18/11/2018 17:47:34
3.1.2010

Γιώργος Χωραφάς

Συνέντευξη στη Χρυσούλα Παπαϊωάννου

Ο Γιώργος Χωραφάς δεν κάθεται ούτε λεπτό. Τα τελευταία χρόνια είναι συνεχώς με μια βαλίτσα στο χέρι, πότε για να επιστρέψει στην Ελλάδα και πότε για να γυρίσει στο Παρίσι, όπου μένει. Ξεβολεύεται από τη βολή του για λόγους καλλιτεχνικούς. Μόλις τελειώσει μια ταινία στη Γαλλία, ξεκινάει μία άλλη στην Ελλάδα. Ειδικά τα τελευταία χρόνια οι εμφανίσεις του στον ελληνικό κινηματογράφο έγιναν ολοένα και πυκνότερες. Μόλις κλείσει ένας κύκλος, όπως πρόσφατα η τετραετής θητεία του ως προέδρου του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αμέσως ανοίγει ένας άλλος. Φέτος πρωταγωνιστεί σε δύο ελληνικές ταινίες: στις «Επικίνδυνες μαγειρικές» του Βασίλη Τσελεμέγκου που θα δούμε στις 4 Φεβρουαρίου  και στην «Υπογραφή» του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, η οποία γυρίζεται αυτό τον καιρό. Ευγενικός και γοητευτικός, ακούραστος και δραστήριος, βρίσκεται συνεχώς σε έναν κινηματογραφικό μαραθώνιο. Άλλωστε για χάρη του παραμέρισε, τουλάχιστον προς το παρόν, το θέατρο απ' όπου ξεκίνησε, και μάλιστα στο πλευρό του Πίτερ Μπρουκ.

Είναι αλήθεια ότι την επόμενη φορά που θα σας δούμε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης θα είστε μόνο σινεφίλ και όχι πρόεδρος;

Γ.Χ.: Έκλεισε για εμένα αυτός ο κύκλος. Κέρδισα μια εμπειρία που δεν είχα: να είμαι κομμάτι ενός οργανισμού, να βλέπω πώς λειτουργεί μέσα από τις συνελεύσεις και τα διοικητικά συμβούλια και να γνωρίζω από πρώτο χέρι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας θεσμός στην Ελλάδα.

Όλα αυτά γιατί αφορούν έναν καλλιτέχνη;

Γ.Χ.: Γιατί όχι; Καταρχήν ήταν τιμή που μου προσέφεραν αυτή τη θέση. Επιπλέον, το είδα ως αφορμή να συμβάλω κι εγώ με τον τρόπο μου στο να προχωρήσουμε το Φεστιβάλ ένα βήμα πιο μπροστά. Το καταφέραμε μέσα από το Crossroads, ένα φόρουμ συμπαραγωγών που ιδρύθηκε το 2005. Καμιά κινηματογραφία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς συμπαραγωγές, εκτός από τη Γαλλία. Κι αυτή όμως τις επιδιώκει. Στόχος μας ήταν να προσελκύσουμε παραγωγούς και διανομείς από πολλές χώρες, π.χ. Ασία, Βόρεια Ευρώπη, και να στρέψουμε την προσοχή τους στο βαλκανικό σινεμά. Και φυσικά να γίνει το φεστιβάλ ένα σημαντικό ραντεβού επαγγελματιών. Επιπλέον, αυτή η θέση με έφερε κοντά στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Ήξερα ελάχιστα πράγματα. Μέσα από αφιερώματα που κάναμε σε δημιουργούς γνώρισα τον κινηματογράφο του ’60 και του ’70. Έριξα αρκετή μελέτη. Θεωρώ ότι υπάρχουν θησαυροί στην κινηματογραφία μας, αλλά δεν τους εκτιμούμε επειδή δεν θεωρούνται παγκόσμιες επιτυχίες. Πρέπει να επανεκτιμήσουμε καλλιτέχνες και ταινίες.

Πιστεύετε ότι η αποχή των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη» είχε κόστος για το Φεστιβάλ; Με τον λόγο σας στην τελετή έναρξης υποστηρίξατε την κίνησή τους...

