11/12/2018 03:38:06
3.1.2010

Απολογισμός 2009: Οι αριστεύσαντες

Να, αυτά είναι τα καλά των απολογισμών: αναδεικνύουν το καλό, το προσωποποιούν. Μια συνήθεια που δεν αλλάζει σε μια εποχή που τίποτα δεν μένει σταθερό. Πριν επιδοθείτε στους προσωπικούς σας απολογισμούς, ελάτε να θυμηθούμε μαζί τα πρόσωπα που αρίστευσαν στις τέχνες και τα γράμματα. Κάποια από αυτά είναι μαθημένα σε πρωτιές, κάποια άλλα κουράστηκαν να πετύχουν καλάθι. Δια του αποτελέσματος κρινόμαστε όλοι. Το 2009, πάντως, που μόλις φεύγει έχει αφήσει πίσω του ενδιαφέρουσες προσπάθειες, σημαντικά έργα και τις προϋποθέσεις για μια καλή συνέχεια.

Απόστολος Δοξιάδης

Επιτυχία και εκτός συνόρων

Είναι αναμφίβολα το πολιτιστικό «προϊόν» από την Ελλάδα που απασχόλησε όλα τα μεγάλα διεθνή ΜΜΕ τη χρονιά που φεύγει. Δεν είναι ταινία, δεν είναι θεατρική παράσταση, δεν είναι μουσική σύνθεση, δεν είναι μπαλέτο. Πρόκειται για ένα βιβλίο που σίγουρα ανοίγει νέους δρόμους στον τρόπο αφήγησης της μυθοπλασίας, αφού συνδυάζει το λόγο με την εικόνα. Πρόκειται για το γκράφικ νόβελ «Logicomix», για το οποίο δούλεψε μια δυνατή ομάδα που αποτελείται από τους Απόστολο Δοξιάδη, Χρίστο Παπαδημητρίου, Αλέκο Παπαδάτο και Annie Di Donna. Κεντρικός ήρωας ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ και κεντρικό θέμα η ιστορία της Λογικής στις αρχές του 20ού αιώνα. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος και στις αγγλόφωνες χώρες κυκλοφορεί από δύο μεγάλους εκδοτικούς οίκους (Bloomsbury και Rhadom House). Ο Απόστολος Δοξιάδης με την ευφάνταστη και ταλαντούχα παρέα του κέρδισαν τους κριτικούς όλων των μεγάλων εφημερίδων, που μιλάνε για «έναν από τους θριάμβους της φετινής χρονιάς», ενώ στις λίστες των μπεστ σέλερ των μεγάλων εφημερίδων της Αμερικής και της Βρετανίας το βιβλίο έχει αφήσει πίσω του πολλά άλλα βιβλία. «Πανέμορφη εικονογράφηση, εξαιρετικά έξυπνο και γραμμένο με σαφήνεια, με στυλ και τεράστια διανοητική ειλικρίνεια» γράφουν οι «Times» του Λονδίνου. Είναι η δεύτερη φορά που ο Απόστολος Δοξιάδης κερδίζει με βιβλίο του το διεθνές κοινό. Είχε προηγηθεί, το 2000, «Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ». Στα κείμενά του έχει καταφέρει να συνδυάσει δύο μεγάλες του αγάπες: τα μαθηματικά και τη λογοτεχνία. Ο θρίαμβος, πάντως, του «Logicomix» είναι πρωτοφανής για ελληνικό βιβλίο. Το 2009 ήταν ασφαλώς η χρονιά του.

