23/10/2018 14:06:21
28.12.2009

Τσουνάμι

Μιχάλης Χατζηγιάννης: Μη μου ξυπνάς το παρελθόν

Ποιο θα είναι το επόμενο ξαναζεσταμένο σουξέ; Ο «Τηλεφωνητής» ή το «Κρύψε με»; Μετεμψύχωση του Κώστα Καράλη ή του Γιάννη Πουλόπουλου; Μπαλαντοειδής κλάψα του 1980 ή του 1990;

Ο Μιχάλης Χατζηγιάννης είναι μουσικός και τραγουδιστής. Κύπριος. Νέος, ωραίος και είδωλο των μικρών ηλικιών. Όσοι ξέρουν την περίπτωσή του λένε ότι, αν και δεν τραγουδά με αξιώσεις να καταγραφεί στη φωνή του η κοινωνία, τραγουδάει σωστά. Ξέρει δηλαδή να αναδεικνύει το στίχο. Αν ήταν περίοδος άνθησης του ελληνικού τραγουδιού θα ήταν η αγαπημένη πέτρα σκανδάλου των δισκογραφικών εταιρειών – σε ένα βαθμό, άλλωστε, συνεχίζει να είναι, αφού συγκαταλέγεται στους τελευταίους «παραδοσιακούς»: πουλάει δηλαδή ακόμα CD, όπως πουλούσαν οι τραγουδιστές και την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα. Πώς τα καταφέρνει; Ακριβώς επειδή δουλειά του είναι ο μέσος όρος, η κοινοτοπία, η μπαναλιτέ. Οι μάζες που συγκινεί είναι οι αδιαμόρφωτοι καταναλωτές ειδώλων της διπλανής πόρτας. Οι προδιαγραφές του απόλυτου ειδώλου αυτών των ειδώλων: Έλληνας (ή Έλληνας από την Κύπρο), ωραίος, χαλαρός, δοτικός, ερωτικός, ελαφρός, λαϊκός. Η συνταγή είναι γνωστή. Μεταμοντέρνος Ντόνοβαν ή, καλύτερα, μεταμοντέρνος Ρουβάς. Συγκίνηση χωρίς συνείδηση. Συγχαρητήρια. Κι ύστερα; Ε, ύστερα η αγωνία, στη δύσκολη εποχή της δισκογραφίας, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης να συνεχίσει να αποτελεί εμπορική εξαίρεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι καλύτερες συνταγές ζητούν φαγητά ξαναζεσταμένα. Στη δισκογραφία, αυτό σημαίνει παλιά τραγούδια. Σουξέ και σουξεδάκια που κάτι μας θυμίζουν και τώρα θα γίνει προσπάθεια κάποια απ’ αυτά να βγουν στο προσκήνιο των επιτυχιών. Τραγούδια συνθετών όπως ο Πλέσσας, ο Τόκας, ο Σπανός, ο Χατζηνάσιος, ο Κραουνάκης, ο Μπουγάς, ο Βαρδής, αλλά και ο Μανώλης Χιώτης και ο Θάνος Μικρούτσικος μπαίνουν στα μικροκύματα, αλλάζουν ηχόχρωμα, εκσυγχρονίζονται και αναζητούν το νεότερο κοινό. Ποιο θα είναι το επόμενο ξαναζεσταμένο σουξέ; Ο «Τηλεφωνητής» ή το «Κρύψε με»; Μετεμψύχωση του Κώστα Καράλη ή του Γιάννη Πουλόπουλου; Μπαλαντοειδής κλάψα του 1980 ή του 1990; Η δισκογραφία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας κοσμογονίας. Οι σύγχρονες συνθήκες διάδοσης της νέας μουσικής στο Ίντερνετ έχουν μετατρέψει τα στελέχη της σε κομπάρσους. Τα πρόσωπα στους μηχανισμούς της που άλλοτε, όταν βρέθηκαν στην πρωτοπορία, άλλαξαν τους τρόπους με τους οποίους ακούγαμε μουσική και, ταυτόχρονα με τις μουσικές, άλλαξαν και τον τρόπο με τον οποίο σκεπτόμασταν τον κόσμο, σήμερα απλώς παραμένουν στα μετόπισθεν προσπαθώντας να συντηρήσουν ό,τι μπορεί ακόμα να συντηρηθεί. Στην πραγματικότητα, ζουν στο ηρωικό παρελθόν και το πουλάνε σε φέτες. Σε επανεκδόσεις, σε συλλεκτικές εκδόσεις για όσους αγαπάνε τα αρχεία και τις αναδρομές, σε φτηνές εκδόσεις που συνοδεύουν εφημερίδες και περιοδικά… Αλλά αυτό πάντα ήταν η νοσταλγία. Μια παθητική στάση που ανακαλούσε εξιδανικευμένο το παρελθόν. Για να μαθαίνουν μάλιστα οι νεότεροι, το παρελθόν ανακαλείται ως μύθος και γίνεται προσπάθεια να ντυθεί με τα ρούχα της εποχής μας. Η ατυχία του Μιχάλη Χατζηγιάννη είναι ότι, έτσι άχρωμος και μπανάλ που πρέπει να εμφανίζεται, στο «Κολάζ» τον υποχρεώνουν να ανακαλέσει κομμάτια άχρωμα, άγευστα και άοσμα. Μπορεί όμως να γίνει μύθος το πιο νερόβραστο κομμάτι του παρελθόντος; Μπορεί από τη συντήρηση να προκύψει επανάσταση; Μπα. Απλώς, η σούπα ξαναζεστάθηκε ακόμα μια φορά. Ύστερα βλέπουμε.

