15/12/2019 07:26:10
19.12.2017 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1999 στις 14-12-2017

Η ελληνική πρόσληψη της Ευρώπης

Η ελληνική πρόσληψη της Ευρώπης - Media

 

Ρενιέρης, Ζαμπέλιος 

Ο Μάρκος Ρενιέρης, νομικός που διετέλεσε και πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη το 1862 και ο Σπ. Ζαμπέλιος, ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως ο θεωρητικός της ιστορικής ενότητας αρχαίου, μεσαιωνικού και νεότερου ελληνισμού, μαζί με τον Κ. Παπαρρηγόπουλο αποτελούν τους πρωτοπόρους της ελληνικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα. Είναι οι πρώτοι που ανιχνεύουν τις μεσαιωνικές απαρχές της Ευρώπης. Ο Ρενιέρης με τον Ζαμπέλιο δεν διαφέρουν μόνο στη μεθοδολογική προσέγγισή τους σχετικά με τον Δυτικό Μεσαίωνα, αλλά και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται τη σχέση της με το εν διαμορφώσει νεοελληνικό κρατίδιο. 
 
Ο Ρενιέρης προσπάθησε να προβάλλει τη σημασία του «ατόμου» και του «λαού» σαν κινητήριες δυνάμεις της Ιστορίας και, εμμέσως, να αναδείξει τη σημασία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ως εξισορροπητικού παράγοντα μεταξύ Δύσης και Ανατολής «αίτινες αναχωρούσαι από αντιθέτους αρχάς, δεν ηδύναντο μέχρι τούδε να εννοηθούσι μεταξύ τους». Αυτή η αντίληψη της Ιστορίας διαπνεόταν από την αναγκαιότητα της υπέρβασης της ιστορικής αντίθεσης Ορθόδοξης Ανατολής - Καθολικής Δύσης. Στις τοποθετήσεις του είναι φανερή η προσπάθεια να ενταχθεί στη δυτική παράδοση ο νεοσύστατος ελληνισμός, που σημειώτεον «αντέχει» από την αρχαιότητα λόγω της οποίας ο υπονοούμενος περιούσιος λαός δικαιωματικά υπάγεται στο σύστημα των δυτικών ιδανικών με βάση την ένδοξη καταγωγή του. Με δυο λόγια, μέσα από μια επιλεκτική ιστορική μνήμη ο ελληνισμός διεκδικεί τη θέση του στον δυτικό κόσμο θυμίζοντας τη συνεισφορά του σε αυτόν. Η μεταλαμπάδευση του ελληνικού πνεύματος στη Δύση συντελείται με την πτώση της Κωνσταντινούπολης. «Και τω όντι, ουδείς δύναται να αρνηθή ότι πολύ καταλλήλως δια τας προόδους του εγώ συνέπεσεν ή άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως, οπότε τα γράμματα της αρχαιότητος καταδιωκόμενα από την ρομφαίαν του Μωάμεθ κατέφυγον εις την Ιταλίαν. Ενταύθα εξενίσθησαν όχι ως δυστυχείς πρόσφυγες αλλά ως δόξα του ανθρωπίνου νοός, ως αιώνιον πρωτότυπον του αληθούς και του ωραίου, από του οποίου όστις ήθελε κατά μικρόν απομακρυνθή, έπρεπε να παραιτηθή πάσαν ελπίδα ευτυχίας…»
 
Βέβαια αυτή του η θέση δεν τον έκανε να παραβλέπει τη μόνιμη επιβουλή των Δυτικών κατά του Βυζαντίου, αλλά και από την άλλη την παρακμιακή διάσταση του βυζαντινού κράτους. Ο Ρενιέρης σε γενικές γραμμές δεν μένει ανεπηρέαστος από την εγχώρια επικρατούσα ιστορική άποψη επί του θέματος και εντάσσει την Λατινοκρατία σε μια περίοδο παρακμής της Δύσης. Ως σύμπτωμα αυτής της παρακμής θεωρούσε το φεουδαρχικό σύστημα και τις κοσμοκρατορικές βλέψεις του Πάπα. Σημείο ανάκαμψης αυτής της έκπτωσης θεωρεί την πτώση της Κωνσταντινούπολης, όταν με την φυγή των Ελλήνων λογίων στη Δύση συντελέστηκε η Αναγέννηση. 
 
Ωστόσο, η θεωρία της φεουδαρχικής παρακμής δεν ευσταθεί επαρκώς, καθώς η συγκεκριμένη περίοδος της ιστορίας εκλαμβανόταν και αποτελούσε την σταθερή βάση του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Ούτε ο παπισμός υποδεικνυόταν ως σημάδι της μεσαιωνικής παρακμής. Ο Ρενιέρης στα τέλη του 19ου αιώνα κάνει μια μεταστροφή σε σχέση με τις απόψεις που διατύπωνε στο πρώτο μισό του. Συντάσσεται όλο και περισσότερο με την επικρατούσα άποψη των απολογητών της εθνικής ιστορίας, που επικεντρώνουν τις θεωρίες τους στην στοχοποίηση της Δύσης για τα δεινά του Βυζαντίου μετά την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης. 
 
