19/11/2018 18:46:22
21.8.2017 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1982 στις 17-08-2017

Το «γερμανικό δίλημμα» είναι... πυρηνικό!

Το «γερμανικό δίλημμα»  είναι... πυρηνικό! - Media

 

Ενώ ΗΠΑ και Β. Κορέα τραβάνε το πυρηνικό «σχοινί», το Βερολίνο ξυπνά ιστορικούς φόβους

Η εκλογή Τραμπ μπέρδεψε ολόκληρη την Ευρώπη, ειδικά το Βερολίνο. Οι Γερμανοί πολιτικοί δεν ήξεραν πώς να ερμηνεύσουν την εχθρική στάση του απέναντι στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, αλλά και τον προφανή – και πρωτοφανή – εναγκαλισμό του με τη Ρωσία. 
 
Στο Βερολίνο άρχισε να γίνεται σαφές ότι οι εποχές που η Γερμανία μπορούσε να βασίζεται στις ΗΠΑ για την άμυνά της είχαν παρέλθει και πρέπει να αρχίσει να φροντίζει η ίδια για τον εαυτό της. Αυτοί οι φόβοι έδωσαν ζωή σε μια παλαιότερη ιδέα: μια ευρωπαϊκή πυρηνική δύναμη αποτροπής! Ζήτημα που γίνεται μείζονος σημασίας, ειδικά από τη στιγμή που το θερμόμετρο ανεβαίνει επικίνδυνα μεταξύ ΗΠΑ - Β. Κορέας. 
 
Μόλις λίγες μέρες μετά την εκλογή Τραμπ ο Ρόντριχ Κίζεβετερ, ανώτερο στέλεχος του CDU της Άνγκελα Μέρκελ, δήλωσε πως, αν οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν πια να προσφέρουν πυρηνική ασπίδα, η Γαλλία και η Βρετανία θα πρέπει να ενώσουν τα πυρηνικά τους οπλοστάσια για την Ευρώπη με χρηματοδότηση από έναν κοινό στρατιωτικό προϋπολογισμό της Ε.Ε. 
 
Όμως η επικείμενη έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε. κινητοποίησε πολλούς στο Βερολίνο να προτείνουν ένα γερμανικό πυρηνικό οπλοστάσιο αποτροπής, που συν τοις άλλοις θα απομάκρυνε τις αμφιβολίες για τις εγγυήσεις της Αμερικής, όπως έγραψε και η «Frankfurter Allgemeine Zeitung». 
 
ΗΠΑ - Β. Κορέα
 
Στην κόντρα ΗΠΑ - Β. Κορέας το Βερολίνο, αν και ιδιαίτερα ανήσυχο, κρατάει μετριοπαθή στάση. Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση «αληθινά σοβαρή», κάλεσε τους Βορειοκορεάτες και τους Αμερικανούς να επιδείξουν «αυτοσυγκράτηση» μετά «την κλιμάκωση στις δηλώσεις» ανάμεσα στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και την Πιονγιάνγκ, που αλληλοαπειλήθηκαν με στρατιωτικά αντίποινα: «Η στρατιωτική οδός δεν μπορεί να είναι λύση».
 
Η Μέρκελ τόνισε ότι «η Γερμανία θα εμπλακεί εντατικά σε οποιαδήποτε πιθανή μη στρατιωτική λύση, αλλά πιστεύω ότι μία κλιμάκωση της ρητορικής είναι η λάθος απάντηση», ενώ ο Γκάμπριελ δήλωσε ότι φοβάται πως «στον Α’ Παγκόσμιο βαδίσαμε ως υπνοβάτες σε έναν πόλεμο, αλλά αυτή τη φορά ο πόλεμος δεν αποκλείεται να διεξαχθεί ακόμη και με πυρηνικά όπλα».
 