Γ.Χ. Ένιωθα ότι η κατάσταση είχε πολωθεί σε δύο στρατόπεδα. Από τη μία το Φεστιβάλ και από την άλλη οι σκηνοθέτες. Μου έρχεται στο μυαλό μια εικόνα από την ταινία του Αλέν Ρενέ «Ο θείος μου από την Αμερική». Σε μια σκηνή δείχνει πολλά ποντικάκια μέσα σε ένα κλουβί απ’ όπου περνάει ηλεκτρικό ρεύμα. Ψάχνουν απεγνωσμένα ένα κομμάτι του κλουβιού για να σταθούν ασφαλή, αλλά δεν βρίσκουν. Έτσι, το ένα τα βάζει με το άλλο. Παρ' όλα αυτά, στο τέλος επιζούν καλύτερα όλα μαζί. Ένα μόνο του θα πάθαινε κατάθλιψη και θα πέθαινε. Τέλος πάντων, δεν θεωρούσα λογικό ένας σκηνοθέτης που κάνει τόσες θυσίες για την ταινία του να μη συμμετάσχει στο Φεστιβάλ και να χάσει την ευκαιρία να δούνε το έργο του ξένοι παραγωγοί και διανομείς. Είναι τόσα πολλά όμως τα προβλήματα στο χώρο που οι σκηνοθέτες οδηγήθηκαν σε κινήσεις απελπισίας, δηλαδή στην αποχή.

Η διοίκηση του Φεστιβάλ πάντως επικρίθηκε για την πολιτική της στο συγκεκριμένο θέμα. Της προσάπτουν ότι δεν έκανε τις απαραίτητες προσπάθειες ώστε να συμμετάσχουν τελικά οι διαφωνούντες.

Γ.Χ.: Πιστεύω ότι το Φεστιβάλ έπαιξε το ρόλο του όπως έπρεπε. Λειτούργησε σαν ένα ανοιχτό σπίτι. Θα χρησιμοποιήσω πάλι έναν συμβολισμό. Το Φεστιβάλ στάθηκε σαν μητέρα που λέει στα παιδιά της ότι η πόρτα του σπιτιού είναι ανοιχτή, αλλά δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα με τον μπαμπά, που είναι η πολιτεία. Ο μπαμπάς όμως θα έρθει για φαγητό και είστε καλεσμένοι στο δείπνο. Αν θεωρείτε ότι ταρακουνάτε τα νερά με το να μην εμφανιστείτε είναι δική σας επιλογή και ευθύνη.

Φαντάζομαι ότι επειδή έχετε την εμπειρία του γαλλικού κινηματογραφικού συστήματος, όλα αυτά που συμβαίνουν εδώ, από τα θεσμικά προβλήματα μέχρι την έλλειψη λειτουργικού νόμου, σας φαίνονται «κινέζικα».

Γ.Χ.: Δυστυχώς δεν μου φαίνονται κινέζικα, αλλά εντελώς... ελληνικά. Άρχισα να κάνω σινεμά στην Ελλάδα εδώ και 15 χρόνια. Το 1983 έπαιξα και στην τηλεόραση, στις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα που σκηνοθετούσε ο Ροβήρος Μανθούλης. Έχω ζήσει καφκικές καταστάσεις. Από τότε συνειδητοποίησα ότι επικρατεί μια τρέλα και μια γραφειοκρατία, που αντί να λύνει προβλήματα εφευρίσκει. Καταλαβαίνω ότι υπάρχει μια μικρή πίτα από την οποία διεκδικούν μερίδιο πολλοί, με αποτέλεσμα να χάνουν κάθε αίσθηση γενναιοδωρίας. Αν λοιπόν θέλεις να φας από την πίτα, σε πιάνει μιζέρια, αλλά γίνεσαι και θύμα κακόβουλων χειρισμών από ανθρώπους που περιμένουν χρόνια στη σειρά για ένα κομμάτι.

