20/11/2018 01:10:20
27.10.2017 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1992 στις 27-10-2017

Το «βαθύ κράτος» και η αντίσταση στον Τραμπ

Το «βαθύ κράτος»  και η αντίσταση στον Τραμπ - Media

Ένα από τα πιο περίεργα φαινόμενα της εποχής που ζούμε είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, ένας εκατομμυριούχος χωρίς συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα ή ιδεολογία, ανέλαβε την προεδρία των ΗΠΑ σαν να ενορχήστρωνε την επιθετική εξαγορά μιας εταιρείας. 

 
Με το που μπήκε στον Λευκό Οίκο ακούει τους δικούς του συμβούλους, δείχνει απροκάλυπτα περιφρόνηση για πολλές από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες των ΗΠΑ, απαξιώνει τις ενημερώσεις του FBI (καθημερινή διαδικασία για κάθε Αμερικανό πρόεδρο), καταργεί ρυθμιστικούς κανόνες και αρνείται να ακολουθήσει στάνταρ διαδικαστικές ενέργειες. 
Όλα αυτά του έχουν κοστίσει σε συμμάχους στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες της χώρας, έχουν συμβάλει στο να υπάρξει ένα είδος γραφειοκρατικής αντίστασης στις αποφάσεις του και έχουν δώσει το έναυσμα για να ξεκινήσουν έρευνες που, εκτός των πρωτοσέλιδων, απειλούν τον Τραμπ με υπονόμευση τόσο στο κόμμα του όσο και στο Κογκρέσο. 
Ο Ντόναλντ Τραμπ, έξαλλος από αυτό που θεωρεί προδοσία από σαμποτέρ εκ των έσω, ισχυρίζεται ότι είναι θύμα του «βαθέος κράτους» των ΗΠΑ, μιας «συνωμοσίας» από μη εκλεγμένους γραφειοκράτες που τον αντιμάχονται για να προωθήσουν τη δική τους ατζέντα, όπως ισχυρίζεται. Όμως έχουν πράγματι οι ΗΠΑ αυτό που λέμε «βαθύ κράτος»;
 
Η συνταγματική τάξη
Το βαθύ κράτος, με την έννοια που συνήθως αναφέρεται, συναντάται κυρίως σε αναπτυσσόμενες χώρες, όπως π.χ. η Τουρκία, όπου διάφορες σκιώδεις ελίτ σε κυβερνητικά και στρατιωτικά πόστα αψηφούν ή αντιμάχονται τις λειτουργίες του κράτους δικαίου και της δημοκρατίας. Όμως, στις ΗΠΑ η έννοια «βαθύ κράτος» δεν αποδίδει την πραγματικότητα, αφού οι δομές είναι στην πλειονότητά τους διαφανείς και δεσμεύονται από κανόνες και ελεγκτικές διαδικασίες.
Ο πρόεδρος Τραμπ έχει δίκιο όταν θεωρεί πως δέχεται επίμονη αντίσταση μέσα από την κυβέρνηση σε πολλές από τις πολιτικές του αποφάσεις. Όμως, όπως ακριβώς τα προβλήματά του με τον Τύπο δεν προέρχονται από τις «ψευδείς» ειδήσεις, όπως ισχυρίζεται, αλλά απλώς από τις ειδήσεις, έτσι και τα προβλήματά του με τους θεσμούς και τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες δεν προέρχονται από ένα ύπουλο, σκιώδες και αντιδημοκρατικό «βαθύ κράτος», αλλά απλώς από το κράτος! 
Από το σύνολο, δηλαδή, των αξιωματούχων, των υπηρεσιών και των θεσμοθετημένων διαδικασιών που απαρτίζουν την ομοσπονδιακή διακυβέρνηση των ΗΠΑ.
Η αμερικανική συνταγματική τάξη βασίζεται σε πολλούς διαφορετικούς διαχωρισμούς εξουσιών κι όχι απλά στον στοιχειώδη διαχωρισμό μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Υπάρχουν ξεχωριστοί, περαιτέρω διαχωρισμοί μέσα στη νομοθετική εξουσία, στο ομοσπονδιακό, κρατικό και τοπικό επίπεδο διακυβέρνησης, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα.
Μέσα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα το αμερικανικό Κογκρέσο παραχώρησε μεγάλα κομμάτια των δικών του εξουσιών σε ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Με σκοπό, μάλιστα, την αποτροπή μιας τυχόν «αυτοκρατορικής» εξουσίας ενός προέδρου των ΗΠΑ, οι αρχιτέκτονες του μοντέρνου συστήματος προνόησαν για δύο πράγματα: 
Τη διασπορά των εξουσιών, ώστε να αποτραπεί τυχόν ιμπεριαλιστικό προεδρικό σχέδιο
Την ύπαρξη checks and balances (ελέγχων και αντισταθμισμάτων) με τη μορφή της νομικής και θεσμικής ενδυνάμωσης μιας αυτόνομης γραφειοκρατίας. 
Σήμερα είναι αυτή ακριβώς η ισχύς ορισμένων υπηρεσιών που επιτρέπει σε αξιωματούχους να αντιστέκονται ή και να καθιστούν υπόλογη τη διοίκηση Τραμπ σε διάφορα θέματα, από τη διεθνή διπλωματία μέχρι τις επιχειρηματικές κινήσεις του ομίλου Τραμπ.
 
