24/10/2018 09:25:06
27.10.2011

Άλπεις

Άλπεις - Media

Του Δημήτρη Κανέλλη

Βαθμολογία *

Η ταινία τιμήθηκε με το Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, και από εδώ αρχίζουν οι πρώτες ενστάσεις. Σοβαρός και καταξιωμένος κριτικός μεγάλης εφημερίδας της Αγγλίας δήλωσε μετά την προβολή της ταινίας πως το μόνο που του μένει είναι «να πέσει στα κανάλια της Βενετίας». Θεώρησε την ταινία σκέτη απάτη και απόρησε πώς προκρίθηκε για να προβληθεί στο φεστιβάλ. Άλλος, επίσης γνωστός κριτικός, αποφάνθηκε πως ανακαλύφθηκε ένα «ατόφιο κινηματογραφικό διαμάντι».

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος.
Πρωταγωνιστούν: Αριάν Λαμπέντ, Αγγελική Παπούλια, Άρης Σερβετάλης.

Τι γίνεται εδώ; Πώς τα κατάφερε έτσι ο Λάνθιμος, ώστε μετά την κοινή ομολογουμένως θετική υποδοχή του «Κυνόδοντα» να διχάσει τόσο πολύ και τόσο έντονα κοινό και κριτικούς; Ασκώ το επάγγελμα του «επαγγελματία θεατή» επί 25 χρόνια, και παραδέχομαι πως είναι από τις ελάχιστες φορές που έχω έρθει σε τόσο δύσκολη θέση. Από τη μία πλευρά αναγνωρίζω πως ο Λάνθιμος διαθέτει το σπάνιο χάρισμα να μετατρέπει τις σκέψεις του σε εικόνες. Δεν είναι λίγο αυτό. Προϋποθέτει ακριβές αφηγηματικό τάιμινγκ, εσωτερική πειθαρχία, βασικές περί αισθητικής γνώσεις, όπως και γνώση της δραματουργίας. Έχω την εντύπωση ότι ο Λάνθιμος τα κατέχει όλα αυτά. Τι συμβαίνει όμως και αμφισβητείται τόσο έντονα; Νομίζω πως το πρώτο – ας το πούμε – ελάττωμά του είναι η παντελής έλλειψη συναισθήματος. Βεβαίως, ο ίδιος το έχει επιλέξει, βεβαίως αναφαίρετο δικαίωμα του θεατή είναι να αντιπροτείνει πως το σινεμά είναι πρωτίστως συναίσθημα. Άδικο έχει; Δεύτερον, ο Λάνθιμος δουλεύει πολύ με τη φόρμα. Είναι «αμετανόητος» φορμαλιστής. Χρησιμοποιεί ως αφορμή το σενάριο για να «πειραματιστεί» με τη φόρμα. Και σ’ αυτό είναι πολύ καλός. Με ελάχιστες κινήσεις της κάμερας, με αδιόρατες διαφοροποιήσεις στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών, με απότομες αλλαγές στις γωνίες λήψεων, καταφέρνει να δημιουργεί ένα αλλόκοτο όσο και εντυπωσιακό κινηματογραφικό σύμπαν, το οποίο φυσικά θέλει «αποκρυπτογράφηση». Ο απλός θεατής δεν είναι υποχρεωμένος να έχει εντρυφήσει στο σινεμά του Γκοντάρ και των άλλων πρωτοπόρων του σινεμά για να καταλάβει τι θέλει να πει ο «ποιητής». Άρα, ο Λάνθιμος απευθύνεται στην «ελίτ» των σινεφίλ. Όμως, και εδώ αμφισβητείται, αφού πράγματι δεν έχει κάτι καινούργιο, κάτι πρωτότυπο να καταθέσει. Ο Όρσον Γουέλς, ο Ζαν Λικ Γκοντάρ και ο Μίκλος Γιάντσο καθόρισαν την αισθητική και άλλαξαν άρδην το συντακτικό του σινεμά εδώ και αρκετές δεκαετίες. Έκτοτε, μόνο «πειραματισμούς» επί των ήδη ειπωμένων βλέπουμε στην οθόνη και κανείς δεν έχει ξεφύγει ουσιαστικά από το σύμπαν των τριών μεγάλων μεταρρυθμιστών που προαναφέραμε. Ούτε και ο Λάνθιμος. Για του λόγου το αληθές, δείτε τη νέα ταινία του. Το σενάριο, κωμικοτραγικό. Ομάδα κυνικών ανθρώπων έχει κάνει επάγγελμα