Είναι ουτοπικό να θεωρήσουμε ότι θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε μια ισχυρή κινηματογραφική βιομηχανία;

Γ.Χ.: Δεν μπορούμε να ελπίζουμε να ακολουθήσουμε το γαλλικό παράδειγμα, γιατί ο κινηματογράφος τους έχει παράδοση και μία κεκτημένη ταχύτητα. Για τους Γάλλους δεν έχει σημασία αν επιστρέφονται τα χρήματα που επενδύουν στο σινεμά. Δεν μετράνε το κέρδος με οικονομικούς όρους, αλλά με το πόσο συμβάλλει ο κινηματογράφος στην εθνική τους ταυτότητα. Ανεβαίνει το ηθικό τους. Ως Έλληνας του εξωτερικού βλέπω ότι αυτή τη στιγμή το ηθικό των Ελλήνων είναι πεσμένο.

Τι πιστεύετε ότι φταίει; Είναι φαινόμενο μόνο ελληνικό ή εντάσσεται στη γενικότερη κατάσταση, της οποίας αποκορύφωμα ήταν η οικονομική κρίση;

Γ.Χ.: Γενικά μιλώντας, είναι αλήθεια ότι όλος ο κόσμος βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση. Είναι πολλά τα προβλήματα. Ειδικότερα, όσον αφορά την Ελλάδα, συμβάλλουν και οι αρνητικές μας... ιδιαιτερότητες. Το μεγάλο αγκάθι είναι ότι δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο σύστημά μας. Αυτό βέβαια δεν είναι καθόλου παράλογο για μία χώρα όπου οι νόμοι και οι κοινωνικοί κανόνες δεν τηρούνται. Ειδικά από τους ανθρώπους που έχουν πολιτική και οικονομική εξουσία. Θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους και εξαιρούνται από τις κοινωνικές υποχρεώσεις. Οπότε και ο μέσος πολίτης φτάνει στο σημείο να αναρωτιέται «εγώ κορόιδο είμαι;». Δυστυχώς ακολουθούμε μόνο τα κακά παραδείγματα που λειτουργούν εις βάρος των άλλων. Υπάρχουν και καλά. Θεωρώ, για παράδειγμα, ότι ο Έλληνας έχει μια όμορφη αντίληψη της ανθρωπιάς.

Πέρυσι τέτοιες μέρες καιγόταν η Αθήνα από τις εξεγέρσεις των νέων. Πιστεύετε ότι ήταν δικαιολογημένη η αντίδρασή τους, έστω κι αν έφτασαν σε υπερβολές;

Γ.Χ.: Αυτό που ήταν να γίνει έγινε. Δεν έχει νόημα να αναρωτιόμαστε αν έπρεπε να σπάσουν το ένα μαγαζί ή το άλλο. Δεν βρίσκει λογική κανείς σε αυτό. Η αδικία είναι διάχυτη σε παγκόσμιο επίπεδο. Την αύξησε το τέλος της ιστορίας, όπως λέει ο αμερικανός φιλόσοφος και οικονομικός αναλυτής Φουκουγιάμα. Κερδισμένος βγήκε ο καπιταλισμός. Ζήσαμε την παράνοιά του σε όλο το μεγαλείο. Μεγάλωσε το χάσμα μεταξύ φτωχών και πλουσίων. Ήρθε η ώρα που το πληρώνουμε ακριβά. Κάποια στιγμή, αν είσαι νέος, μπορεί να βγεις στο δρόμο και να κάψεις ό,τι βρεθεί μπροστά σου.

Με τις «Επικίνδυνες μαγειρικές» είναι η δεύτερη φορά μετά την «Πολίτικη κουζίνα» που εμπλέκεστε κινηματογραφικά με την… κουζίνα. Τι σχέση έχετε με τη μαγειρική; Ένα ωραίο δείπνο είναι η έκπληξη που θα κάνατε στη γυναίκα σας;

