16/11/2018 02:19:55
5.11.2017 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1993 στις 02-11-2017

Σχεδιασμένη οικονομία στην ΕΣΣΔ

Σχεδιασμένη οικονομία στην ΕΣΣΔ - Media

 

Τα πρώτα πενταετή πλάνα και η επίδρασή τους στην πραγματική οικονομία

Το κείμενο αυτό είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ - Τρίτη περίοδος 1930-1941» του Σαρλ Μπετελέμ, ο οποίος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές θεωρητικούς του μεταπολεμικού κόσμου. Οικονομολόγος και ιστορικός, ο Μπετελέμ επικέντρωσε αρχικά το ενδιαφέρον του στην ανάλυση της σχεδιασμένης σοβιετικής οικονομίας, αλλά και της οικονομίας του ναζισμού. Το βιβλίο του αυτό κυκλοφορεί αυτές τις μέρες στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Κουκκίδα». Το παρόν απόσπασμα υπάρχει στο Κεφάλαιο 2 («Τα πρώτα πεντάχρονα πλάνα») του Τέταρτου Μέρους («Το κεφάλαιο και οι κρίσεις του»).
 
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο σοβιετικός σχεδιασμός αποτελεί μία οικονομική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Πλάνα επεξεργάζονται, συζητούνται, τροποποιούνται, «εφαρμόζονται». Μεγάλο μέρος σημαντικών οικονομικών αποφάσεων αναφέρονται σε αυτά. Οι ρυθμοί ανάπτυξης και η δομή της σοβιετικής οικονομίας επηρεάζονται αναμφίβολα από την πρακτική του σχεδιασμού. Αυτές οι διαπιστώσεις όμως δεν πρέπει να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η σοβιετική οικονομία ήταν πλέον μια «σχεδιασμένη οικονομία», με την έννοια είτε ότι καθοδηγούνταν από το πλάνο είτε ότι υποτάσσονταν σε αυτό. Η ύπαρξη μιας τέτοιας καθοδήγησης ήταν ένας ισχυρισμός των Σοβιετικών θεωρητικών, που έκαναν λόγο για «σχεδιασμένη οικονομία» σε αντιπαράθεση με την «οικονομία της αγοράς». 
Η μελέτη της πραγματικής κίνησης της βιομηχανίας και της γεωργίας και η σύγκριση των στόχων των πλάνων και της οικονομικής εξέλιξης διαψεύδουν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, τον μύθο της σχεδιασμένης σοβιετικής οικονομίας. 
Πρόκειται όμως για έναν μύθο που αντέχει, για διάφορους λόγους, ιδιαίτερα γιατί η έννοια της σχεδιασμένης οικονομίας είναι στενά δεμένη με τον φετιχισμό του κράτους και του πλάνου που αναπτύσσεται στη βάση των κυρίαρχων κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων στην ΕΣΣΔ. Όπως επίσης και γιατί, όπως έχουμε δει, η ύπαρξη του πλάνου ασκεί ουσιαστική (αν και όχι πάντα προβλέψιμη) επίδραση στην κίνηση της πραγματικής οικονομίας.
 
Οι αντιθέσεις πλάνου και πραγματικής κίνησης της οικονομίας
Αν εξετάσουμε συνολικά τα πλάνα που διαμορφώθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, παρατηρούμε ότι η περίοδος αυτή μπορεί να διαιρεθεί σε δύο υποπεριόδους, η πρώτη από το 1927 έως το 1932 και η δεύτερη από το 1933 έως τον πόλεμο. 
Κατά τη διάρκεια της πρώτης υποπεριόδου (και κυρίως μέχρι το 1931), τα πλάνα αποσπώνται όλο και περισσότερο από την πραγματικότητα. Το πρώτο πεντάχρονο πλάνο «αναθεωρήθηκε προς τα πάνω» δραστικά, χωρίς τίποτε – από την άποψη των πραγματικών δυνατοτήτων – να δικαιολογεί αυτήν την αναθεώρηση. Κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης υποπεριόδου (1927-1932), η ασκούμενη οικονομική πολιτική διακρίνεται σε τρεις φάσεις.
 
Η πρώτη ολοκληρώνεται στα τέλη του 1930 και χαρακτηρίζεται, κυρίως, από τον «αγώνα κατά του πληθωρισμού» στα λόγια, και στην πράξη από πληθωριστικές πρακτικές. Έτσι, ενώ η νομισματική κυκλοφορία αυξάνεται ταχύτατα, συνεχίζονται οι δηλώσεις ότι οι πραγματικοί μισθοί πρέπει να αυξηθούν μέσω της μείωσης των βιομηχανικών τιμών. 
Στις αρχές του 1930 ελήφθησαν μια σειρά μέτρων που οδήγησαν σε νέο πληθωριστικό κύμα, ο «έλεγχος μέσω του ρουβλίου» (χοζρέτσιουτ) πρακτικά εγκαταλείφθηκε και μια «πιστωτική μεταρρύθμιση» επέτρεψε στις τράπεζες να πιστώνουν τους λογαριασμούς των επιχειρήσεων σχεδόν ανεξέλεγκτα. Έκανε την εμφάνισή της και πάλι η αυταπάτη ότι υπήρχε δυνατότητα άμεσης εγκατάλειψης της εγχρήματης οικονομίας, όπως κατά τη διάρκεια του «πολεμικού κομμουνισμού». Ο Πιατακόφ δήλωνε τότε: «Μόλις πέφτει το πέπλο της τραπεζικής πίστης, βλέπουμε να εμφανίζονται με φυσικούς όρους τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας παραγωγής και κυκλοφορίας».
 
