16/11/2018 19:23:48
7.11.2011

Κωνσταντίνος Γιάνναρης: «Η ελληνική οικογένεια πνίγει τα παιδιά της»

Κωνσταντίνος Γιάνναρης: «Η ελληνική οικογένεια πνίγει τα παιδιά της»  - Media

Συνέντευξη στη Βασιλική Τζεβελέκου

Με διεθνή καριέρα και διακρίσεις, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης είναι από τα κεντρικά πρόσωπα του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια της δεκαήμερης διοργάνωσης που ξεκινάει αύριο κι ολοκληρώνεται στις 13 Νοεμβρίου, θα προβληθεί το σύνολο του έργου του, ανάμεσά τους και ταινίες μικρού μήκους που θα δούμε για πρώτη φορά. Παράλληλα, είναι μέλος της κριτικής επιτροπής του διεθνούς διαγωνιστικού. Αντισυμβατικός και αβανγκάρντ, αλωνίζει με άνεση στην πόλη όπου ζει κι εργάζεται τα τελευταία χρόνια. Το κέντρο της Αθήνας δεν έχει απαγορευμένες ζώνες και μέρες, ακόμα και στις 20 Οκτωβρίου, δεύτερη ημέρα της πανελλαδικής απεργίας με τα γνωστά εκτεταμένα επεισόδια, δεν αλλάζει το πρόγραμμά του. «Το κέντρο είναι κλειστό» του λέω. «Ανέβηκα πριν από λίγο την Πανεπιστημίου, είναι οκ» μου απαντάει. Ύστερα από κάνα-δυο ώρες που συναντιόμαστε στο Booze, η πόλη δακρύζει απ’ τα δακρυγόνα. Δεν μασάει τα λόγια του, πεισματάρης και ακριβής με ό,τι συμβαίνει γύρω μας, λάτρης του Παζολίνι και του Καβάφη, μας μιλάει για τα κοινωνικά αδιέξοδα και τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες.

Πώς νιώθεις με όλα αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα σήμερα;

Εγώ τη μελαγχολία μου την πέρασα για πέντε χρόνια μετά το 2004, με όλο εκείνο το σούσι πάρτι της ελληνικής κοινωνίας, με την ψευδαίσθηση της Ελλάδας που δημιουργεί, της Ελλάδας που κάνει τεράστια άλματα και είναι προηγμένη χώρα. Τεράστιο ψέμα. Ήταν απόλυτα αναμενόμενο όλο αυτό. Τι φτιάχνουμε με τα χεράκια μας; Ατελείωτα καφέ μπαρ, όπου σερβίρουμε ο ένας τον άλλο; Αυτό δεν είναι παραγωγή. Την καλύτερη, υποτίθεται, στιγμή του νεοελληνισμού από την ίδρυση του νέου κράτους δεν έβλεπες γύρω σου έναν χαρούμενο άνθρωπο με τη δουλειά του. Δεν ήξερα έναν να μου πει «κάνω μια δουλειά γαμάτη και είμαι ευχαριστημένος γιατί συνεισφέρω στο κοινωνικό σύνολο».

Σε πρόσφατο άρθρο τους οι «New York Times» έγραφαν για την άνθηση των τεχνών στην Ελλάδα που βουλιάζει. Βλέπεις κάποια αλλαγή;

Ναι, σίγουρα από εκεί θα έρθει το καινούργιο, για έναν πολύ σεμνό και ταπεινό λόγο. Αυτοί οι άνθρωποι που δημιουργούν δεν ανοίγονται σε μεγαλοστομίες. Δεν έχουν πρόθεση να σώσουν τη χώρα. Θέλουν να επιβιώσουν ή να ζήσουν, να κρατηθούν πάνω από την επιφάνεια του νερού κι αυτό σώζει. Από εκεί πιστεύω θα βγουν διαμάντια. Παντού γίνονται ενδιαφέροντα πράγματα, οι μικρομηκάδες και οι μεγαλομηκάδες στο σινεμά, στα εικαστικά υπάρχει ζωντάνια, στην ηλεκτρονική μουσική υπάρχουν ενδιαφέροντα αντεργκράουντ σχήματα, καλό γκράφιτι.

Ταξιδεύεις και συναναστρέφεσαι νέο κόσμο. Τα πράγματα σήμερα είναι πιο δύσκολα για τους νέους στην Ελλάδα απ’ ό,τι στο εξωτερικό;

Σίγουρα είναι πιο δύσκολα απ’ ό,τι στην Ευρώπη ή την Αμερική, γιατί εδώ είναι η δομή και ο θεσμός της οικογένειας που πνίγει τα πρόσωπα. Αυτό το άτυπο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας, ο τόπος ευνουχισμού του νέου και της νεαρής Ελληνίδας. Ένα καταστροφικό πλαίσιο στο οποίο θα μεγαλώσεις κι όταν ακόμα φύγεις θα μείνεις στην ίδια γειτονιά με τη μαμά και τον μπαμπά. Η μεγαλύτερη πίεση είναι οι γονείς, που μπορεί να είναι πολύ μοντέρνοι, αλλά μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο δεν μπορεί να έρθει η ρήξη, το σχίσμα. Αυτό οδηγεί σε μη επανάσταση, μη ανταρσία, η οποία είναι καταστροφή. Η κάθε γενιά πρέπει να ξεχωρίζει από την προηγούμενη. Να πηγαίνει ενάντια στην κυρίαρχη ιδεολογία, να έχει ζωντάνια το άτομο ως προσωπικότητα, ως μονάδα, όχι ως αγέλη, ήταν ο πατέρας μου είμαι κι εγώ. Το σιχαίνομαι. Αν είχα γιο, θα ήθελα να έχει τη δική του αντίληψη, ενάντια σ’ αυτά που πιστεύω εγώ.