Αποκούμπι κανονικότητας
Ασφαλώς η αξία και η αποτελεσματικότητα αυτών των ελέγχων στην εκάστοτε προεδρία εξαρτάται από την ποιότητα των αξιωματούχων που απαρτίζουν αυτές τις υπηρεσίες. Οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες, από το FBI, την NSA και το State Department μέχρι την Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος, λειτουργούν εν μέρει αυτόνομα από το εκάστοτε πολιτικό τους «αφεντικό» βασιζόμενες στις δικές τους νόρμες νομικής εξουσίας και λογοδοσίας. 
Οι περισσότερες από τις καθημερινές τους λειτουργίες δεν επηρεάζονται από δηλώσεις πολιτικής του Λευκού Οίκου, ούτε ακόμη κι από τους ίδιους τους διευθυντές τους.
Οι αξιωματούχοι αυτών των υπηρεσιών έχουν δικαιοδοσίες που τους επιτρέπουν να υπερασπίζονται διεθνείς συμμαχίες και εξωτερικές πολιτικές, να ερευνούν, να τεκμηριώνουν και να δημοσιοποιούν περιστατικά παρανομίας στα υψηλά επίπεδα της κυβέρνησης, ακόμα και για τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ! 
Ένας από τους βασικούς λόγους που μπορούν να τα κάνουν όλα αυτά είναι ότι σε μεγάλο βαθμό προστατεύονται και θωρακίζονται με νόμους από την πολιτική πίεση. Υπό αυτή την έννοια, η διακυβέρνηση Τραμπ, αλλά και κάθε διακυβέρνηση έχει δίκιο να τις θεωρεί συλλογικά ως έναν δυνάμει αντίπαλο. Ακριβώς επειδή είτε ερευνούν τη δράση του π.χ. Τραμπ και συνεργατών του είτε μπλοκάρουν τα θεωρούμενα ως επικίνδυνα σχέδιά του στην εγχώρια και διεθνή πολιτική σκηνή. 
Όμως, αντίθετα με το βαθύ κράτος σε αυταρχικά καθεστώτα, το βαθύ κράτος, αν μπορούμε να το αποκαλέσουμε έτσι, των ΗΠΑ, όχι απλώς δεν εμπνέει φόβο αλλά λειτουργεί ως «αποκούμπι» κανονικότητας για πολλούς Αμερικανούς, αφού πάνω του εναπόθεσαν τις ελπίδες τους μετά τους πρώτους μήνες αλλοπρόσαλλης διακυβέρνησης Τραμπ, αλλά και για ηγέτες χωρών συμμάχων των ΗΠΑ που προσπάθησαν να ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας με τους οργανισμούς μετά το πρώτο σοκ του Τραμπ. 