Η βαριά «σκιά» 
 
Τον Απρίλιο, πάντως, ο δρ. Μαξιμίλιαν Τερχάλε, Γερμανός ειδικός στα θέματα διεθνών σχέσεων, έγραψε στο «Foreign Affairs»: «Η Γερμανία χρειάζεται πυρηνικά όπλα». 
Υπάρχει, όμως, μια μεγάλη «σκιά» από το παρελθόν. Την τελευταία δεκαετία, ειδικά, η Ευρώπη αντιμετώπισε σειρά κρίσεων σε διάφορα επίπεδα (Κριμαία, Ουκρανία). Κάθε φορά η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη χώρα της Ε.Ε., ηγήθηκε της αντιμετώπισης των προβλημάτων. Όμως, κάθε φορά που η Γερμανία βγαίνει μπροστά κι αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο, οι γειτονικές της χώρες αρχίζουν να ανησυχούν. Όχι αδικαιολόγητα, όπως έχει αποδείξει η Ιστορία. 
 
Αυτού του είδους οι φόβοι χρονολογούνται από τη δημιουργία του σύγχρονου γερμανικού κράτους το 1871. Από τότε και μέχρι τον γερμανικό διαχωρισμό μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η υπόλοιπη Ευρώπη αντιμετώπιζε το λεγόμενο «γερμανικό δίλημμα». Το μέγεθος της Γερμανίας σήμαινε ότι καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει την οικονομική ή στρατιωτική της ισχύ. 
 
Όμως, από την άλλη η Γερμανία δεν ήταν αρκετά ισχυρή για να κυριαρχήσει στην Ευρώπη μόνη της. Μέρος του προβλήματος δημιουργείται από τη γεωγραφική θέση της στο κέντρο της Ευρώπης, όπου περιβαλλόταν από πιθανές εχθρικές συμμαχίες χωρών. Η Γερμανία, διαχρονικά, αντιδρούσε στις εξωτερικές απειλές με έναν συγκεκριμένο τρόπο που οι ιστορικοί ονομάζουν Sonderweg (ιδιαίτερος δρόμος). 
Ο όρος περιγράφει ουσιαστικά κάθε ιστορική προσπάθεια της Γερμανίας για απολυταρχική διακυβέρνηση, αλλά και απόπειρες επιβολής αυτής της διακυβέρνησης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Κάθε φορά που επιχειρούσε να επιβάλει την κυριαρχία της στην υπόλοιπη Ευρώπη ή και στον κόσμο, το αποτέλεσμα ήταν πόλεμοι που αιματοκύλησαν ολόκληρη την ήπειρο – κι όχι μόνο. 
 
Ο διαχωρισμός 
 
Ο διαχωρισμός της Γερμανίας, αφότου ο Αδόλφος Χίτλερ ηγήθηκε του τελευταίου και πιο καταστροφικού πολέμου, προσωρινά έλυσε αυτά τα προβλήματα. Η Δυτική Γερμανία δεν μπορούσε (και δεν θα της επιτρεπόταν, ασφαλώς) να κυριαρχήσει στην Ευρώπη. Λόγω του Ψυχρού Πολέμου, η διαμάχη Ανατολής - Δύσης τροφοδοτούσε αντιπαλότητες ανάμεσα σε ευρωπαϊκές χώρες και, φυσικά, μεταξύ των «δύο Γερμανιών». 
 
Αλλά και μετά την επανένωση το 1990 οι θεσμικοί δεσμοί μεταξύ Ε.Ε. και ΝΑΤΟ απέτρεπαν την επανεμφάνιση του «γερμανικού διλήμματος». Η εγγύηση ασφάλειας των ΗΠΑ επέτρεψε στους Γερμανούς να διατηρήσουν την κατά πλειοψηφία αντιστρατιωτική τους στάση, να δρέψουν τα οικονομικά πλεονεκτήματα της ειρήνης, αλλά και, συχνά, να ορθώνουν ένα ηθικό πλεονέκτημα έναντι της Ουάσιγκτον για την υπερβολική εξάρτησή της από τη στρατιωτική ισχύ.
 