Στο ξεκίνημά σου πρότεινες μια νέα αισθητική φόρμα και μια άλλη θεματολογία στο ελληνικό σινεμά και ήσουν πολύ εκρηκτικός, θυμωμένος, θα έλεγα. Έχεις αλλάξει;

Έχω ωριμάσει, σαφώς έχω αλλάξει. Φυσικά ήμουν πιο θυμωμένος, πιο ανήσυχος και πιο ανασφαλής. Κατ’ αρχήν είχα βιολογική ανασφάλεια πριν από δεκαπέντε χρόνια, δεν ήξερα αν θα ζήσω, αν είχα Aids όπως οι φίλοι μου, δεν ήξερα αν ήμουν φορέας. Είχα βιολογικές ανησυχίες, όχι μόνο καλλιτεχνικές. Είμαι στο μέσον της πορείας μου και στον απολογισμό που κάνω, χωρίς έπαρση και νωχελικότητα, λέω ότι, με τις όποιες αδυναμίες, αυτά που έχω καταφέρει μέχρι εδώ και πάλι καλά είναι. Με το αναδρομικό αφιέρωμα του φεστιβάλ βρίσκω πράγματα καθόλου αμελητέα. Θα κάνω δυο τελείως διαφορετικά προγράμματα με super 8, που μοντάρω πρώτη φορά και μ’ αρέσουν πάρα πολύ. Είναι πειραματικά καθώς είμαι μανιώδης κινηματογραφιστής και πάντα κυκλοφορούσα με μια κάμερα ανάλογα με την εποχή και την τεχνολογία. Τότε ήταν το super 8, μετά το 1998 αρχίζουν τα ψηφιακά που θα τα δείξω στο μέλλον.

Τι ανακαλύπτεις ψάχνοντας;

Ωραία πορνογραφικά, ερωτικά, ταξίδια, ειρωνικά σχόλια για την ιδιαίτερη πατρίδα μου τη Λακωνία, σχόλια για την Αθήνα, για την Ομόνοια, για τα Ιεροσόλυμα...

Τι σκέφτεσαι με αφορμή αυτό το flash back; Το μετάνιωσες που έμεινες στην Ελλάδα;

Όχι, δεν μετανιώνω τίποτα. Η αναδρομική με κάνει να έρθω σε επαφή με το παρελθόν μου, το οποίο ξεχνάω γιατί έχω συμβιβαστεί μ’ αυτό και δεν έχω κανέναν ανοιχτό λογαριασμό. Όλοι έχουμε μικρομετάνοιες, αλλά να πω ότι μετάνιωσα ριζικά για μια συγκεκριμένη επιλογή, όχι. Δεν μετανιώνω που έμεινα στην Ελλάδα ή δεν πήγα στο Λος Αντζελες, δεν μετάνιωσα για τις χώρες όπου μεγάλωσα κι έζησα, ούτε για τους έρωτες... Αυτό το αφιέρωμα είναι για μένα μια ανακάλυψη στον χρόνο και μια εξάσκηση μνήμης.

Στο φεστιβάλ θα προβληθούν, επίσης, δύο τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ σου για τον Παζολίνι και τον Καβάφη, δύο προσωπικότητες που θαυμάζεις. Τι «συγγένειες» έχεις μαζί τους;

Ακόμα και σήμερα, 35 χρόνια από τη δολοφονία του, διαβάζεις Παζολίνι και είναι απίστευτο πώς περιγράφει την τωρινή κατάσταση, αν στη λέξη Ιταλία βάλεις Ελλάδα. Ευνουχισμένη νεολαία, σώματα σε παρακμή, ναρκωτικά, βία, νομίζεις ότι είναι μια φανταστική φωτογραφία της χώρας. Μελετώντας τον, μπορείς να καταλάβεις την τεράστια πορεία του θεωρητικά και κινηματογραφικά γιατί έψαξε και βρήκε τη δική του γλώσσα. Επηρεασμένος από τον Μασάτσιο, τον ζωγράφο της Αναγέννησης, ο Παζολίνι υιοθετεί την απόλυτη απλότητα στην εικονογράφηση, τη ναΐφ γοητεία, λες και βρίσκεται στα όρια της αδεξιότητας και της ευφυΐας. Πολύ φρέσκο, πολύ ωραίο και πολύ λιτό. Με θρησκευτικότητα, μεταφυσική διάσταση, το κάδρο του μου ταιριάζει πολύ. Παρ’ ότι είμαι άθρησκος, αισθάνομαι το δέος και ο Παζολίνι καταφέρνει ν’ απεικονίσει με τέτοια απλότητα το δέος που με συνεπαίρνει, με συγκινεί. Τα πολιτικά του κείμενα και τα ποιήματά έχουν οξυδέρκεια και, όπως λέει ο Μοράβια, είναι ο μεγαλύτερος Ιταλός ποιητής του 20ού αιώνα. Έχει όμως ένα μεμψίμοιρο στην προσωπικότητά του, που δεν το θαυμάζω. Είχε τεράστιο πρόβλημα με τη σεξουαλικότητά του, κάτι που δεν με χαρακτηρίζει.