την αντικατάσταση… νεκρών ανθρώπων. Προσλαμβάνονται δηλαδή από συγγενείς και φίλους να «παίξουν» για λίγο, προς ανακούφιση των ζωντανών, τον ρόλο των εκλιπόντων. Όμως, μια κοπέλα θα αποφασίσει να αντιδράσει. Αυτό είναι το σενάριο. Ισχνό, αντιρρεαλιστικό, εντελώς μονότονο και δίχως ίχνος διαφοροποίησης. Κάποιοι το βρήκαν έξυπνο και πρωτότυπο και το βράβευσαν. Εμείς διαφωνούμε. Είναι απλώς «εξυπνακίστικο». Όπως και το πλανάρισμα του Λάνθιμου. Δεν είναι «πείραγμα» στη φόρμα. Είναι απλώς μια επίδειξη της αφηγηματικής δεξιοτεχνίας, που όμως δεν αποπνέει ούτε ίχνος συναισθήματος, ούτε σταγόνα συγκινησιακής φόρτισης. Τι παράδοξο αλήθεια! Να έχεις να κάνεις με τόσο ακραία και δυνατά υπαρξιακά γεγονότα, όπως η ζωή και ο θάνατος, και να βγαίνεις από την αίθουσα εντελώς κενός. Καμιά δηλαδή σχέση με τον «Κυνόδοντα», που κατάφερε και ταύτισε φόρμα και περιεχόμενο. Στις «Άλπεις» απλώς δεν υπάρχει περιεχόμενο. Προσωπικά δεν δέχομαι τη δικαιολογία της μπρεχτικής «αποστασιοποίησης». Όταν ο Μπρεχτ δημιουργούσε την περιβόητη ορολογία λειτουργούσε κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Αποδραματοποιούσε τον μηχανισμό προβολής και ταύτισης του θεατή για να τον βάλει να σκεφτεί τις ιστορικές -πολιτικές - ταξικές συνθήκες στις οποίες λειτουργούσαν οι ήρωές του, αλλά ιδιαιτέρως έβαζε τον θεατή να σκεφτεί τη σχέση του με τους μηχανισμούς εξουσίας. Θυσίαζε δηλαδή το συναίσθημα για να προκρίνει τη γνώση. Ο Λάνθιμος φεύγει μακρύτερα από την περιβόητη «αποστασιοποίηση» και φυσικά δεν αναζητά τη γνώση. Η αφήγησή του δεν έχει κανένα σημείο αναγωγής σε γνωστικό επίπεδο και είναι ψυχρή σαν τον πάγο. Κλινικά νεκρή. Κανένα περιθώριο ταύτισης του θεατή με τους ήρωες, οι οποίοι χρησιμοποιούνται ως διακοσμητικά στοιχεία σε μια δραματουργία που δεν «στάζει σταγόνα αίμα και ιδρώτα». Είναι απλώς ένας επιδέξιος στυλίστας της αφήγησης, που φαίνεται να μην διαθέτει ίχνος πραγματικής υπαρξιακής ανησυχίας. Η ταινία του είναι ένα εγκεφαλογράφημα που καταγράφει νούμερα και στατιστικές, μακράν απέχοντα από την τριβή, τον πόνο, τη χαρά και όλων εν γένει των συναισθημάτων που περικλείει η πραγματική ζωή. Τι παραμένει από την ταινία; Ένα είδος πικρόχολου, καυστικού και κυνικού χιούμορ, που δηλητηριάζει τα δρώμενα και το φινάλε, στο οποίο ο σκηνοθέτης φροντίζει να «ζεστάνει» κάπως τα χρώματα της ταινίας, να τα κάνει λίγο πιο ανθρώπινα, έτσι ώστε να συμπλέουν με το τελευταίο μουσικό τραγούδι, που δεν είναι άλλο από το διάσημο στην εποχή του «Ποπ - Κορν». Αλλά ακόμη και στο φινάλε, πάλι στέκεται κριτικός, κυνικός, αδιάφορος. Δεν ταυτίζομαι με κανέναν από τους δυο διάσημους ξένους κριτικούς που έγραψαν για τον Λάνθιμο. Δεν θέλω ούτε να πνιγώ, ούτε να θριαμβολογήσω. Πιστεύω ότι ο Λάνθιμος κατέχει την τέχνη του, απλώς έχει πάρει λάθος δρόμο, και για να καταλήξω οριστικά θα περιμένω την επόμενη ταινία του.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.