14/11/2018 20:58:13
23.9.2017 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1987 στις 21-09-2017

Οι μισές δουλειές της Μέρκελ

Οι μισές δουλειές της Μέρκελ - Media

 

Οι Γερμανοί την ξαναψηφίζουν και η καγκελάριος «αποφασίζει» για τη θέση της στην Ιστορία

Σύμφωνα με όλες τις μέχρι τώρα ενδείξεις, η Άνγκελα Μέρκελ και το κόμμα της καλπάζουν για τη νίκη στις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής. Αυτή η σχεδόν αναπόφευκτη επικράτησή της οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι ο αντίπαλός της Μάρτιν Σουλτς του SPD δεν κατάφερε να εμπνεύσει τους Γερμανούς. Η εσωτερική πολιτική του κόμματός του δεν είναι αρκετά διακριτή από αυτή των Χριστιανοδημοκρατών και η εξωτερική του πολιτική χαρακτηρίζεται από τους Γερμανούς ως όχι ιδιαίτερα αξιόπιστη. 
 
Εκτός αυτών ο Σουλτς δεν κατάφερε να «στριμώξει» την καγκελάριο. Το ντιμπέιτ μεταξύ των δύο στις 3 Σεπτεμβρίου έμοιαζε περισσότερο με διαπραγμάτευση ενός καινούργιου «μεγάλου συνασπισμού» παρά με σύγκρουση ιδεών.
Η επικείμενη νίκη της Μέρκελ αντικατοπτρίζει κυρίως την οικονομική πορεία της Γερμανίας από το 2005, όταν πρωτοανέλαβε την καγκελαρία. Η ανεργία έπεσε από το 11,2% στο 3,8%. Οι μισθοί ανεβαίνουν. Η γερμανική κοινωνία έγινε πιο ανοιχτή επί ημερών της. Για παράδειγμα, εγκρίθηκε ο γάμος μεταξύ ομοφυλοφίλων, αν και προσωπικά η Μέρκελ είναι αντίθετη.
 
Παρά την ευημερία, η Μέρκελ συχνά επέλεξε να κυβερνά αποφεύγοντας αγκάθια και καταφεύγοντας σε παρατάσεις και αναβολές δύσκολων αποφάσεων. Η καγκελάριος είχε πολλά αβαντάζ, άλλωστε:
Οι μεταρρυθμίσεις του Σρέντερ έκαναν τη γερμανική εργασία πιο ανταγωνιστική. 
 Το ευρώ και ο δανεισμός υπήρξαν φθηνά στη μεγαλύτερη διάρκεια της διακυβέρνησης Μέρκελ. 
Οι αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα, δεν είναι ακόμη σε θέση να κατασκευάσουν τα αγαθά που φτιάχνει η Γερμανία, π.χ. αυτοκίνητα πολυτελείας. Έτσι η Γερμανία βίωσε μια χρυσή περίοδο εξαγωγών.
 
Το πρόβλημα για τη Μέρκελ είναι ότι κανένας από τους παράγοντες που έφεραν αυτή τη χρυσή ευημερία δεν είναι μόνιμος. Η καγκελάριος έχει αφήσει δουλειές μισοτελειωμένες και θα πρέπει να γίνει τολμηρότερη στην τέταρτη θητεία της.
 
1 Η εμμονή της κυβέρνησής της με τους λιτούς προϋπολογισμούς την οδήγησε στο να πραγματοποιήσει πολύ μικρές επενδύσεις. 
2 Η καθαρή αξία των γερμανικών υποδομών έχει υποχωρήσει από το 2012. 
3 Από το 2010 η ταχύτητα του ευρυζωνικού  Ίντερνετ της χώρας έπεσε από τη 12η στην 29η θέση της παγκόσμιας κατάταξης. 
4 Οι νέες τεχνολογίες, όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και το «internet of things», δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς. 
5 Η πανίσχυρη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία πόνταρε άστοχα στις μηχανές diesel και τώρα πλήττεται από ισχυρισμούς για ψευδείς δοκιμές εκπομπών ρύπων.
6 Η Γερμανία διαθέτει τον δεύτερο πιο γηρασμένο πληθυσμό στον κόσμο, δίχως να έχει προετοιμαστεί για δημογραφικό κραχ. 
 