Και ο Καβάφης;

Ο Καβάφης είναι μοναδικός, ο μεγαλύτερος ποιητής όλων των εποχών για την απόλυτη ομορφιά της γλώσσας του, την ομορφιά των λέξεων που επιλέγει και το απόλυτο επιγραμματικό των ποιημάτων του. Δεν είναι τεράστια σαν του Σικελιανού ή του Ελύτη, που δεν τελειώνουν ποτέ. Ο Καβάφης, λόγω της ενασχόλησής του με την ιστορία, μπορεί να βάλει – όπως και ο Παζολίνι – ταπεινά πρόσωπα στα ιστορικά του ποιήματα, που αναδεικνύουν μια εποχή. Αυτό με τρελαίνει, είναι απίστευτα κινηματογραφικό. Βλέπεις τα πρόσωπα να περνούν από τα δώματα μέσα στις στοές, να κατεβαίνουν στην πόλη... Μου ταιριάζει σε επίπεδο μοντάζ. Αν κοιτάξεις τις ταινίες μου θα δεις επιγραμματικές σκηνές. Θα ήθελα και για τους δύο αυτούς μεγάλους να επανέλθω κάποτε κινηματογραφικά.

Τι σκέφτεσαι για την τελευταία ταινία σου «Άνθρωπος στη θάλασσα», λίγο πριν από την προβολή της στη Θεσσαλονίκη;

Παραδόξως το μοντάζ ξαναγίνεται γιατί ανέλαβε άλλος παραγωγός. Χωρίς να είμαι ιδιαίτερα πικραμένος, είναι για μένα μια δύσκολη ιστορία, ένα σενάριο που κράτησε υπερβολικά, μια διαδικασία παραγωγής που δεν έπρεπε να γίνει έτσι. Τα χρήματα ήταν όσα είχα και για τον «Όμηρο», αν και ήταν πολύ πιο φιλόδοξη παραγωγή, πολυπρόσωπη, δύσκολη, με γυρίσματα αποκλειστικά σ’ ένα δεξαμενόπλοιο, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ. Ένα δεξαμενόπλοιο αραγμένο στη Δραπετσώνα, που σημαίνει ότι δεν μπορούσα να βάλω την κάμερα στο χέρι, γι’ αυτό έχει άλλη αισθητική. Είναι δυνατή ταινία, σκληρή, αλλά δυστυχώς δεν είναι ολοκληρωμένη όσο θα ήθελα. Την αγαπώ, παρ’ ότι έχω ζήσει πολλές αστοχίες και δυσκολίες.

Το θέμα της ποιο είναι;

Με το πρόσχημα της μετανάστευσης εξερευνώ το μυαλό του καπετάνιου, ο οποίος αναβιώνει ένα πατρικό αμάρτημα, αφού είναι υπεύθυνος μάλλον για τον θάνατο του γιου του. Αυτή είναι η βασική ιστορία. Πατέρας, γιος και νεκρός γιος, μέσα από το πλαίσιο των νεαρών μεταναστών που διασώζει από το ναυάγιο.

Θεωρείς ότι οι ταινίες σου έχουν ενοχλήσει;

Η «Άκρη της πόλης» ενόχλησε πολύ τους σινεφίλ, που είναι και μια αντιδραστική μάζα ανθρώπων, παρ’ ότι νομίζουν ότι είναι πολύ προχωρημένοι. Όταν βγήκε στις αίθουσες είχε μεγαλύτερη απήχηση στη λαϊκή νεολαία. Οι σινεφίλ ήταν πιο «κολλημένοι» με τα κλασικά έργα του τότε νέου ελληνικού κινηματογράφου. Ναι, οι ταινίες μου έχουν ενοχλήσει, εκτός από τον «Δεκαπενταύγουστο».

Τι φοβάσαι;

Την απόλυτη αποσύνθεση της ελληνικής κοινωνίας. Μένω στο κέντρο, είναι μια πόλη που αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια μου. Δεν φοβάμαι για τη χώρα, αλλά γι’ αυτή την πόλη, έχουμε περάσει από την απόλυτη παρακμή στη σήψη πλέον, δεν υπάρχει αντίδοτο γι’ αυτό.

Τι εύχεσαι;

Να το ξεπεράσουμε πολύ γρήγορα με μια άλλη δημιουργικότητα.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.