19/09/2018 07:27:23
14.11.2011

Φωτεινή Μπαξεβάνη: «Όλοι έχουμε ανάγκη από μια μεγάλη αγκαλιά»

Φωτεινή Μπαξεβάνη: «Όλοι έχουμε ανάγκη από μια μεγάλη αγκαλιά» - Media

Συνέντευξη στη Δώρα Αμαραντίδου

Το καλλιτεχνικό προφίλ της Φωτεινής Μπαξεβάνη έχει ταυτιστεί από πέρσι με μια παλιά αγαπημένη ηρωίδα, τη Λωξάντρα της Μαρίας Ιορδανίδου. Λένε ότι οι ηθοποιοί πρέπει να μπουν στο πετσί του ρόλου για να αποδώσουν τα μέγιστα. Στην περίπτωση, όμως, της Φωτεινής Μπαξεβάνη, μάλλον δεν χρειάστηκε κάτι τέτοιο, διότι ηθοποιός και ηρωίδα φαίνεται πως έχουν πλήρη ταύτιση απόψεων και θεώρηση ζωής. Αγάπη στο συλλογικό πνεύμα και διάθεση αλληλεγγύης. Πόσω μάλλον στις μέρες μας, που όλοι λίγο έως πολύ ψάχνουμε από κάπου να πιαστούμε. «Αυτό είναι η Λωξάντρα, “μια μεγάλη αγκαλιά”» μας λέει η Φωτεινή Μπαξεβάνη, η πολυσχιδής καλλιτέχνης, που σκηνοθετεί επίσης την «Ντενεκεδούπολη», ενώ ετοιμάζεται να ενσαρκώσει ακόμα μια λαϊκή ηρωίδα, τη Μαντάμ Σουσού, χωρίς να εγκαταλείπει και την τρίτη ιδιότητά της, αυτήν της συνθέτριας.

Με ποιον τρόπο η τέχνη σάς βοηθά προσωπικά να αντεπεξέρχεστε σε αυτούς τους ασταθείς καιρούς;

Με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να βοηθήσει όλο τον κόσμο. Σε δύσκολους καιρούς η τέχνη για τους θεατές, αλλά και για εκείνους που ασχολούνται με αυτήν, είναι μια παρηγοριά. Είναι τρομερά ανακουφιστική για μένα η ώρα της πρόβας και της παράστασης, αφού τότε ξεφεύγω από αυτά που με απασχολούν στην καθημερινότητά μου αλλά και από τις καταιγιστικές δυσοίωνες ειδήσεις. Έχω σταματήσει να παρακολουθώ ειδήσεις στην τηλεόραση, γιατί με πανικοβάλλει ο τόνος της φωνής των ανθρώπων που μου τις μεταφέρουν. Προτιμώ να διαβάζω πλέον τις ειδήσεις και να ενημερώνομαι είτε από το Ίντερνετ είτε από τον Τύπο. Έχουμε που έχουμε τα άγχη μας, δεν μπορώ και αυτό το τρομοκρατικό τηλεοπτικό ύφος!

Την περσινή σεζόν παρακολούθησαν τη «Λωξάντρα» πάνω από 80.000 θεατές. Πώς ερμηνεύετε το γεγονός ότι έσπασε τα ταμεία σε μια εποχή που ο κόσμος διαθέτει δύσκολα χρήματα για την ψυχαγωγία του;

Ναι μεν μπορεί ο κόσμος να θεωρεί πολυτέλεια το θέατρο, όταν δεν έχει χρήματα ούτε για θέματα υγείας, από την άλλη πλευρά όμως η ψυχική υγεία του ανθρώπου είναι εξίσου σημαντική. Κι αν αυτή δεν είναι καλά, δημιουργούνται και άλλες ασθένειες. Μην ξεχνάμε ότι το θέατρο δεν σταμάτησε ποτέ, ούτε στην Κατοχή. Συνεχώς διαπιστώνω την ανάγκη του κόσμου να ξεφύγει λίγο απ’ τη ζοφερή πραγματικότητα. Και παρακολουθώντας αυτό το έργο καταφέρνει να παρηγορηθεί, αφού η Λωξάντρα διαθέτει τη θεραπευτική ιδιότητα μιας μεγάλης αγκαλιάς. Στις μέρες μας σαν να έχουμε χάσει την ισορροπία μας και έρχεται η Λωξάντρα να μας δώσει δύναμη να σταθούμε στα πόδια μας. Όλα όσα διαπραγματεύεται αυτή η ηρωίδα απ’ την Πόλη είναι διαχρονικές ανθρώπινες ανάγκες και βασικές αξίες ζωής που έχουμε χάσει.