Αλκίνοος Ιωαννίδης

Η εξαίρεση του κανόνα

Ο δίσκος του «Νεροποντή», που κυκλοφόρησε την άνοιξη του 2009, δεν ήταν μόνο άλλη μία επιβεβαίωση των τραγουδοποιητικών δυνατοτήτων του, αλλά η μεγάλη εξαίρεση. Σε μια περίοδο που οι τραγουδοποιοί των δύο περασμένων δεκαετιών είτε εμφανίζονται να έχουν στερέψει είτε επαναπαύονται στις δάφνες τους, ένας πηγαίνει πιο πέρα από τα κεκτημένα του. Η «Νεροποντή» του Ιωαννίδη είναι μια δουλειά που τον εξελίσσει, τόσο μουσικά όσο και ενορχηστρωτικά. Αν και ο τραγουδοποιός είχε δείξει ήδη εξαίρετα στιχουργικά δείγματα στις προηγούμενες δουλειές του, εν τούτοις η ορχηστρική πλευρά του ταλέντου του επιδεχόταν βελτίωση. Δεκάδες τραγουδοποιοί σε αυτή τη χώρα αποδέχθηκαν τη «μερική ήττα». Άλλος ήταν καλύτερος στη μουσική από το στίχο και παρέμεινε έτσι ως το τέλος, άλλος ήταν πιο καλός στιχουργικά αλλά αδύναμος συνθετικά και έμεινε έτσι, άλλος ποτέ δεν κατάφερε να ερμηνεύσει τα τραγούδια του τόσο καλά όσο τους άξιζε. Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης πάλεψε τις αδυναμίες του. Έκανε μαθήματα, προχώρησε τις συνθέσεις του, ολοκλήρωσε την τέχνη του. Σπάνια στο ελληνικό τραγούδι έχουμε δει έναν άριστο τραγουδιστή να ερμηνεύει άριστες συνθέσεις πάνω σε άριστους στίχους. Εκείνος έφτασε σε αυτή την κορύφωση με τη «Νεροποντή» του. Ο δίσκος του δεν θα καταγραφεί ως ο πλέον επιτυχημένος εμπορικά, είναι όμως ο καλύτερός του. Ίσως όταν φτάνεις στην καρδιά της τέχνης να χάνεις κάτι από τον εμπορικό της φλοιό. Πόσοι όμως, αλήθεια, μπορούν να ισχυριστούν ότι έσκαψαν τόσο βαθιά μέσα στην τέχνη τους όσο εκείνος;

Βλάσης Κανιάρης

Εικαστικά πρωτοπόρος

Το 2009 μπήκε με μια μεγάλη αναδρομική έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη. Το «Γενέθλιον» του Βλάση Κανιάρη, που γιόρταζε τότε τα ογδοηκοστά του γενέθλια, ήταν μια από τις πιο πρωτότυπες εικαστικές ιδέες που έχουμε δει, καθώς «αντιπαρέθετε» τα εκθέματα της μόνιμης συλλογής του μουσείου από την κλασική αρχαιότητα μέχρι το Βυζάντιο με τα έργα ενός από τους σημαντικότερους σύγχρονους έλληνες καλλιτέχνες των τελευταίων εξήντα ετών. Σχεδόν παράλληλα, στην γκαλερί Καλφαγιάν, στην έκθεση «Arrivederci – Willkommen» o Κανιάρης μας θύμισε τις συγκλονιστικές δημιουργίες του, επηρεασμένες από τα μαζικά κύματα των ελλήνων γκασταρμπάιτερ του ’60, υπενθυμίζοντάς μας ότι δίπλα μας υπάρχουν χιλιάδες μετανάστες που ζουν δραματικά. Λίγους μήνες αργότερα, το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης και το Ινστιτούτο Σύγχρονης Τέχνης και Σκέψης παρουσίασαν την έκθεση «Βλάσης Κανιάρης - ένας Διάλογος» με τα έργα του έλληνα δημιουργού σε άμεση συνομιλία με έργα σύγχρονων καλλιτεχνών του εξωτερικού. Οι τρεις αυτές εκθέσεις την ίδια χρονιά μας έδωσαν την ευκαιρία να ξαναπροσεγγίσουμε το σημαντικότατο έργο του Κανιάρη, βαθύτατα πολιτικό, διαχρονικά ανθρωπιστικό και εικαστικά πρωτοπόρο, από τα χρόνια της συνεργασίας του με τον Κοντό, τον Τσόκλη, τον Κεσσανλή και τον Γαΐτη μέχρι τις αναζητήσεις του Νέου Ρεαλισμού κι από την Μπιενάλε της Βενετίας του ’64 και την πρόταση για μια νέα ελληνική γλυπτική μέχρι την ιστορική του εικαστική παρέμβαση κατά της χούντας το ’69. Και λίγο πριν τη δύση του 2009, ο Κανιάρης μας εξέπληξε και πάλι με τη δράση του υπό τον τίτλο «Αντίδωρον» και τον τεμαχισμό ενός έργου του που μοιράστηκε στους εκατοντάδες επισκέπτες της γκαλερί The Breeder. Μπορεί να διανύει την ένατη δεκαετία της ζωής του, αλλά δραστήριος και ευαίσθητος όπως πάντα, είναι αναμφίβολα το εικαστικό πρόσωπο της χρονιάς!