Η κυβέρνηση Μέρκελ, προφανώς με σκοπό να γίνει πιο αρεστή εσωτερικά, αντέστρεψε την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης μειώνοντάς την στο 63ο έτος για κάποιες κατηγορίες εργαζομένων. Επιπρόσθετα, πρόσφερε και ένα είδος «σύνταξης μητρότητας» για γυναίκες που άφησαν τη δουλειά τους για να ασχοληθούν με το παιδί τους πριν από το 1992, ευνοώντας έτσι μια γενιά που ήδη θεωρείται ότι απολάμβανε πλεονεκτήματα.
 
Όποτε παίρνει μεγάλες αποφάσεις, η Μέρκελ έχει την τάση να αποσιωπά τις συνέπειες. Ενώ συνέβαλε σημαντικά στο να παραμείνει η Ευρωζώνη ενωμένη μετά από σειρά κρίσεων, η Μέρκελ και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε εμπόδισαν μεταρρυθμίσεις με σκοπό τον μετριασμό των επόμενων κρίσεων. 
 
Στη διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας η Μέρκελ δεν είπε πολλά στους Γερμανούς για τα απαραίτητα βήματα της επόμενης κυβέρνησης. Δηλαδή την ανάγκη να υπάρξει μεταρρύθμιση στη διακυβέρνηση της Ευρωζώνης, αύξηση των επενδύσεων και προετοιμασία της γερμανικής οικονομίας για την επερχόμενη επανάσταση στον τομέα της εργασίας, την αυτοματοποίηση που έρχεται καλπάζοντας. 
Αντίθετα, το μανιφέστο του CDU είναι αόριστο. Στις προεκλογικές ομιλίες της Μέρκελ, σχεδόν σε κάθε φράση υπήρχε κάτι για τη Δεξιά και κάτι για την Αριστερά. 
 
«Ρίσκα και παρενέργειες»
Η Μέρκελ φιλοδοξεί να καταφέρει πολλά στην, κατά πάσα πιθανότητα, τελευταία θητεία της. Θα είναι, ουσιαστικά η παρακαταθήκη της. Μπορεί να είναι καγκελάριος από το 2005, όμως σε πολλά παραμένει αινιγματική. Το «Spiegel» έγραψε ότι η Μέρκελ είναι ακόμη «ανεξιχνίαστη όπως η Σφίγγα, οι ντίβες κι οι βασίλισσες». Η ίδια πολύ σπάνια μιλάει για τον εαυτό της. Κάποτε είχε πει δημοσίως: «Η Μέρκελ είναι η Μέρκελ, με όλα τα ρίσκα και τις παρενέργειες». 
 
Δουλεύει σε ένα γραφείο σχεδόν μοναστικά λιτό. Στους τοίχους υπάρχει το πορτρέτο του Κόνραντ Αντενάουερ (του οποίου τα 14 χρόνια ως καγκελάριος πρόκειται, όπως όλα δείχνουν, να ξεπεράσει η Μέρκελ το 2019) και της Μεγάλης Αικατερίνης. Υπάρχουν ακόμη ένας ασημένιος σταυρός και μια συλλογή από υπερμεγέθη πιόνια του σκακιού. Τα βράδια επιστρέφει στο διαμέρισμά της, όπου ακούει Βάγκνερ και μαγειρεύει πατατόσουπα.
Δίνει μεγάλη βάση στη λουθηρανική της πίστη. Την ονομάζει «η εσωτερική μου πυξίδα». Πράγματι, αυτό αντικατοπτρίζεται στα ένστικτα της Μέρκελ: το χρέος είναι κακό πράγμα, η βοήθεια σε όσους έχουν ανάγκη είναι καλό. 
 
Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι ότι, όπως η ίδια λέει, σκέφτεται ηθικά και όχι ιδεολογικά. Το 2009 είχε πει για τον εαυτό της: «Είμαι λίγο φιλελεύθερη, λίγο χριστιανοσοσιαλίστρια, λίγο συντηρητική». Η δυσπιστία της Μέρκελ προς κάθε ιδεολογία ανάγεται, σύμφωνα με τα γερμανικά ΜΜΕ, στην εμπειρία της από την Ανατολική Γερμανία. Υπήρξε μάρτυρας της κατάρρευσης μιας ιδεολογίας και μετατροπής πολλών υποστηρικτών της σε αμφισβητίες εν μια νυκτί.
Η «σχολή» Μέρκελ είναι ουσιαστικά η έλλειψη πολιτικών αγκύρων και δογματισμών, κάτι που ταιριάζει απολύτως στην πολιτική κουλτούρα της μοντέρνας Γερμανίας. Έρευνα του Ιδρύματος Bertelsmann τον Ιούλιο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η Γερμανία είναι το πιο “κεντρώο” έθνος».
 
Αυτό το μείγμα κεντρώων πολιτικών επιλογών και μη κομματικής συμπεριφοράς ευθύνεται για το γεγονός ότι η «γοητεία» και η αποδοχή των ψηφοφόρων απέναντι στη Μέρκελ εκτείνεται και πέρα από το εκλογικό σώμα του CDU. Στους νεότερους ψηφοφόρους και όσους τείνουν προς τους Πράσινους αρέσουν οι πολιτικές της για τους μετανάστες, στους ψηφοφόρους του SPD αρέσει η υποστήριξη της Μέρκελ στον κατώτατο μισθό και στους ψηφοφόρους του FDP (Φιλελεύθεροι) αρέσει η σταθερότητά της.
 
Όμως, η απόφαση της Μέρκελ το 2015 να ανοίξει τις πόρτες σε πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες θεωρείται η πιο αμφιλεγόμενη που έχει λάβει. Η εισροή δυσαρέστησε το συντηρητικό «αδελφό» κόμμα CSU (Χριστιανοκοινωνιστές) και τροφοδότησε την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκιστικού AfD. Όσο οι αριθμοί των προσφύγων αυξάνονταν, η δημοτικότητα της καγκελαρίου υποχωρούσε. Ο διεθνής Τύπος της έγραφε πρώιμες, όπως αποδείχθηκε, πολιτικές νεκρολογίες. Τελικώς η Μέρκελ κατάφερε να ξαναβρεί τη δημοφιλία της χάρη κυρίως στο ντιλ με τον Ερντογάν, που αντάλλασσε χρήματα και βίζες για επαναπατρισμό των προσφύγων.
Στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής η Μέρκελ ανησυχεί για τη μελλοντική θέση της Γερμανίας στον κόσμο. Ο φόβος της είναι ότι η Γερμανία, των περιορισμένων φυσικών πόρων και του γερασμένου πληθυσμού, και η Ευρώπη θα γίνουν μικρότερες και σχετικά φτωχότερες στον κόσμο. Στις 23 Αυγούστου, σε ομιλία της στο Βερολίνο, είπε ότι «80 εκατ. Γερμανοί δεν είναι απαραίτητα σημαντικοί για τους Κινέζους ή τους Ινδούς».
 
«Ναι μεν, αλλά...» με Μακρόν
Με τις ασυνάρτητες, επί προεδρίας Τραμπ, ΗΠΑ και την Βρετανία σε πορεία απομόνωσης, πολλοί βλέπουν τη Μέρκελ ως την de facto ηγέτιδα της Δύσης. Σε έρευνα του Pew Research Centre την άνοιξη, σε 37 χώρες, η Μέρκελ ήταν το μόνο πολιτικό πρόσωπο για το οποίο η πλειονότητα του κόσμου εξέφρασε εμπιστοσύνη. Όμως είναι αμφίβολο αν η ίδια η Μέρκελ είναι προετοιμασμένη να γίνει η ηγέτης του ελεύθερου κόσμου. 
Στην Ευρωζώνη ο Εμανουέλ Μακρόν ζητάει δομικές μεταρρυθμίσεις για μεγαλύτερη κοινή διακυβέρνηση. Όμως η Μέρκελ δεν έχει αποσαφηνίσει αν τις υποστηρίζει. Προς το παρόν εκφράζεται θετικά μεν, αλλά μη δεσμευτικά.
 