Με ποιες χαμένες σταθερές θα ξαναβρούμε την ισορροπία μας;

Δεν ξέρουμε πού πατάμε και πού βρισκόμαστε εξαιτίας των συνεχώς αρνητικών ειδήσεων. Ακόμα και το φαγητό μας, το τι διαλέγουμε να φάμε, το πόσο γρήγορα τρώμε, αντικατοπτρίζει τον πανικό μέσα στον οποίο ζούμε… Οπότε ερχόμαστε σε επαφή με τη Λωξάντρα βλέπουμε κάποια απλά πράγματα, που τα έχουμε βγάλει από την καθημερινότητά μας αλλά είναι απαραίτητα για να είμαστε ψυχικά υγιείς. Η Λωξάντρα ήταν μια πολύ καλή μαγείρισσα και ο λόγος που ήθελε να μαγειρεύει τόσο καλά ήταν για να έρχονται στο σπίτι της τα αγαπημένα της πρόσωπα και έτσι να τα βλέπει. Η μαγειρική ήταν το μέσο της και η αφορμή για να βρεθεί με τα προσφιλή της πρόσωπα. Στις μέρες μας έχουμε ξεχάσει πόσο ωραίο είναι να μαγειρεύουμε ένα απλό, νόστιμο φαγητό και να προσκαλούμε τους φίλους μας να φάμε όλοι μαζί στο τραπέζι του σπιτιού μας. Η Λωξάντρα έχει το εξής εκπληκτικό μότο: «Τις εστί πλούσιος; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος!». Όταν αυτή τη φράση τη λέει και την ξαναλέει στη σκηνή και τη δικαιολογεί κιόλας, τότε ο θεατής διαπιστώνει ότι είχε παρασυρθεί στη γενικότερη τάση της προηγούμενης εποχής, που ήταν η υπερκατανάλωση, με την οποία τελικά τίποτα δεν αγάπησε και τίποτα δεν εκτίμησε. Και έρχεται τώρα να εκτιμήσει ξανά τα απλά πράγματα. Δεν είναι τυχαίο που στο τέλος της παράστασης οι θεατές έρχονται με βουρκωμένα μάτια αλλά και με τεράστιο χαμόγελο. Σιγά - σιγά, όμως, θα αλλάξουν τα πράγματα γιατί πλέον ο κόσμος έχει ανάγκη την ανθρώπινη επαφή. Εξάλλου οι Έλληνες έχουμε ως συνήθεια να μιλάμε με τους δικούς μας ανθρώπους, διότι έτσι εκτονωνόμαστε. Γι’ αυτό και δεν πάμε εύκολα σε ψυχολόγο, διότι έχουμε τους φίλους μας για ψυχολόγους!

Πώς διαχειρίζεστε την αγάπη του κόσμου σε αυτήν την παράσταση, που είναι η μεγαλύτερη προσωπική σας επαγγελματική επιτυχία;

Εδώ και 20 χρόνια που δουλεύω, δεν έχει αλλάξει τίποτα στα «θέλω» μου. Δεν με ενδιαφέρει εάν δουν μια παράσταση στην οποία παίζω 80.000 ή 5.000 θεατές. Σημασία για μένα έχει να προσφέρω κάτι με την ερμηνεία μου, έστω και σε έναν θεατή. Νιώθω πάρα πολύ χρήσιμη στην κοινωνία, όταν καταλάβω ότι μια παράσταση που παίζω μπορεί να κάνει καλύτερη τη ζωή ενός ανθρώπου. Μπορεί λίγο να ακούγομαι σαν μητέρα Τερέζα, αλλά πραγματικά για μένα αυτό είναι το καλύτερο δώρο. Επίσης, δεν με ενδιαφέρει ο πρωταγωνιστικός ρόλος στην τέχνη, αλλά το ομαδικό πνεύμα και η ομαδική δημιουργία. Έτσι, όταν μου λένε «συγχαρητήρια», τους απαντώ «ευχαριστούμε», αφού το θέατρο είναι μια ομαδική δουλειά.