Αντώνης Καφετζόπουλος

Με αγωνιστικούς χαιρετισμούς

Η χρονιά που πέρασε υπήρξε τουλάχιστον γεμάτη για τον Αντώνη Καφετζόπουλο. Στα εκτός της τέχνης του πολιτεύθηκε με τους Οικολόγους Πράσινους, θέλοντας όχι να κερδίσει μια θέση στη Βουλή, όπως οι περισσότεροι από τους συναδέλφους του που βρέθηκαν στις υποψηφιότητες των κομμάτων, αλλά να μιλήσει για θέματα που ο ίδιος θεωρεί φλέγοντα και σημαντικά. Από την άλλη, κάτι ανάλογο έκανε και στον χώρο του κινηματογράφου, καθώς υπήρξε –κι εξακολουθεί να είναι– ένα από τα πιο «μάχιμα» μέλη των Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη, της ομάδας των σκηνοθετών και παραγωγών που τόλμησαν να ταράξουν τα λιμνάζοντα συντεχνιακά νερά του ελληνικού σινεμά και να «αυθαδιάσουν», διεκδικώντας πράγματα ουσιαστικά και σημαντικά, μα πάνω απ’ όλα τη χαμένη αξιοπρέπεια του χώρου. Η κίνησή τους υπήρξε ό,τι πιο θαρραλέο και τολμηρό έγινε στο ελληνικό σινεμά εδώ και δεκαετίες, πολεμήθηκε από πολλούς, αλλά έδωσε ήδη τα πρώτα αποτελέσματα. Ο Καφετζόπουλος αποτέλεσε μια από τις πιο ηχηρές και προβεβλημένες φωνές των «ομιχλιστών» και τόλμησε να μιλήσει για τα προβλήματα του ελληνικού κινηματογράφου ακόμη κι από τη σκηνή του Φεστιβάλ του Λοκάρνο, όπου το καλοκαίρι κέρδισε με την εξαιρετική του ερμηνεία στην «Ακαδημία Πλάτωνος», του Φίλιππου Τσίτου, το βραβείο ερμηνείας.

Πάνος Χ. Κούτρας

Η εκδίκηση του καλού

Από την επίθεση του «Γιγαντιαίου μουσακά» μέχρι τη φετινή «Στρέλλα» πολλά έχουν αλλάξει στο σινεμά του Πάνου Χ. Κούτρα, ο οποίος στην τρίτη του ταινία δείχνει να εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Αυτό που δυστυχώς παραμένει ίδιο είναι ο τρόπος που κάνει τις ταινίες του, δίχως καμιά στήριξη από το επίσημο κράτος –τουλάχιστον στα δύσκολα αρχικά στάδια–, σχεδόν μόνος εναντίον όλων. Κι αν ο «Μουσακάς» ήταν μια «νεανική τρέλα», η «Στρέλλα» είχε όλα τα φόντα για να μεταμορφωθεί σε ένα success story, ακριβώς όπως και έγινε, μόνο που εκ προοιμίου ελάχιστοι απ’ όσους σήμερα την επαινούν είχαν τα κότσια να το αναγνωρίσουν. Και δεν μιλώ μόνο για το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου –του οποίου ο πρόεδρος Γιώργος Παπαλιός και η τότε επιτροπή κρίσεων στήριξαν το σενάριο του Κούτρα, για να χτυπήσουν πολλάκις τοίχο στην άρνηση του διοικητικού συμβουλίου να το χρηματοδοτήσει–, αλλά για όλους εκείνους που γελούσαν υποτιμητικά στο άκουσμα μιας ιστορίας που έχει να κάνει με αποφυλακισμένους και τραβεστί. Η υποκρισία ποτέ δεν έλειψε, ακόμη και στον «πρωτοπόρο» χώρο της τέχνης, όμως η «Στρέλλα» είχε το μέγεθος και τη δύναμη να συντρίψει κάθε εμπόδιο και να κάνει το δικό της άλμα προς το μεγαλείο, ακριβώς όπως της άξιζε. Ελπίζουμε τουλάχιστον πως το επόμενο σχέδιο του Κούτρα και άλλων δημιουργών, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται για τη «λαμπερή πλευρά της ζωής», θα τύχει καλύτερης αντιμετώπισης από το ελληνικό συντηρητικό κατεστημένο, ακόμη κι αν έχει (προς Θεού!) σαν ήρωες αδελφές, τραβεστί ή άλλους παρίες.