Την ίδια εποχή ο Στάλιν θεωρεί πως με την εγκατάλειψη της ΝΕΠ θα καταστεί δυνατό να οργανωθεί η «άμεση οικονομική σύνδεση πόλης και χωριού, μέσω της ανταλλαγής προϊόντων, χωρίς προσφυγή στο εμπόριο...».
Στα τέλη του 1930 ξεκινά μια δεύτερη φάση, όπου το βάρος δίνεται ξανά στην «χοζρέτσιουτ». Η απόφαση της Ολομέλειας του Δεκεμβρίου 1930 κάνει λόγο για «αυστηρότερη οικονομική πειθαρχία» και για «ενδυνάμωση του ρουβλίου». Η δεύτερη αυτή φάση της οικονομικής πολιτικής θα είναι βραχύβια, καθώς οι «στόχοι» για την παραγωγή και τις επενδύσεις που είχαν υιοθετηθεί προηγουμένως διατηρήθηκαν. Επιπλέον, τον Ιούνιο του 1931, στο όνομα του αγώνα ενάντια στον μισθολογικό «εξισωτισμό» και την «αριστερίζουσα ισοπέδωση», οι υψηλότεροι μισθοί αυξήθηκαν. Έτσι η οικονομική πολιτική εισέρχεται σε μια νέα φάση.
 
Αυτή η τρίτη φάση συνεχίζεται μέχρι το τέλος του 1932. Χαρακτηρίζεται από τη διατήρηση των εξαιρετικά υψηλών στόχων που είχαν προβλεφθεί για το Α’ Πεντάχρονο και από την υιοθέτηση εντελώς μη ρεαλιστικών στόχων για το Β’ Πεντάχρονο πλάνο. Χαρακτηρίζεται επίσης από την επανεμφάνιση υψηλού πληθωρισμού, που οδηγεί τη νομισματική κυκλοφορία από 4.335 εκατομμύρια ρούβλια την 1η Ιουνίου 1931 σε 8.413 εκατομμύρια την 1η Ιανουαρίου 1933, δηλαδή μια αύξηση της τάξης του 93% σε δεκαοκτώ μήνες. Κυρίως όμως χαρακτηρίζεται από τον λιμό του 1932 - 1933 και από ένα πραγματικό οικονομικό χάος. Έτσι προετοιμάζονται οι συνθήκες για το πέρασμα σε μια νέα περίοδο.
Η νέα αυτή περίοδος (από το 1933 μέχρι τον πόλεμο) χαρακτηρίζεται από τη μείωση (όχι όμως και την εξαφάνιση) των αντιρεαλιστικών στόχων των πλάνων, από την επιβράδυνση του πληθωρισμού, την κάπως ευρύτερη αποδοχή της «ελεύθερης» λειτουργίας των αγροτικών αγορών και από την προσφυγή, σε μεγάλη κλίμακα, σε περιοριστικά και κατασταλτικά μέτρα.
 
Το πέρασμα από το σχεδιασμό και την οικονομική πολιτική των αρχών της δεκαετίας του 1930 σε εκείνη των επόμενων χρόνων επιβλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την κρίση που επωαζόταν από το δεύτερο ήμισυ του 1931 και ξέσπασε ανοιχτά το 1933. 
Σε ό,τι αφορά τον σχεδιασμό, η κατάσταση από το φθινόπωρο του 1931 είναι τόσο συγκεχυμένη, ώστε το περιοδικό της Γκοσπλάν «Πλάνοβε Χοζέιστβο» σταματά την κυκλοφορία του για πολλούς μήνες (το τελευταίο τεύχος του 1931 στάλθηκε στο τυπογραφείο στις 3 Οκτωβρίου και το πρώτο τεύχος του 1932 τυπώθηκε στις 26 Μαΐου). Το 1932 νομιμοποιούνται σε ευρεία κλίμακα οι κολχόζνικες αγορές, όπου οι τιμές διαμορφώνονται ελεύθερα.
 
Τότε διαμορφώνονται τα βασικά χαρακτηριστικά της σοβιετικής οικονομικής πολιτικής και του σχεδιασμού που θα ισχύσουν για πολλά χρόνια. Δεν πρόκειται για «έκφραση» προηγούμενων θεωρητικών επεξεργασιών – αντιθέτως η «θεωρία» είναι που θα τροποποιηθεί προκειμένου να δικαιολογήσει τις υφιστάμενες πρακτικές. Είναι το προϊόν των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών, των κρίσεων και των αντιφάσεων του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού· κρίσεις και νέες κοινωνικές σχέσεις που μετασχηματίζουν και την επίσημη ιδεολογία.
Συγκρίνοντας το σχεδιασμό των ετών 1927 - 1931 με εκείνον των επόμενων χρόνων παρατηρούμε ότι τα πρώτα χρόνια χαρακτηρίζονται από έναν έντονο «αντιρεαλισμό», ενώ τα επόμενα παρατηρείται μια σχετική «επιστροφή στην πραγματικότητα». Η διάσταση ανάμεσα στο πλάνο και την πραγματική κίνηση της οικονομίας επιβεβαιώνει, πάντως, την έλλειψη «καθοδήγησης» της κίνησης αυτής από το πλάνο.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.