Στήριξε, πάντως, την πρόταση Μακρόν για υπουργό Οικονομικών της Ευρωζώνης και μεγαλύτερες κοινές επενδύσεις. Στο Βερολίνο λέγεται ότι αυτό που θέλει η Μέρκελ είναι να εναρμονίσει τους εταιρικούς φορολογικούς συντελεστές Γερμανίας - Γαλλίας. Όμως, ως είθισται, η Γερμανίδα καγκελάριος παραμένει ασαφής. Για παράδειγμα, ο υπ. Οικονομικών της Ευρωζώνης ποιες ακριβώς εξουσίες θα έχει; Και οι επενδύσεις σε ποια κλίμακα θα γίνονται και από πού θα χρηματοδοτούνται; 
 
Ένας άλλος τομέας είναι η αύξηση της συνεισφοράς της Γερμανίας στη διεθνή ασφάλεια. Η χώρα έχει ήδη στρατεύματα σε Αφγανιστάν, Μάλι και Λιθουανία, όπου ηγείται της στρατιωτικής αποστολής του ΝΑΤΟ. 
Το Βερολίνο, εξάλλου, προωθεί ένα λεγόμενο καινούργιο «σχέδιο Μάρσαλ» στην υποσαχάρια Αφρική, ξοδεύοντας ήδη 4 δισ. ευρώ με σκοπό την αποτροπή μελλοντικών προσφυγικών κρίσεων. Όλα αυτά θα ήταν αδιανόητα για τη Γερμανία πριν από κάποια χρόνια. Ακόμα η Μέρκελ δεσμεύτηκε να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες της χώρας από το 1,2% του ΑΕΠ στο 2% (στόχος του ΝΑΤΟ), δηλαδή μια διαφορά της τάξης των 25 δισ. ευρώ τον χρόνο ως το 2024.
 
Τι γίνεται με το SPD;
Οι Σοσιαλδημοκράτες της Γερμανίας κοιτάζουν ήδη τις επόμενες εκλογές. Μάλιστα το μελλοντικό τους «πουλέν» θεωρείται πως θα είναι ο 41χρονος Κάρστεν Σνάιντερ. Το SPD έχει μάλλον ξεγράψει τις τωρινές εκλογές και επικεντρώνεται στην Ατζέντα 2021. Όσον αφορά την εκλογική αναμέτρηση της Κυριακής, οι δημοσκοπήσεις δίνουν το κόμμα περίπου στο 23%, στα επίπεδα του κατώτερου αποτελέσματός του το 2009.
 
Το SPD βρίσκεται σε κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού με το CDU της Μέρκελ εδώ και τέσσερα χρόνια. Έχει καταφέρει πολλά σημαντικά πράγματα, συμπεριλαμβανομένων του κατώτατου μισθού, των ποσοστώσεων για τις γυναίκες και του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων. Όμως το SPD πασχίζει να γίνει διακριτό από τις πολιτικές των Χριστιανοδημοκρατών. 
 
Όταν ο Μάρτιν Σουλτς αναδείχθηκε ως ο υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών για την καγκελαρία, φαινόταν σαν η ιδανική απάντηση στα προβλήματα του κόμματος. Είχε φιλολαϊκό προφίλ και μπορούσε να πλασαριστεί ως άφθαρτος από τους συμβιβασμούς του μεγάλου συνασπισμού, όντας έως τον Ιανουάριο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου. Αρχικά το SPD ανέβηκε, σχεδόν φθάνοντας στα επίπεδα του CDU στις δημοσκοπήσεις. Όμως μετά ακολούθησαν τρεις διαδοχικές περιφερειακές εκλογές, όπου το SPD συγκέντρωσε χαμηλά ποσοστά.
 