Ντίνα Κώνστα

Ερμηνεία σταθμός

Η «Μάνα» της φετινής θεατρικής σεζόν. Στο «Μάνα, Μητέρα, Μαμά» του Γιώργου Διαλεγμένου. Η «μάνα» της αντιπαροχής, που έχασε τον κήπο, τα λουλούδια της και φυλακίστηκε ετσιθελικά σε ένα διαμέρισμα. Η «μάνα» που αποκομμένη από το γνώριμο της περιβάλλον, από το τοπίο των αναμνήσεων της, χωρίς σπίτι, χωρίς τάφο, άστεγη και στη ζωή και στο θάνατο, γίνεται πράγμα, μια αξία άχρηστη. Ένα κεφάλαιο που εξαντλήθηκε, ένας μύθος που κηρύχτηκε σε πτώχευση αφού προηγουμένως ο τόκος του στήριξε και ανάστησε τους άλλους.

Η «Μάνα» της Ντίνας Κώνστα είναι δωρική, καίρια, ακριβής. Πικραμένη. Τραγική. Μακριά από ηθογραφία και όποιες υποκριτικές ευκολίες, κι ας είναι η τρίτη φορά μέσα σε 30 χρόνια που αντιμετωπίζει το ρόλο (την πρώτη έπαιξε μόνο στην πρεμιέρα). Ουσιώδης υποκριτικά, μια «γκρινιάρα» θυμόσοφος, μια πικραμένη καρικατούρα σε μια αναπηρική καρέκλα, κρύβει τη βαθιά πίκρα της με το να γίνεται βασανιστική για τους γύρω της. Ηθοποιός που έχει γράψει τη δική της ιστορία στη μικρή οθόνη, η Ντίνα Κώνστα σε αυτόν το ρόλο «πετάει». Μακριά από την τηλεοπτική της περσόνα καταθέτει το πολύτιμο υποκριτικό οπλοστάσιό της στη θεατρική ουσία και αποδεικνύει μία ακόμη φορά ότι όσο κι αν αποτελεί ιδανική ενσάρκωση της τηλεοπτικής Γιολάντας Ραγιά και της Ντένης Μαρκορά άλλο τόσο το θέατρο της ταιριάζει. Αρκεί να της δοθούν οι ευκαιρίες. Και οι ρόλοι.

