26/09/2018 08:59:02

Η μετάλλαξη της «τέχνης» και ο συνακόλουθος αποπροσανατολισμός μας από την Ιστορία του ανθρώπου και τα ουσιώδη ζητήματα της ζωής

 

 

Η παρακμή που βιώνουμε οφείλεται εν πολλοίς στην άγνοιά μας ή στη λανθασμένη θεώρηση της πραγματικής Ιστορίας του ανθρώπου. Αυτή η Ιστορία βρίσκεται εν πολλοίς αποτυπωμένη και σε «έργα-κιβωτούς», σε αυτά δηλαδή πού σήμερα αποκαλούμε έργα «τέχνης». Με απίστευτη όμως την άγνοια των αυτοπροσδιοριζόμενων και εξυπηρετούντων την καταναλωτική αγορά και χυδαιότητα, δήθεν ειδικών. Αυτά τα έργα αρκούνται στο να τα ταξινομούν δίκην αποθηκαρίων και τα ερμηνεύουν με τρόπο που προδίδει την ασχετοσύνη τους. Όπως είχε γράψει σε μια επιφυλλίδα του ο Γιανναράς, αν ρωτήσεις τους βουλευτές μας, συμπεριλαμβανομένων των υπουργών Πολιτισμού, γιατί τους αρέσει η Ακρόπολη, θα σου απαντήσουν με όρους που αδυνατούν να ερμηνεύσουν. Βεβαίως δεν λείπουν οι εξαιρέσεις, αλλά «ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη», πόσω μάλλον όταν η περιρρέουσα άγνοια επικρατεί κατά κράτος. Τούτο κάνει μεγαλύτερο κακό κι από τα χειρότερα οικονομικά και λοιπά πολιτικά νομοθετήματα: μας αποπροσανατολίζει από την ίδια την Ιστορία του ανθρώπου, δηλαδή από τους τρόπους που έγραψε Ιστορία και από τα ουσιώδη ζητήματα της ζωής, ενισχύοντας το οντολογικό κενό της εποχής μας.

Ας δούμε όμως τι ήταν η Τέχνη, αλλά και πώς νοείτο ο όρος αυτός στη συντριπτικώς μεγαλύτερη χρονική περίοδο της Ιστορίας, των τελευταίων αιώνων συμπεριλαμβανομένων, καίτοι μερικώς. Στα Ελληνικά, από εποχής Ομήρου, η «τέχνη» προέρχεται εκ του «τίκτω» και σημαίνει την ευφυΐα και την επιδεξιότητα στην εργασία ή επιτηδειότητα στο χέρι, στον Όμηρο λεγόταν για τον ναυπηγό, ενώ στον Αισχύλο και στον Σοφοκλή λεγόταν για τον μάντη. Χρησιμοποιήθηκε και με αρνητική σημασία, δηλώνοντας την πανουργία, ως «δολίη τέχνη»[i] . Ομοίως η «art» προήλθε από το λατινικό «ars» που σήμαινε επιδεξιότητα και τρόπο – δηλ. επιτηδειότητα (manière), καθώς και επάγγελμα (métier). Επίσης και η αντίστοιχη γερμανική λέξη «kunst» φαίνεται να προέρχεται από το «können» που σημαίνει «μπορώ», με τη σημασία της κατοχής γνώσεως και δεξιοτεχνίας-επιτηδειότητας.

Η Τέχνη (του) λοιπόν, υπήρξε το μέσον του ανθρώπου να ικανοποιήσει τους συλλογικούς αλλά και ατομικούς του στόχους. Τίποτε περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Οι οποίοι στόχοι ιεραρχούνταν, με ιεράρχηση εξαρτώμενη από τον τρόπο που νοηματοδοτούσε τη ζωή του, δηλαδή από τον τρόπο που έβλεπε την ίδια του την Ύπαρξη και τον Κόσμο μέσα στον οποίον βρέθηκε να ζει και από τον οποίον Κόσμο εξαρτιόταν – και εξαρτάται. Σε αυτήν την εξάρτηση κομβικός ήταν – και είναι – ο θάνατος.