Γ.Χ.: Μαγειρεύω για τη γυναίκα μου και παίρνω πολύ σοβαρά την όλη διαδικασία: θέλω το φαγητό να τρώγεται στην κατάλληλη θερμοκρασία, φωνάζω αν αργήσει να καθίσει στο τραπέζι και το παίρνω κατάκαρδα αν μου πει ότι δεν πεινάει. Η μαγειρική είναι ολόκληρη τελετουργία με πολλούς συμβολισμούς. Αλλάζουμε κάποιον μέσω της μαγειρικής μας. Ενώ η προετοιμασία μπορεί να κρύβει αγάπη ή πάθος. Γι’ αυτό στις «Επικίνδυνες μαγειρικές» οι δύο μάγειρες –ο Δαμοκλής που υποδύομαι εγώ και ο Δημήτρης που παίζει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης–, οι οποίοι διεκδικούν τη Νανά (Κάτια Ζυγούλη) ζηλεύουν τόσο ο ένας τον άλλον. Σαν τον πρωτόγονο άνθρωπο που δεν ήθελε το σπέρμα του να αναμιχθεί με αυτό κάποιου άλλου και να είναι σίγουρος ότι το παιδί της γυναίκας του έχει τα δικά του γονίδια.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια το πρότυπο του άντρα ήταν να είναι σκληρός, αυτό που λέμε μάτσο. Τώρα αρέσουν οι ευαίσθητοι, που μαγειρεύουν, κλαίνε, κάνουν δουλειές στο σπίτι. Το γεγονός ότι έχουν αλλάξει τα στερεότυπα σας απελευθερώνει;

Γ.Χ.: Στις γυναίκες αρέσουν αυτά που τις βολεύουν κάθε φορά. Αλλά είμαστε πάντοτε στη διάθεσή τους γιατί είναι χαρά μας να τις υπηρετούμε. Έχουν αλλάξει οι ζωές μας, ειδικά των γυναικών. Όλοι όμως οι ρόλοι είναι όμορφοι, αρκεί να τους παίξεις καλά. Βέβαια, είναι δύσκολο να αλλάξεις ξαφνικά... ρεπερτόριο. Πολλοί άντρες που έχουν σκαλώσει σε ένα παλιό πρότυπο δυσκολεύονται να προσαρμοστούν. Δεν μπορείς όμως να πας κόντρα στις πολιτιστικές επαναστάσεις, οι οποίες συμβαίνουν καθημερινά: στο δρόμο, στις οθόνες μας...

Πού είναι πιο ωραίο να ζει κανείς; Στην ομορφότερη πόλη, το Παρίσι, ή σε αυτή με τη μεγαλύτερη ιστορία, την Αθήνα;

Γ.Χ.: Δεν είμαι σίγουρος αν η Αθήνα έχει τη μεγαλύτερη ιστορία. Η πορεία της στο χρόνο έχει φοβερές τρύπες. Ενώ κάποτε ήταν το κέντρο της ανθρωπότητας, για πολλούς αιώνες έμεινε στάσιμη. Υπάρχει ασυνέχεια στην ιστορία της Ελλάδας. Από την άλλη, πολλές φορές η Αθήνα μου φαίνεται ομορφότερη από το Παρίσι. Εξαρτάται από το πού κοιτάζεις και πώς νιώθεις. Το Παρίσι δεν έχει αυτούς του λόφους, τον ουρανό, τη θάλασσα, το φως, την Πελοπόννησο, τα νεοκλασικά κτίρια.

Είναι όμως μια πόλη που έχει διατηρήσει τα κτίριά της, σε αντίθεση με την Αθήνα που έχτισε πάνω τους πολυκατοικίες, είναι καθαρή, οι άνθρωποι είναι ευγενείς...

Γ.Χ.: Κάθε μέρος του κόσμου έχει το κάρμα του. Κάθε πόλη έχει τη δική της τοπιογραφία, έχει πληρώσει άλλα διόδια κι έχει κερδίσει άλλες μάχες. Δεν θα μπορούσα να διαλέξω πού προτιμώ να ζω. Προτιμώ να πηγαινοέρχομαι. Νιώθω σαν να υπάρχουν στο πεπρωμένο μου πολλές πόλεις.