Λάκης Λαζόπουλος

Η τρίτη πρωτιά

Είναι ο... serial winner της εφετινής χρονιάς, και με τις δύο έννοιες που θα μπορούσε να έχει αυτή η φράση: Και νικητής κατά συρροήν είναι, αφού βρέθηκε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά στην κορυφή, αλλά και νικητής έναντι όλων των σίριαλ, αφού με την εκπομπή του πέτυχε να υπερβεί σε τηλεθέαση όλα τα πολυδιαφημισμένα σίριαλ της σεζόν. Η τρίτη πρωτιά του Λάκη Λαζόπουλου έχει μεγάλη αξία, γιατί καταφέρνει να περάσει τον ηθοποιό από τη σφαίρα της μόδας σε εκείνη του εθισμού. Το «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» δεν ήταν η επιτυχία της μιας χρονιάς που από κεκτημένη ταχύτητα έκανε νούμερα άλλη μία και μετά έσβησε. Είναι πλέον τηλεοπτική ανάγκη. Η επίτευξη της κορυφής είναι σημαντική. Η παραμονή σε αυτήν άλλη μία χρονιά είναι σημαντικότερη. Η τρίτη όμως νίκη είναι η αληθινά αξιομνημόνευτη. Όταν κοιτάξει κανείς τα νούμερα της τηλεθέασης ο θρίαμβος είναι οφθαλμοφανής: Το «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» έπιανε 60% όταν οι βασικοί του ανταγωνιστές ήταν στο 45%. Τώρα πιάνει πάνω από 50%, όταν τα σίριαλ-επιτυχίες της σεζόν κυμαίνονται γύρω στο 30%. Ο Λαζόπουλος κατάφερε να γίνει η συνήθεια της Τρίτης. Κατάφερε όμως και κάτι πολύ πιο σημαντικό: να γίνει η φωνή της Τρίτης, η φωνή μιας κοινωνίας (ή έστω της προοδευτικής πλειονότητάς της) που δεν αντέχει να σιωπά ούτε απέναντι στο συντηρητισμό του κατεστημένου ούτε απέναντι στη σαχλαμάρα της τηλεόρασης. Σε ένα ατέλειωτο πινγκ πονγκ από την πολιτική στην τηλεοπτική σάτιρα, ο Λαζόπουλος δίνει κάθε Τρίτη βράδυ ένα χαστούκι σε ό,τι μας δέρνει όλη την υπόλοιπη εβδομάδα.

Γιώργος Λάνθιμος

Το ελληνικό σινεμά που δαγκώνει

Όπως κι ο Πάνος Χ. Κούτρας της «Στρέλλας», έτσι κι ο Γιώργος Λάνθιμος, αλλά ευτυχώς σε μικρότερο βαθμό, χρειάστηκε τις δάφνες ενός μεγάλου διεθνούς φεστιβάλ (στη δική του περίπτωση ήταν οι Κάννες) για να νικήσει τη δυσπιστία με την οποία το κινηματογραφικό κατεστημένο αντιμετώπιζε μέχρι σήμερα τη δουλειά του. Η προηγούμενη ταινία του «Κινέττα» μπορεί να είχε ταξιδέψει από το Τορόντο ως το Βερολίνο, όμως στην Ελλάδα είχε περάσει μάλλον απαρατήρητη. Ελάχιστοι είχαν αντιληφθεί την αξία της και οι περισσότεροι την είχαν προσπεράσει σαν μια παραξενιά του δημιουργού της, που σπρώχνοντας στα άκρα την κινηματογραφική φόρμα προσπαθεί να σβήσει ένα παρελθόν στη διαφήμιση και τα βιντεοκλίπ. Η πραγματικότητα όμως, όπως απέδειξε ο «Κυνόδοντας», δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετική, μια που ο Γιώργος Λάνθιμος δεν είναι απλώς συνεπής απέναντι στο δικό του κινηματογραφικό όραμα, αλλά κατορθώνει να εξελίσσει τη ματιά και την άποψή του για το σινεμά και τον κόσμο όχι με βήματα αλλά με άλματα. Ο «Κυνόδοντας» είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που τελειώνει, άσχετα από εθνικότητα ή χώρα καταγωγής, κι αυτή είναι μια αλήθεια πασιφανής σε όλους όσους έχουν τη στοιχειώδη ευφυΐα να την αναγνωρίσουν. Το αν θα αντιμετωπιζόταν ως τέτοια στη χώρα μας, αν δεν είχε ήδη κερδίσει ένα σακί βραβεία σε φεστιβάλ του εξωτερικού, αυτό είναι μια άλλη, πονεμένη ιστορία.