Από τον Ρενιέρη στον Ζαμπέλιο 
 
Ο Ζαμπέλιος γράφοντας σχετικά το 1852 θεωρεί την αναγόρευση του Πιπίνου Βραχέως από τον Πάπα το 754 ως τον «ακρογωνιαίον λίθον της νεοτέρας Ευρώπης». Όπως και ο Σχινάς, έτσι και ο Ζαμπέλιος θα προβάλλει τη δυτική κυριαρχία επί των Ελλήνων στην πολιτική ζωή του σύγχρονου ελληνικού κρατιδίου και θα τις συνδέσει με τις αλυτρωτικές του επιδιώξεις. 
 
«…Υπό την έποψιν ταύτιν, η Αυλή της Κωνσταντινουπόλεως κατά την ΙΓ΄ εκατονταετηρίδα ευρίσκετο ως προς τους λατινοκρατούμενους Γραικούς εις αυτήν ταύτην την κινδυνώδη και χαλεπήν θέσιν, εις ήν σήμερον η Ελλάς ευρίσκεται ως προς τους ομοεθνείς της Επτανήσου και της Τουρκίας. Επιποθεί μεν εγκαρδίως του Πανελληνίου την πολιτικήν συγκρότησιν, αλλά στρατών και στόλων στερουμένη, τους αγώνας αυτής περιορίζει εις πλαγίας εμψυχώσεις και ευχάς». 
Ο Ζαμπέλιος στο παρά πάνω αποσπάσιμα προσπαθεί συγκροτημένα και επιτυχώς να παρομοιάσει την στρατηγική της ανασυγκροτημένης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για την απελευθέρωση των λατινοκρατούμενων περιοχών της με την αλυτρωτική πολιτική του μικρού και αδύναμου Ελληνικού Βασιλείου προκειμένου να επιτευχθεί η ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό των ομοεθνών, που ήταν ακόμα υπόδουλοι των Άγγλων και των Τούρκων.  
 
Η άποψη του Ζαμπέλιου είναι ότι, από το 1261, οι δράσεις των βυζαντινών αυτοκρατόρων δημιουργούν ένα ιστορικό προηγούμενο για την απελευθερωτική δράση του Εθνικού Κέντρου, του οποίου η μοίρα είναι να αναμετριέται πάντα άνισα με τους εχθρούς. Άρα ο Ζαμπέλιος θεωρεί ότι από τον 13ο αιώνα οι Έλληνες αυτοκράτορες μάχονταν στα Δεσποτάτα της Νίκαιας και της Ηπείρου και στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας κατά των Φράγκων και των Τούρκων. Έτσι σαν ιστορική συνέχεια τη θέση των Φράγκων έχουν αντικαταστήσει οι λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, των οποίων τα συμφέροντα αντιμάχονταν σε κάθε περίπτωση την εθνική μας αποκατάσταση. 
 
Αυτή η ταύτιση, που συνδέει την ανθελληνική δράση της ευρωπαϊκής διπλωματίας όπου οι μεγάλες Δυνάμεις έρχονται ως συνέχεια των Φράγκων, εξ ου και οι Ευρωπαίοι χαρακτηρίζονταν ως Φράγκοι, πράγμα που εξακολουθεί να γίνεται ακόμα και στις μέρες μας σε περιοχές που έχουν βενετοκρατούμενες ρίζες, πέρασε στη λογοτεχνία και μάλιστα υπήρξε πηγή έμπνευσης για τους ποιητές της εποχής. 
Σύμφωνα με τον ποιητή Αλέξανδρο Σούτσο (1803-1863), εμπόδιο στην πραγματοποίηση των αλυτρωτικών βλέψεων του νεοελληνικού κρατιδίου, του οράματος μια Μεγάλης Ελλάδας, αποτελούσαν οι «Φράγκοι»…
 
Τρέξτε μακράν των Φράγκων: εις την Πίνδο εις τα Τέμπη,
Όπου η φωνή των ύβριν εις υμάς δεν αναπέμπει! 
Της στενής αυτής Ελλάδος ο αήρ μεμολυσμένος 
Πνεύσατε υγείας άλλον εις το μέγα έξω Γένος! 
Αναβήτε εις τα όρη, όπου πνεύμα δεν ασθμαίνει!
 
Εις τα όρη αναβήτε, όπου η πατρίς προσμένει, 
Όπου η Ορθοδοξία
 
Παρά τον Θεόν εδρεύει, κόρη του Θεού Αγία!
 
Στο τέλος γίνεται φανερή η θρησκευτική ετεροδοξία, που είναι η κυριότερη πηγή αντιπαλότητας με τους Δυτικοευρωπαίους. Συντηρούν δηλαδή πεισματικά την κύρια διαφορά μεταξύ Λατίνων και Βυζαντινών έως τον 19ο αιώνα. Έτσι, σύμφωνα με αυτή την εθνική ανάγνωση, οι νεότεροι «Φράγκοι» παραμένουν ως ο πρώτος ανασταλτικός παράγοντας της εθνικής μας ολοκλήρωσης, ένας παράγοντας που νοθεύει την αυθεντικότητα της ελληνικότητας! 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.