Σκηνοθετήσατε και την παιδική παράσταση του ΚΘΒΕ «Στην Ντενεκεδούπολη». Επιδιώκετε να περάσετε συγκεκριμένα μηνύματα ή να αφήσετε το κάθε παιδί ελεύθερο να εισπράξει αυτό που θέλει;

Δεν επεμβαίνουμε στην ιστορία του έργου, από μόνη της έχει δυνατά νοήματα. Αλλά είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι τα ίδια τα παιδιά συμμετέχουν στις παραστάσεις. Όταν τα παιδιά θέλουν να φύγει ένας κακός ήρωας, όπως ο Λαδένιος που έχει έρθει με το ζόρι να επιβληθεί ως αρχηγός στην Ντενεκεδούπολη, τα ρωτάμε τι θέλουν να τον κάνουμε. Να τον διώξουμε; Να τον κάνουμε πίτα; Και εκείνα επιλέγουν. Η θεματολογία του έργου περνάει σημαντικά ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας, όπως φιλία, αλληλεγγύη, μετανάστευση, εξέγερση αδικημένων, και τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα. Όταν ξεκίνησε η «Ντενεκεδούπολη» της Ευγενίας Φακίνου ως «αντικειμενοθέατρο» (είδος κουκλοθέατρου), αποτέλεσε επανάσταση στον χώρο του παιδικού θεάματος, γιατί το αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών είναι να προσωποποιούν τα πράγματα. Μπορεί να έχουν χίλια δυο παιχνίδια και να προτιμήσουν να πάρουν ένα μολυβάκι και να του δώσουν ζωή.

Από τον ερχόμενο Γενάρη θα υποδύεστε άλλη μια ηρωίδα με έντονο λαϊκό έρεισμα, τη «Μαντάμ Σουσού», σε σκηνοθεσία Γιώργου Αρμένη. Τι σας ιντριγκάρει στον χαρακτήρα της, που είναι εκ διαμέτρου αντίθετος από της Λωξάντρας;

Πριν από λίγες μέρες ξεκίνησα να μελετώ και να δουλεύω τον ρόλο της Μαντάμ Σουσούς. Αυτό που με ιντριγκάρει είναι η κατάληξη αυτού του έργου. Γιατί στο φινάλε η Μαντάμ Σουσού, που πλέον ξαναγυρίζει στη φτώχεια, φτάνει στο σημείο να δώσει το παιδί της σε μια πλούσια οικογένεια και όχι να το κρατήσει μαζί της; Το βρίσκω τρομερά σκληρό. Ανυπομονώ να τη μελετήσω για να δω τι συμβαίνει μέσα της. Σαν φιγούρα μπορεί να μας έχει μείνει στο μυαλό ως μια ψωνάρα, αλλά αυτή η ενέργειά της δεν ερμηνεύεται από αυτό το γεγονός… Ανυπομονώ να ανακαλύψω τις αλήθειες της.

Είστε ηθοποιός, σκηνοθέτις αλλά και συνθέτρια. Μάλιστα έχετε αναλάβει και τη μουσική επιμέλεια στη «Λωξάντρα». Με ποιο σκεπτικό και τρόπο καταπιάνεστε και με το θέατρο και με τη μουσική;

Τι να σας πω; Με αυτήν την πετριά γεννήθηκα! Από μικρή έκανα πάντα πολλά καλλιτεχνικά πράγματα ταυτόχρονα. Επειδή η σύνθεση μουσικής είναι πρωτογενής δημιουργία και η υποκριτική είναι δευτερογενής δημιουργία, όταν νιώθω την ανάγκη να γεννήσω κάτι απ’ την αρχή, πηγαίνω προς τη μουσική. Η μουσική στο θέατρο ή στο σινεμά λειτουργεί ως ένα ακόμα πρόσωπο που μπορεί να επηρεάσει συναισθηματικά την ιστορία του έργου. Και οι ηθοποιοί εισπράττουν τη μουσική σαν έναν ακόμα ηθοποιό που μιλάει εκείνη την ώρα.

Ποια είναι η τύχη της δισκογραφικής εταιρείας σας Faos Μusic που ιδρύσατε το 2008;

Την έκλεισα πριν από λίγους μήνες γιατί δυστυχώς την ξεκίνησα ακριβώς μόλις ξεκινούσε η κρίση και οικονομικά δεν μπορούσα να βγω με τίποτα. Βέβαια, επειδή δεν μου αρέσει να αφήνω τα πράγματα στη μέση, φιλοδοξώ να συνεχίσω στο μέλλον την αρχική ιδέα της Faos Music, που ήταν να καταφέρω να αρχειοθετήσω όλη την ιστορία της μουσικής στο θέατρο.

 

ΙΝFO: Η «Λωξάντρα» του ΚΘΒΕ ανεβαίνει για δεύτερη χρονιά στη Μονή Λαζαριστών σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη. Η παιδική παράσταση «Στην Ντενεκεδούπολη» παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Φωτεινής Μπαξεβάνη στο Βασιλικό Θέατρο ώς το τέλος Φεβρουαρίου και τον Μάρτιο θα ανεβεί στο Badminton. Η πρεμιέρα της «Μαντάμ Σουσούς» σε σκηνοθεσία Γιώργου Αρμένη προγραμματίζεται στα τέλη Ιανουαρίου στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.