Στην Ευρώπη, στις ανώτερες και ανώτατες θέσεις τέτοιων κρατικών υπηρεσιών και υπουργείων συνήθως βρίσκονται είτε μια κάστα ανθρώπων που προέρχονται από τις πιο ελίτ σχολές της χώρας τους, π.χ. Καίμπριτζ και Οξφόρδη στη Βρετανία ή την Ανώτατη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης στην Γαλλία, είτε μια κλίκα ατόμων με κομματικές περγαμηνές. 
Στις ΗΠΑ, όμως, αυτό που λέμε «κράτος» είναι ένα «αμάλγαμα» τεχνοκρατών που προέρχονται ως επί το πλείστον από τη μεσαία τάξη, χωρίς ισχυρή συλλογική ταυτότητα. Δεν ανήκουν, δηλαδή, απαραίτητα σε μια κλίκα ή σε κόμμα ή οικογένειες.
Στην πραγματικότητα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι οι αξιωματούχοι αυτών των υπηρεσιών βρίσκονται πιο κοντά στον μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο απ’ ό,τι οι – συνήθως μέλη της ελίτ – πλούσιοι πολιτικοί που τους ελέγχουν. Σε πολλές χώρες, και όχι μόνο σε αναπτυσσόμενες αλλά και στον ανεπτυγμένο κόσμο, η εξουσία όχι μόνο είναι συγκεντρωμένη σε μια κλίκα ατόμων που αλληλοδιαπλέκονται αλλά ασκείται κυρίως εν κρυπτώ. 
Στην Αμερική, σε αδρές τουλάχιστον γραμμές, αφού μελανά σημεία και διαφθορά υπάρχουν παντού και πάντα, οι κυβερνητικές υπηρεσίες έχουν σχεδιαστεί ώστε να είναι πιο διαφανείς απ’ ό,τι ο Λευκός Οίκος ή το Κογκρέσο. Ακόμη και στις περιπτώσεις που αξιωματούχοι αυτών των υπηρεσιών φτάσουν να εναντιώνονται στις αποφάσεις των πολιτικών τους αφεντικών, αυτό γίνεται με συγκεκριμένο, στοιχειοθετημένο τρόπο. 
Το «έγκλημα», σύμφωνα με το «Foreign Affairs», για το οποίο οι οπαδοί του Τραμπ κατηγορούν υπηρεσίες όπως το FBI είναι η μη εξουσιοδοτημένη (από τον Τραμπ) αποκάλυψη αληθινών πληροφοριών.
Στην Αμερική ο μόνος θεσμικός παράγοντας που έχει, δυνητικά, τη δυνατότητα να ελέγχει πολλά διαφορετικά κομμάτια του κράτους είναι ο πρόεδρος, του οποίου, όμως, οι εξουσίες περιορίζονται από νομοθεσίες, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο. Ο κατακερματισμός της αμερικανικής διοίκησης προβάλλει μεν καθυστερήσεις στο να γίνεται κάθε φορά κάτι, αλλά την ίδια στιγμή καθιστά πολύ δύσκολη την εφαρμογή οποιουδήποτε είδους συνωμοσίας, ενορχηστρωμένης από διαφόρους «παίκτες» σε διαφορετικές υπηρεσίες. Η κάθε υπηρεσία δεν αναμειγνύεται με την ατζέντα της άλλης.
 