Το τέλος της... ανεμελιάς
 
Αυτή η ανέμελη για τη Γερμανία εποχή τελείωσε ξαφνικά το 2009. Η οικονομική κρίση έκανε πολλές χώρες της Ε.Ε. να απαιτήσουν από τη Γερμανία να ηγηθεί. Όμως, όταν η Γερμανία επέβαλε τελικά τις λύσεις της στην υπόλοιπη Ένωση, πυροδότησε κατηγορίες για υπερβολική γερμανική ηγεμονία. Η εκλογή Τραμπ και η αμφίσημη πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας θεωρείται ότι πρακτικά αναγκάζουν τη Γερμανία να πάρει πρωτοβουλίες. Υπάρχουν όμως τρεις αντικρουόμενοι παράγοντες, σύμφωνα με το «Foreign Affairs»: 
 
 η ανάγκη για γερμανική ηγεσία, 
 τα όρια της γερμανικής ισχύος 
 και η δυσανεξία της Ευρώπης στη γερμανική κυριαρχία. 
 
Όταν ο Τραμπ αποκάλεσε το ΝΑΤΟ «παρωχημένο», υπονόμευσε το σύστημα που διατηρεί ολόκληρη την Ευρώπη ασφαλή, αλλά και τη Γερμανία «συγκρατημένη» εδώ και πάνω από μισό αιώνα. 
Οι ηγέτες της Ευρώπης φοβούνται ότι ο Τραμπ ίσως ανταλλάξει την πυρηνική ασπίδα των ΗΠΑ στην ευρωπαϊκή ασφάλεια σε ένα μεγάλο παζάρι με τη Ρωσία. Το Βερολίνο αισθάνεται τις πιέσεις να υπερασπιστεί, αν προκύψει η ανάγκη, την Ευρώπη όχι μόνο πολιτικά, αλλά και στρατιωτικά. Αντιμετωπίζει, λοιπόν, το πρόβλημα πώς να εγγυηθεί την ευρωπαϊκή ασφάλεια χωρίς να αναβιώσει ιστορικούς φόβους και εφιάλτες περί γερμανικής ηγεμονίας. 
 
 Οι υπερασπιστές της ιδέας των γερμανικών πυρηνικών θεωρούν ότι τα πυρηνικά θα μείωναν την ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις ΗΠΑ χωρίς να προκαλούν με ερωτήματα περί γερμανικής κυριαρχίας. 
 Οι πιο «προσεκτικοί» ισχυροί άνθρωποι στο Βερολίνο, όμως, τονίζουν πως, αν η Γερμανία αυξήσει τη στρατιωτική της δύναμη χωρίς να την ενσωματώσει στην Ε.Ε., αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην απομόνωση της χώρας, ακόμα και στη διάλυση της Ε.Ε. 
 
Τα εμπόδια
 
Εκτός του όποιου τελικού αποτελέσματος, για την απόκτηση ενός γερμανικού πυρηνικού οπλοστασίου υπάρχουν και πολλές πρακτικές δυσκολίες για τη Γερμανία. Θα πρέπει να ξεπεράσει εμπόδια πολιτικά, τεχνικά και ενεργειακά. 
 
1 Κατ’ αρχάς θα πρέπει να αναπροσαρμόσει την υπάρχουσα υποδομή πυρηνικής ενέργειας που διαθέτει, ώστε να είναι κατάλληλη για παραγωγή όπλων. Στον απόηχο της καταστροφής στη Φουκουσίμα το 2011, η κυβέρνηση Μέρκελ αποφάσισε τη σταδιακή κατάργηση όλων των πυρηνικών εργοστασίων της Γερμανίας έως το 2022. Αυτή η απόφαση θα δυσκολέψει ιδιαίτερα τη Γερμανία να κάνει τεχνικά βήματα για την κατασκευή βόμβας, αν επιλέξει κάτι τέτοιο.
 
