18/10/2018 13:54:01
28.12.2009

Μπα; Είναι και αυτό πολιτισμός;

Αιωνία η μνήμη του μπουζουκιού

Δεν υπάρχει σύγχρονο λαϊκό τραγούδι με μπουζούκια, πάει, πέθανε… Τελείωσε η παντοδυναμία του παρηγορητικού οργάνου. Δεν χολοσκάμε καθόλου, πάμε γι’ αλλού

Ας το χωνέψουν όσοι θρηνούν: η παντοδυναμία του ιστορικώς δικαιωμένου λαϊκού τραγουδιού, ας πούμε της δεκαπενταετίας 1955-1970, άρχισε να εμφανίζει ρωγμές ήδη από το ελαφρολαϊκό του ’70. Και σήμερα έχει καταρρεύσει χτυπημένη από αλλεπάλληλους σεισμούς. Στη μεταπολίτευση, στο δίσκο «Τα πέριξ», ο μέγας απών Μάνος Χατζιδάκις έβλεπε ότι το μπουζούκι κατάντησε «καλοντυμένο σαν λαϊκός αγαπητικός» – και είχε δίκιο. Οι δύο τελευταίοι «λαϊκοί» συνθέτες, με την έννοια ότι προέρχονταν από το λαό, μακριά από ωδεία, παρισινά κονσερβατουάρ και νυσταλέα βαρετούς «ηλιο-ανδριοπουλισμούς» (συγγνώμη για το αδόκιμο του όρου) ήταν ο μακαρίτης Άκης Πάνου και ο Χρήστος Νικολόπουλος. Ο πρώτος αναβόσβησε ένα πανίσχυρο φωτεινό σήμα για το πώς θα μπορούσε να είναι το τραγούδι με μπουζούκια και στιβαρό στίχο εάν δεν μεσολαβούσε η βαριά σκιά του λεγόμενου «έντεχνου». Ο δεύτερος ζει αλλά δεν βασιλεύει, έχοντας γράψει μάλλον το τελευταίο κεφάλαιο στο βιβλίο που άνοιξαν ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης και ο Χιώτης. Εκπληκτικό και παρηγορητικό υπήρξε το λαϊκό μας τραγούδι. Κατάκτηση του νέου ελληνικού πολιτισμού, όπως ο λόγος του Μακρυγιάννη και οι ζωγραφιές του Θεόφιλου. Αλλά πάει, πέθανε, καπούτ! Αιωνία του η μνήμη. Μίλησε για τους εργάτες, για τους μετανάστες (απ’ την Πτολεμαΐδα στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου, όχι από το Ντιγιαρμπακίρ στον Άγιο Παντελεήμονα Αχαρνών), για τους έρωτες, τα όνειρα και τις μικροχαρές των φτωχών: «πετραδάκι πετραδάκι, για τα σένα το ’χτισα». Ίσως η τελευταία του αναλαμπή να ήταν εκεί γύρω στο 1978-80, όταν ο δίσκος αναφοράς «Η εκδίκηση της γυφτιάς», του Ξυδάκη και του Ρασούλη, έφτιαξε ένα νόστιμο υβρίδιο «εντεχνο-λαϊκού» (άντε πάλι αυτοί οι γ…. όροι!) το οποίο έμελλε να κλειδαμπαρώσει την πόρτα. Μα τι σχέση έχουν όλα αυτά με το σήμερα; Καμία απολύτως. Τις προάλλες τρεις φοιτητριούλες δίπλα μου στο λεωφορείο συζητούσαν ενθουσιασμένες γιατί «το Σάββατο θα πάμε στα μπουζούκια» και μιλούσαν για τον Μαζωνάκη, τη Θεοδωρίδου, τη Βανδή, την Κοκκίνου και τον Κουρκούλη. Δηλαδή για ελαφρά εκτονωτικά τραγουδάκια στον απόηχο του κινηματογραφικού (για τους νεότερους τηλεοπτικού) διδύμου Πλέσσας - Δαλιανίδης. «Δεν μπορώ να καταλάβω αυτούς που επιλέγουν τα τραγούδια στο ραδιόφωνο. Αν κάποιος αγαπάει το λαϊκό τραγούδι, πού θα το ακούσει;» αναρωτήθηκε πρόσφατα ο Γιώργος Νταλάρας, καλλιτέχνης με βαριά διαδρομή, ο οποίος υπηρέτησε με πείσμα και γνώση το λαϊκό. Κάνει σαν να μη γνωρίζει την απάντηση: πουθενά δεν θα το ακούσει. Γιατί είναι νεκρό. Θα μείνει μόνο η γλυκιά ανάμνησή του σε κάποια μελωδικά και ενορχηστρωτικά γυρίσματα σύγχρονων τραγουδιών. Ενίοτε θα προκύπτει καμιά ενδιαφέρουσα διασκευή από νεότερους, ακριβώς όπως γίνεται και με τα ρεμπέτικα. Και ελάχιστοι αυθεντικοί, σαν τον Κορακάκη, θα επιμένουν κολλημένοι στην τραγουδοποιία «α λα παλαιά». Ο Καζαντζίδης, ο Γαβαλάς, ο Ζαμπέτας, η Καίτη Γκρέι, η Πόλυ Πάνου, η Μοσχολιού, όλοι οι λαμπροί αστέρες του περασμένου αιώνα σήμερα αποτελούν «επιρροή», όχι ζωντανό πράγμα. Συνεπώς δεν έχει νόημα να θρηνούμε γοερά. «Και το καινούργιο;» θα αναρωτηθεί ευλόγως κάποιος. Λοιπόν, το καινούργιο δεν περιλαμβάνει μπουζούκια. Κι αυτό δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό: έτσι είναι. Σήμερα η δισκογραφία πεθαίνει (στο διάολο, φραγκοφονιάδες!), αύριο θα πεθάνει και η τηλεόραση με την άθλια μορφή που την ξέρουμε (εδώ χρειάζονται χειρότερες βρισιές, ας όψεται η αυτολογοκρισία), αλλά η μουσική βρίσκεται παντού: στον υπολογιστή, στο Διαδίκτυο, στο mp3 player, στο κινητό, στο αυτοκίνητο, στο σινεμά, στα ερασιτεχνικά βιντεάκια, στους συναυλιακούς χώρους, μεγάλους και μικρούς, στη δουλειά, στην καθημερινή ζωή. Ηρωικές μικρές εταιρείες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, επιμένουν να κυκλοφορούν όλο και καλύτερους δίσκους. Οι δημιουργοί κοινωνούν τα έργα τους στις δημοφιλείς σελίδες κοινωνικής δικτύωσης όπως το myspace.com και το facebook.com. Οι αισθαντικοί νέοι (δεν πά’ να καταναλώνει σαχλαμάρες η μάζα…) κατασκευάζουν και ζουν τους δικούς τους μουσικούς, κινηματογραφικούς, λογοτεχνικούς και θεατρικούς μύθους. Όλοι αυτοί δεν χολοσκάνε καθόλου που το μπουζούκι πέθανε. Και πολύ κράτησε η παντοδυναμία του, την οποία βοήθησε και η τεχνολογία, αφού συνέπεσε με την βιομηχανοποίηση της ηχοληψίας και της διανομής των ηχογραφημάτων: σχεδόν ογδόντα χρόνια. Σε λίγες μέρες μπαίνουμε στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα. Πάμε γι’ άλλα.

Γιώργος Ι. Αλλαμανής [gallamanis@gmail.com]

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.