Την πρωτοκαθεδρία στην κοινωνική εκτίμηση στην αρχαία Ελλάδα είχαν οι «ελεύθερες τέχνες». Αυτές οι τέχνες, που αποτελούσαν από την Ελλάδα μέχρι και τον Μεσαίωνα το πρόγραμμα παιδείας των νέων, ήσαν η Γραμματική, η Διαλεκτική, η Ρητορική, η Αριθμητική, η Γεωμετρία, η Αστρονομία και η Μουσική. Στις «ελεύθερες τέχνες» ανήκαν και όσες σχετίζονταν με αυτές, όπως η Φιλοσοφία, η Ποίηση και όποιες θεωρούσε κανείς κάθε φορά ως σχετιζόμενες. Ο Πλάτων, π.χ., έλεγε να φυλάσσουμε τα παιδιά από τους τραγικούς ποιητές, γιατί δεν προσφέρουν παρά ατελή μίμηση των προτύπων ιδεών, αλλά θεωρούσε την Αρχιτεκτονική ως υψηλοτάτη τέχνη, διότι κατασκεύαζε με γνώση, δηλαδή συνδεόταν με τα μαθηματικά. Σε αντίθεση, ο Αριστοτέλης δεν συμφωνούσε με τις επιφυλάξεις του δασκάλου του, θεωρώντας ακριβέστατες τέχνες –δηλαδή μαθηματικά ελεγχόμενες – τη ζωγραφική και την «αδριαντοποιία». Στον Μεσαίωνα αυτές οι «ελεύθερες τέχνες» χωρίστηκαν στο Trivium με τις τρεις ανωτέρω γλωσσικές επιστήμες και στο Quadrivium με τις ανωτέρω τέσσερις μαθηματικές επιστήμες. Μόλις στην Αναγέννηση η ζωγραφική, μετά τις σκέψεις του Alberti και του Leonardo, έγινε αποδεκτή ως ανήκουσα και αυτή στις «ελεύθερες τέχνες»[ii] , καθ’ όσον «προϋποθέτει σύνθετες επιστημονικές γνώσεις». Είναι προφανές πως τα διάφορα – όχι όλα, αλλά τα συντριπτικώς περισσότερα – βιβλία «Ιστορίας Τέχνης» είναι ελλιπέστατα, σε βαθμό που μας αποπροσανατολίζει και από την ερμηνεία έστω και αυτών των μορφών έργων τέχνης που εξιστορούν, που σε μεγάλο βαθμό εμπεριέχουν και όλες τις άλλες, τις σπουδαιότερες.

Από τον 18ο αι. και εξής, είναι που ο όρος «τέχνη» άρχισε να σημαίνει αποκλειστικά τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τη μουσική, το θέατρο και ό,τι άλλο εμείς σήμερα αποκαλούμε τέχνη, όπου βεβαίως και εδώ παρουσιάζονται διχογνωμίες. Η γιαγιά μας, π.χ., όταν μας έλεγε «μάθε τέχνη κι άσ’ τηνε» δεν εννοούσε μάθε ζωγραφική ή κεραμοποιία. Εν πάση περιπτώσει, σημασία δεν έχει τόσο η αλλαγή σημαινομένου της λέξεως «τέχνη». Σημασία έχει πως, αν μελετούσαμε σε βάθος γιατί οι Έλληνες έδιναν μεγαλύτερο κύρος στις «ελεύθερες τέχνες» και αν διερωτώμεθα γιατί οι άλλες αποκτούσαν κύρος στον βαθμό που συνδέονταν με αυτές, δεν θα χανόμαστε σήμερα σε ένα χάος θεωριών και ερμηνειών. Αυτό το χάος μας αποπροσανατολίζει των σκοπών όχι μόνο όλων των περασμένων μορφών τέχνης, αλλά και της ίδιας της ερμηνείας της ιστορικής διαδρομής του ανθρώπου, που αναζητούσε νόημα ζωής στη ζωτική γι’ αυτόν αναζήτηση της Αλήθειας.