2 Αν το Βερολίνο ενδώσει σε τέτοιες φιλοδοξίες, θα αντιμετωπίσει έντονη αντιπολίτευση στο εσωτερικό και αντιδράσεις από έναν πληθυσμό που πλειοψηφικά είναι αντίθετος στα πυρηνικά όπλα. Περσινή
δημοσκόπηση (Μάρτιος 2016) κατέγραψε ότι το 93% των Γερμανών είναι υπέρ μιας διεθνούς απαγόρευσης των πυρηνικών όπλων και το 85% θα επιθυμούσε οι ΗΠΑ να αποσύρουν όλα τα πυρηνικά τους όπλα από το γερμανικό έδαφος. Μια τέτοια κοινή γνώμη δύσκολα θα στήριζε ένα κρατικό πρόγραμμα πυρηνικών όπλων και οποιοσδήποτε ηγέτης το επιχειρούσε θα αντιμετώπιζε πολιτική καταστροφή.
 
3 Διεθνώς η Γερμανία θα έπρεπε, προτού αποκτήσει πυρηνική βόμβα, να εγκαταλείψει τη συνθήκη μη διάδοσης πυρηνικών όπλων, σύμφωνα με την εκτενή ανάλυση του «Foreign Affairs». Μια τέτοια κίνηση θα απειλούσε την ίδια την επιβίωση της συνθήκης. Επιπρόσθετα ένας από τους ιδρυτικούς στόχους της συνθήκης ήταν η αποτροπή της Γερμανίας από την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Αν το Βερολίνο «δραπέτευε», το καθεστώς μη διάδοσης πυρηνικών ίσως να κατέρρεε ολοκληρωτικά, διότι τα άλλα κράτη δεν θα αισθάνονταν ότι πλέον δεσμεύονται από τη συλλογική συμφωνία της συνθήκης.
 
4 Η Γερμανία θα έπρεπε είτε να αποσυρθεί είτε να τροποποιήσει και τη λεγόμενη Συνθήκη 2+4. Δηλαδή τη συμφωνία για την επανένωση της Ανατολικής και της Δυτικής Γερμανίας που υπέγραψε με τη Γαλλία, τη Σοβιετική Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ το 1990. Σε εκείνο το έγγραφο η Γερμανία επιβεβαιώνει «την αποκήρυξη της κατασκευής, της κτήσης αλλά και του ελέγχου πυρηνικών, βιολογικών και χημικών όπλων».
 
Σκοπός της συνθήκης αυτής ήταν όχι μόνο να τερματίσει τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά και να αποτρέψει οποιοδήποτε μελλοντικό γερμανικό Sonderweg. Η αθέτηση της Συνθήκης 2+4 θα επανέφερε το βεβαρημένο ιστορικά «γερμανικό δίλημμα», αλλά και θα ερμηνευόταν ως προσβολή στις τέσσερις χώρες (τις υπόλοιπες της συνθήκης), που πλήρωσαν μεγάλο τίμημα από τη ναζιστική Γερμανία στον Β’ Παγκόσμιο.
 
5 Η προοπτική ενός γερμανικού πυρηνικού οπλοστασίου θα μπορούσε ακόμα και να αυξήσει το ρίσκο σύρραξης στην Ευρώπη. Η Ρωσία εκτιμάται ότι θα προσπαθούσε ποικιλοτρόπως να εμποδίσει το Βερολίνο από την απόκτηση πυρηνικών. Δεν αποκλείεται να πραγματοποιούσε από κυβερνοεπιθέσεις με σκοπό το σαμποτάζ των γερμανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων μέχρι και άμεση αντιπαράθεση. 
Τα τελευταία χρόνια η Ρωσία έχει μεταφέρει τους πυραύλους της δυτικά στοχεύοντας τη Γερμανία και άλλα κράτη - μέλη του ΝΑΤΟ. Η Ρωσία, άλλωστε, αποτελεί έναν, από πολλές απόψεις, απρόβλεπτο γείτονα της Ευρώπης. 
 
Οι τρεις απόπειρες
 
Όλα αυτά τα τεράστια εμπόδια για ένα γερμανικό πυρηνικό πρόγραμμα ωθούν πολλούς στην ιδέα μιας γερμανογαλλικής συμμαχίας αποτροπής. Καθώς το Λονδίνο αποχωρεί από την Ένωση, η μόνη επιλογή του Βερολίνου απομένει το Παρίσι. Αυτή δεν θα είναι η πρώτη φορά που Γερμανία και Γαλλία εξετάζουν αυτή την προοπτική. 
 
