ο Κορομηλάς, ο Μαλακάσης, ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Παλαμάς, ο Παπαντωνίου, ο Σικελιανός, ο Στρατήγης, ο Παντελής Χορν κ.ά., έγραψαν επιστολή καταγγελίας προς Ευρωπαίους και Αμερικανούς διανοουμένους, στην οποία αναφέρονται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στη σφαγή των Ελλήνων στον Πόντο, με στόχο να κινητοποιήσουν τη διεθνή γνώμη κατά των εγκλημάτων της Τουρκίας. Ολόκληρη η επιστολή έχει ως εξής: 
«Mετά βαθυτάτης συγκινήσεως οι συγγραφείς και καλλιτέχναι της Ελλάδος απευθύνονται προς τους διανοουμένους του πεπολιτισμένου κόσμου όπως γνωστοποιήσουν εις αυτούς την τραγωδίαν χιλιάδων οικογενειών του ελληνικού Πόντου. Ξηρά, εξηκριβωμένα και αναμφισβήτητα τα γεγονότα είναι τα εξής: Οι Τούρκοι εφόνευσαν όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της πόλεως Mερζιφούντος, αφού την ελεηλάτησαν και την επυρπόλησαν. Τους προσπαθήσαντας να διασωθούν ετυφέκισαν και εθανάτωσαν καταλαβόντες τας διόδους.
 
Mετετόπισαν όλον τον άρρενα πληθυσμόν των πόλεων Τριπόλεως, Κερασούντος, Ορδούς, Οινόης, Αμισού και Πάφρας και καθ’ οδόν κατέσφαξαν τους πλείστους εξ αυτών. Έκλεισαν εντός του ναού του χωρίου Έλεζλη εν Σουλού-Τερέ 535 Έλληνας και τους κατέσφαξαν, διασωθέντων μόνον τεσσάρων. Πρώτους έσφαξαν 7 ιερείς διά πελέκεως προ της θύρας του ναού. Απηγχόνισαν εν Αμασεία 168 προκρίτους Αμισού και Πάφρας. Εβίασαν όλας ανεξαιρέτως τας γυναίκας, τας παρθένους και τα παιδία των άνω πόλεων, τας ωραιοτέρας δε παρθένους και νέους έκλεισαν εις τα χαρέμια. Πλείστα βρέφη εφόνευσαν, σφενδονίζοντες αυτά κατά των τοίχων.
Οι υπογεγραμμένοι θέτουσι τα ανωτέρω υπ’ όψιν των διανοουμένων της Ευρώπης και της Αμερικής θεωρούντες ότι όχι μόνον τα γεγονότα ταύτα αλλά και η ανοχή αυτών αποτελεί πένθος της ανθρωπότητος.
Άννινος X., Αυγέρης M., Bλαχογιάννης I., Bώκος Γερ., Γρυπάρης I., Δούζας Α., Δροσίνης Γ., Zάχος Α., Θεοδωροπούλου Αύρα, Θεοτόκης Κ., Iακωβίδης Γ., Καζαντζάκης N., Καζαντζάκη Γαλ., Καμπάνης Αρ., Καμπούρογλους Δ., Καρολίδης Π., Κόκκινος Δ., Κορομηλάς Γ., Mαλακάσης M., Mαλέας Κ., Mένανδρος Σ., Nικολούδης Θ., Nιρβάνας Π., Ξενόπουλος Γρ., Παλαμάς Κ., Παπαντωνίου Z., Παράσχος Κ., Πασαγιάννης Κ., Πολίτης Φ., Πωπ Γ., Σικελιανός Άγγ., Σκίπης Σ., Στρατήγης Γ., Ταγκόπουλος Δ., Τσοκόπουλος Γ., Φιλλύρας Ρ., Xατζιδάκις Γ., Xατζόπουλος Δ., Xορν Π.».
 
Η γενοκτονία εκτιμάται ότι στοίχισε τη ζωή περίπου 326.000-382.000 Ελλήνων, ωστόσο αρκετοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι ο αριθμός των θυμάτων ξεπερνούσε τις 500.000.
Τα γεγονότα αυτά αναγνωρίζονται επισήμως ως γενοκτονία από το ελληνικό κράτος, τη Γερμανία, την Κύπρο, την Αρμενία, τη Σουηδία, ορισμένες ομοσπονδιακές δημοκρατίες της Ρωσίας, οκτώ πολιτείες των ΗΠΑ, την Αυστραλία, την Αυστρία, την Ολλανδία, αλλά και από διεθνείς οργανισμούς.
 
Η έλευση
Το μαρτύριο δεν τελείωσε για όσους κατάφεραν να επιζήσουν από όλα αυτά τα φριχτά γεγονότα και έφτασαν στην Ελλάδα. Οι Έλληνες μετακινήθηκαν από τα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου μέχρι την Κωνσταντινούπολη, περνώντας από αρρώστιες, πείνα, δίψα και εξάντληση. Εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Μακεδονία, τη Θράκη και τις περιοχές γύρω από την Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη.
 
Εκτός από την αδυναμία του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του απέναντι σε έναν ιδιαίτερα ταλαιπωρημένο λαό, που είχε πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς, και σε ένα τεράστιο πρόβλημα κοινωνικής προσαρμογής, αντιμετώπισαν και μια κοινωνία ιδιαίτερα επιφυλακτική, με τους ντόπιους να τους αποκαλούν «τουρκόσπορους» και «τουρκομερίτες» και να τους αντιμετωπίζουν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. 
 
Τελικά, με πολύ κόπο οι Πόντιοι κατάφεραν να ξεπεράσουν όλα τα εμπόδια και να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον, διατηρώντας μέχρι σήμερα τα ήθη και τα έθιμα του τόπου τους, σεβόμενοι τις ιστορικές μνήμες του Πόντου και μεταλαμπαδεύοντας την ιστορική συνείδηση κυρίως προς τους νέους.
 
Στις 24 Φεβρουαρίου 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στον Μικρασιατικό Πόντο», ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.