Χωρίς πείρα
Δεν είναι, πάντως, η πρώτη φορά που ένας πρόεδρος επιχειρεί να απαξιώσει ή να ξεδοντιάσει το σοφό, για πολλούς, σύστημα πολλαπλών ελέγχων και ανεξάρτητων εξουσιών των ΗΠΑ. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες να απογυμνωθούν συγκεκριμένες θέσεις από νομικές προστασίες. Σήμερα πολλοί αξιωματούχοι σε διάφορες υπηρεσίες μπορούν να απολυθούν για λόγους άσχετους με την επαγγελματική ικανότητά τους, όπως πολιτική διαφωνία ή απιστία. 
Όμως η διακυβέρνηση Τραμπ εξαπολύει στους θεσμούς των ΗΠΑ μια επίθεση άνευ προηγουμένου. Όπως η ιστορία έχει δείξει, οι πιο ανασφαλείς πρόεδροι είναι αυτοί που κηρύσσουν τον πόλεμο στους θεσμούς των οποίων κανονικά έχουν την ηγεσία. 
Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος χωρίς πείρα στην πολιτική ή τον στρατό και ο πρώτος που διατηρεί, όντας στο αξίωμα του προέδρου, μια επιχειρηματική αυτοκρατορία. Και, το κυριότερο, είναι ο πρόεδρος που από τις πρώτες μέρες του στο τιμόνι των ΗΠΑ επιχείρησε – έστω κι ανεπιτυχώς, τουλάχιστον προς το παρόν – να αλλάξει βίαια ολόκληρη των εξωτερική πολιτική αλλά και τον παγκόσμιο ρόλο των ΗΠΑ, να επιτεθεί σε συμμαχίες - στυλοβάτες της παγκόσμιας μεταπολεμικής τάξης όπως την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, να κηρύξει πόλεμο στα ΜΜΕ, να παρεμποδίσει ομοσπονδιακές έρευνες και πολλά άλλα.
Στην ουσία ο λόγος που οι ΗΠΑ παραμένουν, επί Τραμπ, μέσες - άκρες σε μια γενική κανονικότητα, είναι οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες τους και τρεις στρατηγοί (Κέλι, ΜακΜάστερ, Μάτις). Είναι αυτοί που σπεύδουν πυροσβεστικά, όπως έχουμε αναφέρει πρόσφατα, να οριοθετούν τον Τραμπ κάθε φορά που η κατάσταση πραγματικά μοιάζει να ξεφεύγει. 
Οι πιο «επιθετικές» από τις διακηρύξεις του Τραμπ, πάντως, δεν έχουν πραγματοποιηθεί, τουλάχιστον όχι σε επίπεδο πέραν του... Twitter. Αντίθετα, στριμωγμένος από πυρά, νουθεσίες και κατηγορίες, ο πρόεδρος σε κάποια ζητήματα, αντί να προχωρήσει σύμφωνα με τις δικές του διαθέσεις, κάνει το αντίθετο! Μόνο και μόνο για να αντικρούσει τις κατηγορίες…
Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι σχέσεις Ουάσιγκτον - Μόσχας. Ο Τραμπ επιθυμούσε μια προσέγγιση με τη Ρωσία. Όμως, μετά την έρευνα από το FBI για πιθανή ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές και πιθανή συνεργασία μεταξύ ρωσικών υπηρεσιών και της καμπάνιας του, ο κλοιός για τον πρόεδρο των ΗΠΑ έγινε ασφυκτικός. 
Ο Τραμπ είναι αναγκασμένος πλέον να τηρεί μια αυστηρότατη στάση απέναντι στο Κρεμλίνο, ειδάλλως το παραμικρό θα ερμηνευτεί ως απόδειξη μιας «ανάρμοστης» σχέσης. Αυτό δείχνουν διάφορες κινήσεις, όπως οι κυρώσεις προς τη Μόσχα, αλλά και οι απολύσεις στελεχών που διατηρούσαν σχέσεις με τον ρωσικό παράγοντα και η τοποθέτηση σε θέσεις - κλειδιά αξιωματούχων που περιορίζουν κάθε απόπειρα συνεργασίας με την Ρωσία. Ο Τραμπ γνωρίζει ότι στενότερες σχέσεις με τον Πούτιν θα είχαν αποτέλεσμα να καταποντιστούν ακόμη περισσότερο τα ήδη χαμηλότατα ποσοστά δημοφιλίας του.
Το γεγονός ότι υπάρχουν θεσμοί και ομοσπονδιακές υπηρεσίες στις ΗΠΑ που είναι σε θέση, προς το παρόν, να «συγκρατούν» τον Αμερικανό πρόεδρο είναι ασφαλώς ανακουφιστικό. Όμως, ταυτόχρονα, η σκέψη ότι η υπερδύναμη Αμερική πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά σ’ αυτούς για να νουθετούν τον παρορμητικό κι αλλοπρόσαλλο ηγέτη της είναι τουλάχιστον θλιβερή...

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.