Τελευταία έχει κολλήσει στον Έλληνα η ρετσινιά του ρατσιστή. Οι Γάλλοι όμως είναι περισσότερο. Εδώ όποιος μιλήσει για την πατρίδα θεωρείται σοβινιστής. Βλέπετε διαφορές μεταξύ των δύο χωρών στη νοοτροπία αυτών των θεμάτων;

Γ.Χ.: Δεν βλέπω διαφορά ανάμεσα σε καμία χώρα. Σε όλες εμφανίζεται το φαινόμενο του σοβινισμού, με την καλή και την κακή έννοια. Η καλή έννοια είναι η συνείδηση της ταυτότητας. Μόνο οι Έλληνες μπορεί να είναι Έλληνες και μόνο οι Γάλλοι μπορούν να είναι Γάλλοι. Ο κακός σοβινισμός είναι να επικαλείσαι την εθνική σου ταυτότητα για να υπερασπιστείς κάποιου είδους ανωτερότητα. Έτυχε μία φορά να μπω σε έναν ταξιτζή ο οποίος ήταν οπαδός της Χρυσής Αυγής. Μου έλεγε ότι το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι δεν περιορίστηκε στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και κουλτούρα και ανακατεύτηκε με άλλους πολιτισμούς. Προσπαθούσα μάταια να του εξηγήσω ότι όταν μένεις αποκλεισμένος από τον υπόλοιπο κόσμο και προσπαθείς να κρατήσεις την κουλτούρα σου αεροστεγώς αυτή εξασθενεί και πεθαίνει και ότι όλες οι φυλές προσφέρουν. Δεν μπορούσε να το δεχτεί με τίποτα. Αυτοί οι άνθρωποι, κάποια στιγμή της ζωής τους, ακυρώνονται από το ίδιο τους το περιβάλλον. Αναζητούν επομένως ένα ιδεολογικό πλαίσιο για να τους πείσει ότι αξίζουν παραπάνω από κάποιους άλλους. Ο πραγματικός πολιτισμός όμως είναι όταν αναγνωρίζουμε τη σημαντικότητα των άλλων.

Όσον αφορά πάντως το ζήτημα των μεταναστών, η Ελλάδα, σε αντίθεση με την Γαλλία, δεν ήταν έτοιμη να δεχθεί τόσο μαζική εισροή.

Γ.Χ.: Η Ελλάδα βρίσκεται σε μία σημαντική είσοδο της Ευρώπης, η οποία χρειάζεται μετανάστες και γενικά καινούργιο αίμα. Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ οι κυβερνήσεις λένε ότι δεν τους θέλουν κλείνουν τα μάτια τους και αυτοί εισβάλλουν παράνομα στη χώρα. Τους εκμεταλλεύονται γιατί δεν έχουν δικαιώματα. Να μια ακόμη υποκρισία που εξυπηρετεί το σύστημα. Από όλη την κατάσταση βρισκόμαστε και εμείς ξεβολεμένοι, αλλά αυτά προκύπτουν από τις μεγάλες οικονομικές διαφορές ανάμεσα στις αναπτυγμένες και τις μη αναπτυγμένες χώρες. Άλλη μια υποκρισία: δημιουργούμε το πρόβλημα και στη συνέχεια το εκμεταλλευόμαστε με έξυπνο τρόπο. Ο άνθρωπος είναι... χάος.

Ξεκινήσατε στο θέατρο κοντά στον Πίτερ Μπρουκ. Θα περίμενε κανείς ότι παράλληλα με τον κινηματογράφο θα ακολουθούσατε και μια θεατρική πορεία, κάτι που δεν έγινε. Δεν νιώθατε καλά στο θέατρο;

Γ.Χ.: Η αλήθεια είναι ότι με τράβηξε το σινεμά. Στο θέατρο όμως είχα ωραίες εμπειρίες. Τα έξι χρόνια που δούλευα με τον Μπρουκ ήταν σαν να βρισκόμουν στον παράδεισο. Οι συνθήκες ήταν άψογες. Και από το σινεμά περιμένω να με οδηγήσει στον ίδιο παράδεισο. Κι αν επιμένω, είναι επειδή δεν τον έχω ζήσει ακόμα.

Είστε αισιόδοξος για το 2010; Λέτε να βγούμε αλώβητοι από την οικονομική κρίση ή έρχονται χειρότερα;

Γ.Χ.: Είμαστε παιχνιδάκια όλων αυτών που έχουν οικονομική και πολιτική εξουσία, οι οποίοι δεν λογοδοτούν σε κανέναν, με αποτέλεσμα να μην τιμωρείται η απατεωνιά τους. Το στοίχημα είναι, παρά τις αντιξοότητες, να μη χάνουμε την πίστη και τον εαυτό μας.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.