Δημήτρης Μαυρίκιος

Ήρεμη δύναμη

Ο καλλιτέχνης που μιλάει με τις παραστάσεις του. Δεν τον αγχώνει η απουσία του από το θεατρικό προσκήνιο, δεν σκηνοθετεί απλώς για να υπάρχει στο χώρο. Ένας εστέτ του θεάτρου, που καταδύθηκε στον ποταμό των 10.000 λέξεων του «Τερατώδους αριστουργήματος» του Γιάννη Ρίτσου για να μετασχηματίσει την ποίηση σε θέατρο είναι ο Δημήτρης Μαυρίκιος. Η παράσταση, γοητευτική, συγκινητική, τρυφερή, με ατμόσφαιρα και καθαρότητα, ήταν από τις ευτυχέστερες στιγμές της καλοκαιρινής ελληνικής παραγωγής. Ο σκηνοθέτης είχε μελετήσει το έργο του ποιητή, την προσωπικότητά του, τη «θερμοκρασία» των κειμένων του, ενώ ανέδειξε το «πιραντελικό» στοιχείο, την εμμονή του Ρίτσου στη σχέση του δημιουργού με τα δημιουργήματά του. Σε ένα τηλεοπτικό/ κινηματογραφικό πλατό, με ράγες, δεκάδες μόνιτορ, καλώδια, προβολείς και εκατοντάδες κόκκινα τετράδια, υπό τους ήχους του Μπαχ, του Βιβάλντι και με το «Λεμονάκι μυρωδάτο» ως λάιτ μοτίφ, εκτός από τον Ρίτσο που γνωρίζουμε, τον στρατευμένο και πολιτικό, ζωντάνεψαν τα άλλα δύο του πρόσωπα: ο θεατρικός και ο αυτοβιογραφούμενος. Και τα τρία αυτά πρόσωπα συναντήθηκαν κι έγιναν το ένα αλλά και τα πολλά μιας προσωπικότητας αντιφατικής, του φωτός και της νύχτας, όπως ήταν ο «ποιητής της Ρωμιοσύνης» (Μικρή Επίδαυρος).

Θωμάς Μοσχόπουλος

Στην κόψη

Είναι ο σκηνοθέτης που κατάφερε να πείσει και «εμπορικούς» και «ποιοτικούς». Με το ένα πόδι στην Ελληνική Θεαμάτων (η οποία του ετοιμάζει το «Π», τη δική του στέγη στην Πειραιώς) και το άλλο στο Φεστιβάλ Αθηνών και το Εθνικό Θέατρο, ο Θωμάς Μοσχόπουλος κινείται με την ίδια άνεση στα «σαλόνια» και τα «αλώνια». Εν προκειμένω στο αλώνι της Επιδαύρου, όπου το καλοκαίρι του δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσει την πρώτη του σκηνοθεσία εκεί. Το αντιμετώπισε με σθένος κι οργάνωση. Δεν το φοβήθηκε. Δεν τον «κατάπιε». Ακολούθησε την δική του οπτική πάνω στην «Άλκηστη» του Ευριπίδη, δεν πρόδωσε το σκηνοθετικό του όραμα και στυλ και κατέθεσε την πιο συγκροτημένη καινούργια πρόταση σκηνικής ανάγνωσης αρχαίου δράματος των τελευταίων ετών. Η παράσταση σύγχρονη αλλά όχι επί τούτου μοντέρνα, με σεβασμό στο χώρο και το κείμενο, σαν να έφερε ένα αεράκι ανανέωσης στην «μπουκωμένη» εδώ και χρόνια φιλολογία περί Επιδαύρου. Σε ύφος μοντέρνου λυρικού ορατόριου, συνδύαζε το τραγικό με το κωμικό, την ειρωνεία με τη «σοφιστεία», την κλασική μουσική με τα αρχαιοελληνικά αετώματα, το υπερυψωμένο λογείο με την οπτική του κινηματογραφικού καρέ, την ευγένεια και την κομψότητα με τη φόρμα και το στυλιζάρισμα. Όλα στην κόψη, αλλά όλα ισορροπημένα. Η επιτυχία της έφερε στο σκηνοθέτη το Βραβείο Αρχαίου Δράματος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών για το 2009.

Χαρά Αργυρίου, Δημήτρης Κανελλόπουλος, Γιώργος Κορωναίος, Γιάννης Κουκουλάς, Όλγα Σελλά

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.