ΑΧΙΝΟΙ

1. Ο Γιάννης Μόραλης ήταν ο τελευταίος ζωγράφος που εξέφρασε το σημαντικότερο αίτημα της ελληνικής αστικής τάξης: εξιδανίκευσε την Ελλάδα της κλασικής αρχαιότητας όχι για να γιγαντωθεί η αυτοπεποίθηση των οπαδών της Ψωροκώσταινας, αλλά για να μπορεί η σύγχρονη Ελλάδα να νιώσει συγγενής της Ευρώπης – που επίσης αντλεί το σύγχρονο πρόσωπό της στο εξιδανικευμένο παρελθόν της κλασικής αρχαιότητας. Οπαδός του μέτρου, φίλος και συνεργάτης των σπουδαιότερων ελλήνων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα, έζησε τις τελευταίες δεκαετίες σε μια χώρα νεόπλουτων και αρπακτικών, που σχεδόν αγνοούσαν σε ποιον χρωστούσαν την αστική δόξα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Δεν πρέπει να ήταν αισιόδοξος για το μέλλον.

2. Ο Χρήστος Λαμπράκης ήταν ο πολιτικός παράγων που προσπάθησε να γίνει κοινό κτήμα η αστική κουλτούρα. Οι αξίες του δυτικού κόσμου, η δημοκρατική σκέψη, η παρακολούθηση της εξέλιξης των μεγάλων πνευματικών και καλλιτεχνικών κινημάτων της Δύσης από τα έντυπά του (τις εφημερίδες, αλλά και τις σημαντικές «Εποχές», που έβγαιναν μέχρι τη δικτατορία ως η αστική απάντηση στην αριστερή «Επιθεώρηση Τέχνης) ήταν το στοιχειώδες αυτονόητο που έκαναν τις εφημερίδες του τμήμα του ευρωπαϊκού έντυπου πολιτισμού – που μάλιστα ήταν γραμμένο στα ελληνικά. Η διάδοση της σοβαρής δυτικής μουσικής και η προσπάθεια που κατέβαλλε γι’ αυτό μέσα από το Μέγαρο Μουσικής ήταν μια άλλη, ανυπολόγιστης αξίας, συνεισφορά του. Ατυχώς, ούτε τη δική του συνεισφορά στη χώρα κατανόησε η περιρρέουσα κοινοτοπία. Ακόμα και σήμερα τον υμνούν, όχι με ζήλια ως έναν πνευματικό αναμορφωτή, αλλά με δέος, ως εκφραστή της εξουσίας που ασκεί ο Τύπος επί της πολιτικής. Ούτε κι αυτός θα πρέπει να ήταν αισιόδοξος για το μέλλον.

Λία Παραλία

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.