Σύμφωνα με το ινστιτούτο δημοσκοπήσεων Forsa, το SPD επικεντρώθηκε πάρα πολύ στα θέματα της κοινωνικής δικαιοσύνης και δεν παρουσίασε ένα ευρύτερο σχέδιο για τον εκσυγχρονισμό της Γερμανίας. Στελέχη του SPD από την άλλη θεωρούν ότι, στην πραγματικότητα, το SPD θα ζορίζεται να κερδίσει εκλογές όσο η Μέρκελ παραμένει στην εξουσία.
 
Το «μετά» για το SPD
Μετά την Κυριακή των εκλογών το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα θα βρεθεί προ διλήμματος: Είτε θα προσπαθήσει για τη δημιουργία ενός νέου μεγάλου συνασπισμού, είτε θα επιστρέψει στην αντιπολίτευση. Ουσιαστικά υπάρχουν λίγες αληθινές διαφορές πολιτικής μεταξύ SPD - Μέρκελ και ο Μάρτιν Σουλτς, ως ένθερμος ευρωπαϊστής, σίγουρα θα ενδιαφερόταν να συνεργαστεί με Μέρκελ και Μακρόν για την περαιτέρω ενσωμάτωση της Ε.Ε. Όμως στο κόμμα του μπορεί να τεθεί ακόμα και βέτο σε αυτή τη συνεργασία. 
 
Πολλοί, που ήδη επικεντρώνονται στη στρατηγική για τις επόμενες εκλογές το 2021, υπολογίζουν ότι τέσσερα χρόνια στην αντιπολίτευση θα έδιναν στο SPD μια καλή ευκαιρία να ανανεωθεί και να προβάλει μια γενιά νέων στελεχών, όπως τον Σνάιντερ ή τη Μανουέλα Σβέσιγκ. Επιπρόσθετα, η Μέρκελ θεωρείται ότι μάλλον θα έχει αποσυρθεί το 2021, ενώ κανένας από τους ως τώρα πιθανούς διαδόχους της στη CDU δεν δείχνει ιδιαίτερα χαρισματικός.
 
Άσκηση ισορροπίας με Τουρκία
Στη Γερμανία ζει το μεγαλύτερο κομμάτι της τουρκικής διασποράς στην Ευρώπη. Υπολογίζεται σε πάνω από 3 εκατομμύρια από τα συνολικά 6 εκατ. σε όλη τη Γηραιά Ήπειρο. Οι ήδη οριακά τεταμένες σχέσεις Βερολίνου - Άγκυρας χειροτέρεψαν καθ’ οδόν προς τις γερμανικές εκλογές. Ο Ερντογάν κάλεσε τους Τούρκους της Γερμανίας να απορρίψουν και τα δύο κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού, αλλά και τους Πράσινους, επειδή, όπως λέει, «έδειξαν εχθρότητα» προς την Τουρκία.
 
Η Γερμανία θέλει να εξετάσει η Ε.Ε. τον τερματισμό της δημοσιονομικής στήριξης προς την Τουρκία, δηλαδή να της «κόψει» δισεκατομμύρια ευρώ και να αναστείλει τις τελωνειακές συζητήσεις.
Η Μέρκελ αντιμετωπίζει μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας: Πρέπει να κρατήσει αυστηρή στάση στις υπερβολικές και αντιδημοκρατικές συμπεριφορές της Τουρκίας, χωρίς όμως να αποξενώσει και να στρέψει εναντίον της το σημαντικό κομμάτι των Τούρκων της Γερμανίας που τάσσονται υπέρ του Ερντογάν. Πρόσφατα, μάλιστα, ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ απηύθυνε μια ανοιχτή επιστολή προς τα 3 εκατ. Τούρκων που ζουν στη χώρα, διαβεβαιώνοντάς τους ότι είναι μέρος της Γερμανίας.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.