14/12/2017 08:02:30
10.8.2017 / ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1981 στις 10-8-2017

Τα παιδ(ε)ία παίζει

Τα παιδ(ε)ία παίζει - Media

 

Πολύ χαμηλής στάθμης είναι, κατά κανόνα, το επίπεδο και η θεματολογία της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα. Όμως η κενότητα και η ανοησία των τελευταίων εβδομάδων και ημερών έχουν, κυριολεκτικά, χτυπήσει κόκκινο.

Λίγο η έλλειψη επικαιρότητας, λίγο η ανάγκη κομματικών επιτελείων να συντηρήσουν την πολιτική ένταση εν μέσω διακοπών, λίγο οι χαμηλές πολιτικές πτήσεις της εποχής, και το αποτέλεσμα είναι κόμματα και ΜΜΕ να εκστομίζουν σοβαρά και επί ώρες απίστευτες παπαρολογίες περί σημαιοφόρων, στρατιωτικής θητείας υπουργών και άλλων παντελώς αδιάφορων για την ελληνική κοινωνία θεμάτων. Με ολίγη καθημερινά από... Βενεζουέλα και με εβδομαδιαίες δόσεις ξεθυμασμένης Βαρουφακειάδας.

♦   Προφανώς η κυβέρνηση θεωρεί ότι, με τριτεύουσας σημασίας ρυθμίσεις σε θέματα Παιδείας, θα δώσει «αριστερό στίγμα» εντός του ΣΥΡΙΖΑ και θα εκθέσει στα μάτια του «μεσαίου χώρου» τη Ν.Δ., η οποία καθημερινά δίνει ρεσιτάλ παλαιοδεξιάς νοοτροπίας.

♦   Προφανώς η αξιωματική αντιπολίτευση θεωρεί ότι, με εμφυλιοπολεμικές κραυγές, θα εκθέσει στα μάτια του ίδιου κοινού τους συριζαίους ως... «αντεθνικά στοιχεία» και ξεφωνημένους μαδουριστές.

Πιθανόν και οι δύο να έχουν δίκιο, ανάλογα με το κοινό στο οποίο - πιστεύουν ότι - απευθύνονται, όμως είναι τόσο ανυπόφορο το θέαμα, ώστε πραγματικά να απορούμε για το αν έχει μείνει έστω κι ένας θεατής στην πλατεία.

Αλλού γι’ αλλού

Μιλώντας για την Παιδεία, είναι εκπληκτική η πλήρης απουσία κάθε συζήτησης για το επίπεδο και το περιεχόμενο των σπουδών και για τα όποια σχετικά σχέδια παρέμβασης. Άλλωστε, στην Ελλάδα εδώ και δεκαετίες η συζήτηση εξαντλείται σε θέματα διοίκησης, στον καυγά περί ιδιωτικού και δημόσιου χαρακτήρα και στον τρόπο εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Όχι ότι όλα αυτά στερούνται εντελώς σημασίας, αλλά το πραγματικά επείγον είναι το τι ακριβώς θα σπουδάσουν τα παιδιά μας και αν θα μπορούν να επιβιώσουν στην αρένα της πραγματικής οικονομίας όταν θα βγουν στην αγορά εργασίας.

Καμιά συζήτηση επίσης δεν γίνεται για το ποια θα πρέπει να είναι η σχέση της Παιδείας με την αγορά εργασίας ή τι γίνεται με την έρευνα και την καινοτομία, οι οποίες είναι εξαιρετικά παραμελημένες σε μια χώρα η οποία είναι υποχρεωμένη να εισάγει καινοτομικά στοιχεία σε όλο το φάσμα της οικονομίας της προκειμένου κάποια στιγμή να ορθοποδήσει.

Πάντως, όποιος πιστεύει ότι η Παιδεία και η οικονομία είναι δύο άσχετα μεταξύ τους αντικείμενα, καλά θα κάνει να αναρωτηθεί ποιο είναι το μέλλον παραδοσιακά υψηλής προτεραιότητας επαγγελμάτων, όπως των γιατρών, των μηχανικών, των δικηγόρων κ.λπ., όταν από τη μια πλευρά η κρίση οδηγεί τους επιστήμονες στη μετανάστευση ή την απόσυρση και όσοι παραμένουν βλέπουν το 60% των εισοδημάτων τους να καταλήγει στο κράτος με τη μορφή φόρων και εισφορών.