Ο νέος τρόπος νοηματοδότησης της Τέχνης – με συνακόλουθο τον διαχωρισμό της, κατά τα λεξικά του 18ου αιώνα, από την «τεχνική» – και ο συνακόλουθος χαρακτηρισμός ως «καλών τεχνών» ορισμένων δραστηριοτήτων του ανθρώπου, σε αντίθεση με τις άλλες, καταδήλως προέρχεται από τη διαπίστωση ή προσδοκία ότι αυτές οι «καλές τέχνες» θα προσδώσουν στον άνθρωπο τη χαμένη του εμβέλεια. Οι φιλόσοφοι, τουλάχιστον αυτοί που δεν εγκατέλειψαν την οντολογία[iii], απεδόθησαν σε μια προσπάθεια αναβίβασης των δραστηριοτήτων που εφεξής αποκαλούν Τέχνη, σε ανώτερα επίπεδα σκέψης και πράξης, μη περιορισμένα από την επιδίωξη ατομικού οφέλους κατά τις επιταγές του νέου τρόπου ύπαρξης του ανθρώπου και του νέου φαντασιακού των κοινωνιών. Αναφερόμαστε στις προτάξεις της «νεωτερικότητας», που τυπικώς ξεκίνησε από τη λεγόμενη Αναγέννηση. Έτσι λειτούργησαν οι τέχνες αυτές, τόσο οι καταγεγραμμένες στην Ιστορία όσο και οι λιγότερο προβεβλημένες – αναφερόμαστε σε αυτό που αδοκίμως αποκαλούμε σήμερα λαϊκή ή, ακόμα χειρότερα, ανώνυμη τέχνη. Αποτελούσαν όλες απόρροια φιλοσοφικών θεωρήσεων ή των «κοινών και κύριων των λαών», όπως θα έλεγε ο Σολωμός. Όλες εν πολλοίς λειτουργούσαν απελευθερωτικά των νεωτερικών προτάξεων και των νεωτερικών υπαρξιακών δεσμεύσεων του ανθρώπου.

Ορισμένες «τέχνες» του 20ού αιώνα εντάχθηκαν στις προσπάθειες πολιτικών ιδεολογημάτων να αλλάξουν τον τρόπο θεώρησης και οργάνωσης των κοινωνιών. Οι περισσότερες όμως κινήθηκαν προς αναζήτηση της Αλήθειας πέραν των δεσμεύσεων του ορατού, αλλά και του νοητού, με τον περιορισμένο τρόπο αντίληψης του όρου αυτού. Αυτές τις Τέχνες άλλωστε κατέγραψαν και οι ιστορικοί, καίτοι σαφώς δεν μας έχουν εξηγήσει καλά τους λόγους αυτής της καταγραφής. Δεν εξηγείται αλλιώς η σημερινή απόλυτη σύγχυση και η χρήση της Τέχνης ως καταναλωτικού προϊόντος, αλλά και ακόμα χειρότερα, ως άλλοθι του επικρατούντος τρόπου ύπαρξης του ανθρώπου και των κοινωνιών του, τρόπου που μετά βδελυγμίας αποστρέφεται κάθε αναζήτηση ευρύτερης εμβέλειας της ζωής του. Η τέχνη αυτή μοιραίως καταλήγει σε α-νόητες κατασκευές, δηλαδή κατασκευές που στερούνται σημαντικού νοήματος, νοήματος από αυτά που μέχρι τώρα δημιούργησαν την Ιστορία του ανθρώπου. Οι κατασκευαστές τους προθύμως, ενοχικώς, αλλά και αυτοαμυνόμενοι, θεωρούν εαυτούς κάτι ξεχωριστό και ανώτερο από τους άλλους ανθρώπους, αυτοί οι άλλοι άνθρωποι πιέζονται να δεχτούν πως πράγματι έτσι είναι και οι επιχειρηματίες χρησιμοποιούν την όλη κατάσταση είτε προς άλλοθι των λοιπών δραστηριοτήτων τους είτε για καθαρά κερδοσκοπικούς λόγους. Κι εμείς τρέχουμε πίσω από τις διάφορες «Documenta» και άλλες δήθεν διεθνείς εκθέσεις, είτε γιατί έτσι μας έχουν πείσει ότι πρέπει να κάνουμε είτε γιατί ελπίζουμε μήπως και δούμε επιτέλους κάτι ζωοποιό. Μάλλον όμως εις μάτην: είμαστε εγκλωβισμένοι από τους επιτήδειους της αγοράς και της βασιλείας των αγραμμάτων.

* Ο Νικήτας Χιωτίνης, είναι Καθηγητής ΤΕΙ, Δρ Αρχιτέκτων/msc Φιλοσοφίας

 

 

[i] Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, H.G.Liddell-R.Scott.

[ii] E. Panofsky, «Idea: a concept in Αrt theory», Icon ed. 1968.

[iii] Ως ταυτιζόμενη αυτή και μόνο με τη Φιλοσοφία.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.