  Το 1957, λίγο μετά την κρίση στο Σουέζ, η ένταση μεταξύ Γαλλίας - ΗΠΑ ήταν μεγάλη και το Παρίσι αμφισβητούσε σοβαρά την αξιοπιστία της πυρηνικής ασφάλειας της Ουάσιγκτον. Τότε η Γαλλία πρότεινε στη Δυτική Γερμανία και την Ιταλία να αναπτύξουν οι τρεις χώρες μαζί πυρηνικά όπλα. Είχαν μάλιστα αρχίσει και μυστικές διαπραγματεύσεις, που ακυρώθηκαν την επόμενη χρονιά από τον Ντε Γκολ.
  Το 1962, όμως, ο Ντε Γκολ επανήλθε προτείνοντας την πυρηνική συνεργασία στον Γερμανό καγκελάριο Αντενάουερ.
  Η τρίτη προσπάθεια έγινε τη δεκαετία του 1990, όταν η Γαλλία προσφέρθηκε να επεκτείνει την πυρηνική της ομπρέλα στη Γερμανία μετά την επανένωση, σε μια προσπάθεια να μειωθεί η αμερικανική επιρροή στην Ευρώπη.
Όλες αυτές οι απόπειρες απέτυχαν κυρίως επειδή η Γαλλία αρνούνταν συνεχώς να παραιτηθεί εν μέρει από τον έλεγχο στο οπλοστάσιό της, αφού, αν το έκανε, ουσιαστικά θα έχανε την αυτονομία στην εξωτερική της πολιτική. Αυτή η οπτική των Γάλλων δεν έχει αλλάξει ούτε σήμερα, πράγμα που λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν η Γερμανία.
 
«Ισχυρότεροι μαζί»;
 
Η Ουάσιγκτον στην πραγματικότητα δεν έχει επιλέξει ακόμη ξεκάθαρη πολιτική. Αυτή η ασυνέπεια, μαζί με τη ρωσική επιθετικότητα, έχει οδηγήσει την Ευρώπη σχεδόν στα πρόθυρα ενός νέου Ψυχρού Πολέμου. Η κρίση στις διατλαντικές σχέσεις δημιουργεί πολλούς κινδύνους, αλλά από την άλλη δίνει ευκαιρίες στην Ευρώπη. 
 
Η Γερμανία δείχνει να κλίνει προς την απόφαση της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας. Δηλαδή πρακτικά βήματα ώστε να αυξηθεί η ικανότητα της Ευρώπης να φροντίζει η ίδια για τη δική της ασφάλεια αφήνοντας κατά μέρος το επικίνδυνο μονοπάτι των γερμανικών πυρηνικών. Μάλιστα, ενώ οι ΗΠΑ πιέζουν τη Γερμανία να φτάσει τον στόχο του ΝΑΤΟ για 2% αμυντικές δαπάνες, το Βερολίνο αρχίζει να επικεντρώνεται σε άλλες προσπάθειες: 
 
  Στην αναζήτηση στενότερης συνεργασίας μεταξύ των εθνικών στρατών των ευρωπαϊκών χωρών.
  Στη συνεισφορά μεγαλύτερων και καλύτερα εξοπλισμένων δυνάμεων στις ομάδες μάχης της Ε.Ε.
  Στη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
 
Στις ΗΠΑ υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι αυτή η ξαφνική επιθυμία για πυρηνικά στη Γερμανία αποδεικνύει πως ακόμη και τα πιο απερίσκεπτα σχόλια που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ευρωπαϊκή ασφάλεια μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές συνέπειες. Πιέζουν την κυβέρνηση Τραμπ να αλλάξει ρητορική και να στηρίξει την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ σε κάθε ευκαιρία. 
Εκτιμούν ότι μόνο έτσι η αμερικανική ηγεσία θα επιτρέψει στη Γερμανία να ισορροπήσει την ανάγκη της Ευρώπης για ασφάλεια χωρίς να πυροδοτήσει φόβους για γερμανική στρατιωτική ηγεμονία.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.