Θα είχε επίσης αξία να αναρωτηθούν πώς διάβολο είναι δυνατόν να γίνεται ακόμη και η ελάχιστη αναφορά στην «παραγωγική ανασυγκρότηση» χωρίς σχέδιο και χωρίς το ανάλογο επιστημονικό και τεχνικό δυναμικό για να τη στηρίξει. Γιατί, για παράδειγμα, η τεχνική εκπαίδευση είναι σχεδόν εγκαταλελειμμένη;

Ποια ανασυγκρότηση;

Ποια συζήτηση, όμως, να γίνει για την Παιδεία όταν το - κατά κοινή ομολογία - υψηλής εκπαίδευσης ανθρώπινο δυναμικό της χώρας είναι άνεργο είτε επειδή επαγγέλματα απαξιώθηκαν είτε επειδή οι τομείς της οικονομίας στους οποίους θα μπορούσαν να απασχοληθούν παραμένουν δραματικά στάσιμοι;

Το είδος της συζήτησης που θα πρέπει να γίνει στην Ελλάδα για την Παιδεία και την οικονομία προσδιορίζεται εν πολλοίς από τα εξής στοιχεία - και όχι μόνο από αυτά ασφαλώς:

♦  Η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες εμφανίζει τραγική οπισθοχώρηση του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, υστέρηση στους τομείς της πληροφορίας, χαμηλό επίπεδο υπηρεσιών και μοναδικό της επίτευγμα την έκρηξη του τουρισμού, κατά ένα μέρος για συγκυριακούς -γεωπολιτικούς - λόγους.

♦  Οι δημόσιες επενδύσεις αποτελούν το τραγικότερο θύμα των περικοπών κονδυλίων μαζί με την έρευνα και την Υγεία ώστε να επιτυγχάνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι στην εποχή των μνημονίων.

♦  Η πολυσυζητημένη στροφή στην καινοτομία είναι τόσο χαμηλής έντασης και τόσο περιορισμένη ως προς την έκταση της οικονομίας και της παραγωγής, ώστε δεν μπορούμε να είμαστε ιδιαιτέρως υπερήφανοι για τη χώρα μας.

♦  Η όποια συζήτηση για την τόνωση του πρωτογενούς τομέα δεν μπορεί να αγνοεί ότι, αν χρειάστηκαν 65 περίπου χρόνια προκειμένου από τους δύο εκατομμύρια αγρότες του 1950 να απομείνουν μόλις 550.000 το 2016, τότε, για να δούμε μια πραγματική και βιώσιμη ανάκαμψη, θα χρειαστούν μια τεράστια αγροτική μεταρρύθμιση, μια ταχύτατη τεχνολογική στροφή, μια ενδελεχής διερεύνηση των παγκόσμιων αγορών και τουλάχιστον μια ολόκληρη γενιά.

♦  Η όποια συζήτηση για τον δευτερογενή τομέα δεν μπορεί να αγνοεί ότι η βιομηχανία και η μεταποίηση σχεδόν εξαφανίστηκαν, αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τον διεθνή ανταγωνισμό από τις χώρες χαμηλού, κυρίως, κόστους. Ούτε μπορεί να παραβλέπει ότι απαιτείται, τώρα κιόλας, να εντοπιστούν οι κλάδοι με υψηλή προστιθέμενη αξία, στους οποίους η Ελλάδα θα μπορούσε να αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα. Ώστε, σε αρκετά ίσως χρόνια, να δει το παραγωγικό αποτέλεσμα.

Αν όμως τίποτε από αυτά δεν συζητιέται, πώς θα γίνει η ακόμη πιο βαριά συζήτηση για την ανασυγκρότηση των θεσμών και του κράτους; Αν οι μεν θεωρούν μεταρρύθμιση την κλήρωση για τους σχολικούς σημαιοφόρους και οι δε φαντασιώνονται ότι ζουν την επαύριον του εμφυλίου, τότε... καληνύχτα και καλή τύχη.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.